Αρθρογραφία, θέματα επικαιρότηταςΕργατικό δίκαιοΖΗΤΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΙΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΕΣ ΣΥΛΛΛΟΓΙΚΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ

9 Νοεμβρίου 2021

Με τις διατάξεις των άρθρων 3,  4, 7, 8 Ν. 1876/1990 θεσπίστηκε το κανονιστικό πλαίσιο σύναψης Επιχειρησιακών Συλλογικών Συμβάσεων( ΕΣΣΕ) και οι ειδικότερες διαδικασίες αναφορικά με τα ζητήματα διαπραγμάτευσης συνδικαλιστικών οργανώσεων  εργαζομένων και εργοδοτών προς κατάρτισή των. Ειδικότερα ορίστηκαν τα είδη των συλλογικών συμβάσεων , η αρμοδιότητα σύναψής τους, η διαδικασία των διαπραγματεύσεων των συμβαλλομένων μερών ως υποχρέωση διαβούλευσης , η ισχύς και η δεσμευτικότητα του περιεχομένου των συλλογικών συμβάσεων εργασίας. ( «Οι  επιχειρησιακές, που αφορούν τους εργαζόμενους μιας εκμετάλλευσης ή επιχείρησης…… Οι επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις συνάπτονται, κατά σειρά προτεραιότητας, από συνδικαλιστικές οργανώσεις της επιχείρησης που καλύπτουν τους εργαζόμενους ή, σε περίπτωση που δεν υπάρχει συνδικαλιστική οργάνωση στην επιχείρηση, από ένωση προσώπων, και πάντως ανεξάρτητα από την κατηγορία, τη θέση ή την ειδικότητα των εργαζομένων στην επιχείρηση και, εφόσον αυτές ελλείπουν, από τις αντίστοιχες πρωτοβάθμιες κλαδικές οργανώσεις και από τον εργοδότη. Η ένωση προσώπων του προηγούμενου εδαφίου συστήνεται τουλάχιστον από τα τρία πέμπτα (3/5) των εργαζομένων στην επιχείρηση, ανεξαρτήτως του συνολικού αριθμού εργαζομένων σε αυτήν και χωρίς η διάρκεια της να υπόκειται σε χρονικό περιορισμό. Εάν μετά την τυχόν σύσταση ένωσης προσώπων για το σκοπό της παραγράφου αυτής, πάψει να συντρέχει η προϋπόθεση της συμμετοχής των τριών πέμπτων (3/5) των εργαζομένων στην επιχείρηση, η οποία απαιτείται για τη σύσταση της, διαλύεται, χωρίς άλλη διατύπωση. Για δε τα λοιπά θέματα που αφορούν την ένωση προσώπων εξακολουθεί να εφαρμόζεται η περίπτωση γγ` του εδαφίου α` της παραγράφου 3 του άρθρου 1 του ν. 1264/1982 (Α` 79).»….. Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις εργαζομένων και εργοδοτών και οι μεμονωμένοι εργοδότες έχουν δικαίωμα και υποχρέωση να διαπραγματεύονται για την κατάρτιση συλλογικής σύμβασης εργασίας. 2. Η πλευρά που ασκεί το δικαίωμα για διαπραγμάτευση οφείλει να γνωστοποιεί στην άλλη πλευρά με έγγραφο τον τόπο των διαπραγματεύσεων και τα υπό διαπραγμάτευση θέματα. Το έγγραφο αυτό κοινοποιείται στην αρμόδια επιθεώρηση εργασίας…… Η εργατική πλευρά δικαιούται να αξιώσει από την εργοδοτική πλήρη και ακριβή πληροφόρηση καθώς και την παροχή όλων των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη διευκόλυνση των διαπραγματεύσεων των υπό συζήτηση θεμάτων και αναφέρονται στην οικονομική κατάσταση, την οικονομική πολιτική και την πολιτική προσωπικού της επιχείρησης……. Οι κανονιστικοί όροι της συλλογικής σύμβασης εργασίας έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ. 2. Οι όροι ατομικών συμβάσεων εργασίας, που αποκλίνουν από τους κανονιστικούς όρους συλλογικών συμβάσεων εργασίας, είναι επικρατέστεροι, εφ` όσον παρέχουν μεγαλύτερη προστασία στους εργαζόμενους. 3. Όροι εργασίας συλλογικών συμβάσεων εργασίας, που είναι ευνοϊκότεροι για τους εργαζόμενους, υπερισχύουν των νόμων, εκτός αν πρόκειται για διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια…..Οι υπόλοιπες συλλογικές συμβάσεις εργασίας δεσμεύουν τους εργαζόμενους και εργοδότες που είναι μέλη των συμβαλλόμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων, τον εργοδότη που συνάπτει συλλογική σύμβαση εργασίας ατομικά και τους εργοδότες που συνάπτουν συλλογική σύμβαση εργασίας με κοινό εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο ή εκπροσώπους, όπως ορίζεται στην παρ. 4 του άρθρου 43 του παρόντος. 3. Εφ’ όσον ο εργοδότης δεσμεύεται από επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας, οι κανονιστικοί όροι της ισχύουν υποχρεωτικά και στις εργασιακές σχέσεις όλων των εργαζομένων που απασχολούνται από τον εν λόγω εργοδότη).

Σε συνταγματικό επίπεδο,  η συνδικαλιστική ελευθερία κατοχυρώνεται ως συλλογικό δικαίωμα στο άρθρο 23 του Συντάγματος, ενώ στο άρθρο 22 ορίζεται η θέσπιση των γενικών όρων εργασίας δια νόμου ή συλλογικών συμβάσεων εργασίας κατόπιν διαπραγματεύσεων ή προσφυγής στη διαιτησία, προσέτι, δε, και κατ΄ επιταγή του συνταγματικού νομοθέτη, παραχωρείται στις συνδικαλιστικές οργανώσεις η άσκηση νομοθετικής εξουσίας προς καθιέρωση των όρων εργασίας.

Το 2011 δια του Ν. 4024/2011 επιχειρήθηκε με τη διάταξη  του άρθρου 37 αλλαγή στον τρόπο και τους όρους σύναψης των επιχειρησιακών συλλογικών συμβάσεων εργασίας ώστε  κατά τους ορισμούς του νομοθέτη: « Με επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας, οι αποδοχές και οι συνθήκες εργασίας είναι δυνατόν να αποκλίνουν από αυτές της αντίστοιχης κλαδικής συλλογικής σύμβασης εργασίας και όχι πάντως κατώτερα από το επίπεδο της εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας. Στην περίπτωση αυτή, η επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας, η οποία μπορεί να ανανεώνεται, ονομάζεται “Ειδική Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας”. Οι ειδικές επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας υπερισχύουν από τις αντίστοιχες κλαδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας, χωρίς περιορισμούς. Τα προβλεπόμενα στο άρθρο 10 για τη Συρροή και τα προβλεπόμενα στις παραγράφους 2, 3 και 4 του άρθρου 11 για την επέκταση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας δεν ισχύουν για τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας της παρούσας παραγράφου. Οι ειδικές επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας λαμβάνουν υπόψη την ανάγκη προσαρμογής των επιχειρήσεων στις συνθήκες της αγοράς, με στόχο τη δημιουργία ή τη διατήρηση των θέσεων εργασίας, καθώς και τη βελτίωση της παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων β) Με την Ειδική Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας του προηγούμενου εδαφίου δύνανται να ρυθμίζονται ο αριθμός των θέσεων εργασίας, όροι και προϋποθέσεις μερικής απασχόλησης, εκ περιτροπής εργασίας και διαθεσιμότητας, καθώς και κάθε άλλος όρος εφαρμογής της, περιλαμβανομένης της διάρκειας τους. 2. Κατ` εξαίρεση των οριζομένων στο άρθρο 6 παρ. 1 περίπτωση β` του παρόντος νόμου, η ειδική επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση μπορεί να καταρτιστεί και από εργοδότη που απασχολεί λιγότερους από πενήντα (50) εργαζόμενους, με το αντίστοιχο επιχειρησιακό σωματείο και αν δεν υπάρχει με το αντίστοιχο κλαδικό σωματείο ή με την αντίστοιχη ομοσπονδία. Για την εφαρμογή των οριζομένων στην παράγραφο 1 τα μέρη υποβάλλουν από κοινού αιτιολογική έκθεση των λόγων που δικαιολογούν την πρόθεση τους για κατάρτιση ειδικής συλλογικής σύμβασης εργασίας προς το Συμβούλιο Κοινωνικού Ελέγχου Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.Κ.Ε.Ε.Ε.), το οποίο και γνωμοδοτεί για τη σκοπιμότητα της κατάρτισης της, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία είκοσι (20) ημερών μετά την πάροδο της οποίας τεκμαίρεται η χορήγηση της. Με την ίδια διαδικασία συμφωνείται και η τυχόν παράταση της. 4. Η συλλογική σύμβαση εργασίας αυτής της παραγράφου αρχίζει από την υπογραφή της και είναι έγκυρη, σύμφωνα με τα ισχύοντα στο άρθρο 5 του παρόντος νόμου. 5. Σε περίπτωση παραβίασης των όρων του άρθρου αυτού, η ειδική επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας είναι άκυρη και σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, η αποζημίωση απόλυσης υπολογίζεται με βάση τις αποδοχές της αντίστοιχης κλαδικής συλλογικής σύμβασης εργασίας. 6. Οποιαδήποτε μείωση των αποδοχών των εργαζομένων κατά παράβαση των συμφωνημένων στο πλαίσιο της ειδικής επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας, συνιστά μη εμπρόθεσμη καταβολή νομίμων αποδοχών, για την οποία εφαρμόζονται ο α.ν. 690/1945, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 8 παρ. 1 του ν. 2336/1995».

Από τη συνδυαστική ερμηνεία και εφαρμογή τόσο των διατάξεων των τυπικών νόμων , όσο και των συνταγματικών, που αναφέρθησαν ανωτέρω, προκύπτει κατ’ αρχήν ο ουσιώδης ρόλος της διαπραγμάτευσης ως δικαιώματος και υποχρέωσης  για την κατάρτιση μιας συλλογικής σύμβασης εργασίας( ΑΠ 1040/2009, ΕΦΑΘ825/2007).  Πρόκειται, ουσιαστικά, για την τήρηση ορισμένου τύπου και προδικασίας απαραίτητης ώστε η συλλογική σύμβαση εργασίας να περιβάλλεται κύρους και νομιμότητας( ΑΠ 1040/2009). Οι τελικές διατυπώσεις για την κατάρτιση συλλογικών συμβάσεων ολοκληρώνονται με την γνωστοποίηση κατάρτισής τους στην Επιθεώρηση Εργασίας σχετικώς με τον τόπο και τα θέματα διαπραγμάτευσης.

Αναφορικά με τις ΕΣΣΕ, οι αλλαγές του νομοθέτη το έτος 2011 συνίστανται στην απλοποίηση του τρόπου σύναψής τους , καθώς αυτές συνάπτονται κατά σειρά προτεραιότητας από την συνδικαλιστική οργάνωση της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης που καλύπτει τους εργαζομένους ανεξαρτήτως θέσης ή ειδικότητάς τους στην επιχείρηση, άλλως από την ένωση προσώπων, η οποία προβλεπόταν αρχικώς δυνάμει του Ν. 1264/1982( άρθρο 1 παρ. 3), ως πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση αποτελούμενη από 10 τουλάχιστον εργαζομένους και ιδρυόμενη με σχετική πράξη που κατατίθετο στον Γραμματέα του Ειρηνοδικείου της έδρας της επιχείρησης. Υπό το πρίσμα των αλλαγών που επέφερε ο Ν. 4024/2011, η ένωση προσώπων ιδρύεται, πλέον από δύο τουλάχιστον εργαζομένους χωρίς η διάρκειά της έχει χρονικό περιορισμό. Τρίτη κατά σειρά στην ικανότητα σύναψης της ΕΣΣΕ είναι η πρωτοβάθμια κλαδική οργάνωση. Πλην των εν λόγω αλλαγών, καίριας σημασίας είναι η αλλαγή που επήλθε δια του ανωτέρω νόμου στο θέμα συρροής επαγγελματικής συλλογικής σύμβασης εργασίας με άλλα είδη συλλογικών συμβάσεων , ώστε να κατισχύει η επιχειρησιακή της κλαδικής ή της ομοιοεπαγγελματικής – επί τυχόν συρροής τους-  καταργώντας την αρχή της ευνοϊκότερης ρύθμισης, υπό τον όρο να μην περιέχει δυσμενέστερους όρους εργασίας για τους μισθωτούς από τους όρους που προβλέπονται δια της Εθνικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας.

Με τις νομοθετικές τροποποιήσεις του Ν. 1876/1990 στο θέμα των επιχειρησιακών συλλογικών συμβάσεων, απλοποιείται η διαδικασία σύναψής τους παρέχοντας πλέον ευρεία δυνατότητα σε πολλές επιχειρήσεις να θεσπίζουν όρους εργασίας μέσω αυτών, διευρύνεται η υποχρεώτικότητά τους για όλους τους εργαζομένους ανεξαρτήτως ειδικότητας και θέσης τους στην επιχείρηση που συνάπτει ΕΣΣΕ, αφού οι κανονιστικοί όροι της ΕΣΣΕ δεσμεύουν αυτούς, φέροντας άμεση και αναγκαστική ισχύ, ωστόσο διατηρείται η αρχή της εύνοιας μεταξύ πηγών διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας( ΑΠ 879/2009)

Εύλογα ανακύπτει το ερώτημα εάν η αλλαγή της σύμβασης εργασίας λόγω θέσπισης ΕΣΣΕ μπορεί να αποτελεί μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας και να υποδηλώνει σιωπηρή καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους του εργοδότη.

Νομολογιακώς  έχει κριθεί( ΑΠ 251/2012) ότι ο εργοδότης οφείλει να τηρεί πρωτίστως τη διαδικασία σύναψης ΕΣΣΕ, κατά τις διατυπώσεις που επισημάναμε ανωτέρω, αλλά και με ειδική συμφωνία με τον μισθωτό να ορίζει ρητώς την παραπομπή του στο πεδίο εφαρμογής της ΕΣΣΕ. Απλή έγγραφη  γνωστοποίηση σημειώματος μισθοδοσίας  κατά τους όρους του ΠΔ 156/1994( ΦΕΚ Α’/102/5-7-1994) δεν σημαίνει ότι επέρχεται και αλλαγή σύμβασης, αφού ο εργοδότης οφείλει να γνωστοποιήσει επαρκώς τους όρους σύμβασης, με αναφορά στην ισχύουσα ΣΣΕ, παραδίνοντας νέα γραπτή σύμβαση στον εργαζόμενο,  διαμορφωμένη με τους όρους της ΣΣΕ, το δε, νέο έγγραφο πρέπει να παραδίδεται στον εργαζόμενο εντός ενός μήνα από την κατάρτιση της ΕΣΣΕ , άλλως ο εργοδότης βαρύνεται με διοικητικής φύσεως κυρώσεις, ήτοι χρηματικό πρόστιμο.

Επομένως, από μόνη της η κατάρτιση της ΕΣΣΕ χωρίς τήρηση των ανωτέρω δεν είναι ικανή να επιφέρει αποτελέσματα καταγγελίας της ατομικής σύμβασης εργασίας, εξομοιούμενη με αυτήν, καθώς ο εργοδότης, στο μέτρο που  τηρεί το πλαίσιο κατάρτισης, και γνωστοποίησης των όρων της ΣΣΕ, δεν  μπορεί να θεωρηθεί ότι παραβαίνει τις υποχρεώσεις του και αναγκάζει τους εργαζόμενους να αποδεχθούν δυσμενείς ενδεχομένως εργασιακούς όρους.

Αποτιμώντας, επομένως το νέο πλαίσιο λειτουργίας των ΕΣΣΕ, γίνεται αντιληπτό ότι παρέχεται πλέον ευρύτατη εξουσία θέσπισής τους, χωρίς, εν τούτοις να θίγεται ο βασικός πυρήνας του δικαιώματος της συνδικαλιστικής ελευθερίας, ούτε οι ευμενέστερες διατάξεις των ατομικών συμβάσεων εργασίας ή της εκάστοτε ισχύουσας Εθνικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας. Μόνο σε μια τέτοια περίπτωση θα μιλούσαμε για καταστρατήγηση των συνταγματικών δικαιωμάτων και των εργασιακών ελευθεριών.

nomocultus
Βασιλέως Αλεξάνδρου 114 Περιστέρι, ΤΚ 12134, Αθήνα
+30 2155304867
kat85saiti@yahoo.gr

ΤΗΛΕΦΩΝΟ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Copyright © Nomocultus 2020

https://nomocultus.gr/wp-content/uploads/2023/02/e-banner_orizontio60X468.jpg