Εκπαιδευτικό δίκαιοΣυνταξιοδότηση εκπαιδευτικώνΠΑΡΑΒΑΣΗ ΑΡΘΡΟΥ 22 ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ , ΑΡΧΗΣ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΜΕΝΗΣ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗΣ ΔΙΟΙΚΟΥΜΕΝΟΥ & ΑΡΧΗΣ ΙΣΟΤΗΤΑΣ

13 Δεκεμβρίου 2020

Σύμφωνα με τη νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων, το εφάπαξ βοήθημα αποτελεί παροχή κοινωνικής ασφάλισης, καθώς κατά γραμματική ερμηνεία σχετικών αποφάσεων( ΑΠ 17/2005, 30/2009, 10/2012, ΑΕΔ 5/2007, ΣΤΕ 3231/2008, ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ), ορίζεται ότι στο σύστημα παροχών και αντιπαροχών της κοινωνικής ασφάλισης , εντάσσεται και η παροχή εφάπαξ αποζημίωσης στους αποχωρούντες εκ της υπηρεσίας τους. Το εφάπαξ βοήθημα συνιστά ασφαλιστικό κεφάλαιο προερχόμενο από τις εισφορές αποδοχών των ασφαλισμένων , ερείδεται δε, ως προς τη φύση του στη συνταγματική διάταξη του άρθρου 22 του Συντάγματος( ΣΤΕ3115/ 1979, ΝοΒ 1980, σ. 1276). 

Καίτοι κατά την άποψη της θεωρίας φέρει αποταμιευτικό χαρακτήρα χωρίς να έχει θεσμικό ρόλο και να εγγυάται την κοινωνική αλληλεγγύη, αλλά συνιστά μέσο για την επίτευξη της κοινωνικής αλληλεγγύης ως ειδικότερου σκοπού της κοινωνικής ασφάλισης ( Ψηλός, ΔΕΝ 2000, σ. 545 επ., Αθ. Πετρόγλου, Σκέψεις με αφορμή την ΣΤΕΟΛ 3231/2008, ΕΔΚΑ 2008,σ. 885 επ.), το επιχείρημα αυτό  αίρεται από την αρχή του ασφαλιστικού κινδύνου , η οποία προβλέπεται νομοθετικά, και συνίσταται, εν προκειμένω,  σε κάλυψη του κοινωνικού κινδύνου της μετάβασης από τον εργασιακό βίο στην συνταξιοδοτική αργία, υπό τον όρο της αμοιβαιότητας ,  της  κοινωνικής αλληλεγγύης και της ανταποδοτικότητας( Α. Στεργίου, Οι θεμελιώδεις αξίες της κοινωνικής ασφάλισης, ΕΔΚΑ, 2006, σ. 903-905). Αναφορικά με την τελευταία,  η νομολογία κινείται άλλοτε στην ύπαρξη πλήρους ευχέρειας του νομοθέτη ως προς τον καθορισμό του ύψους , του υπολογισμού των ασφαλιστικών παροχών και της μεταβολής δικαιωμάτων( ΣΤΕ 3125/1992, ΔΕΦΑΘ1227/2008) και ενίοτε στην ανάγκη τήρησης αναλογικότητας μεταξύ εισφορών και παροχών,  ώστε να εξασφαλίζεται και να μη θίγεται η αρχή της ισότητας. 

 Η  ελλειπτική διατύπωση του άρθρου 22 παρ. 5 του Συντάγματος που συνιστά θεσμική εγγύηση ( Κ. Χρυσόγονος, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, Νομική Βιβλιοθήκη, 2006, σ. 568 επ.) παρέχει στον νομοθέτη μεγάλη ευχέρεια ρύθμισης των ζητημάτων της κοινωνικής ασφάλισης- στα οποία εντάσσεται σύμφωνα με τα ανωτέρω και το εφάπαξ βοήθημα – , μολοταύτα, υφίστανται περιορισμοί στο εν λόγω δικαίωμα προς διασφάλιση άλλων συνταγματικών εννόμων αγαθών και αρχών αλλά και διαφύλαξη ουσιωδών στοιχείων του θεσμού της κοινωνικής ασφάλισης.  Ειδικότερα, η κοινωνική ασφάλιση πρέπει να τελεί σε εναρμόνιση τόσο  με τις αρχές της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικουμένου( άρθρα 5 παρ. 1 και 25 Συντάγματος), την αρχή της ισότητας υπό την έκφανση της ίσης μεταχείρισης των ασφαλισμένων κατά την ρύθμιση του κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος( άρθρο 4 παρ. 1, 22 παρ. 5 Συντάγματος) και την αρχή της αναλογικότητας ( άρθρο 25 Συντάγματος), όσο και με αρχές που θεσπίζονται από διατάξεις υπερονομοθετικής ισχύος( άρθρο 1 Α’ Πρόσθετου Πρωτοκόλλου ΕΣΔΑ), ώστε να διαφυλάσσεται η ανταποδοτικότητα, η αλληλεγγύη, η καθολικότητα, ο δημόσιος χαρακτήρας και η κάλυψη ασφαλιστικών κινδύνων. Η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 5 του Συντάγματος καθορίζει υπό γενικό τρόπο την έκταση και το είδος της ασφαλιστικής προστασίας δίχως να εγγυάται την προστασία των διοικουμένων επί δυσμενών νομοθετικών αλλαγών που περιορίζουν δραστικά τα δικαιώματα κοινωνικής ασφάλισης και θέτουν υπό αμφισβήτηση την βιωσιμότητα του θεσμού, ειδικά εφόσον δεν έχουν προηγηθεί αναλογιστικές μελέτες που να δικαιολογούν την επί τω χείρω μεταβολή( πρβλ απόσπασμα από τα  Πρακτικά της 1ης Ειδικής Συνεδρίασης της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου της 20ης Απριλίου 2016 που  περιλαμβάνουν την κατά το άρθρο 73 παρ. 2 του Συντάγματος Γνωμοδότηση για το σχέδιο νόμου «Ενιαίο σύστημα κοινωνικής ασφάλειας – Εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης», που στάλθηκε στο Ελεγκτικό Συνέδριο, με το 44838/0092/14.4.2016 έγγραφο του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών αναφέρονται μεταξύ άλλων τα εξής: «δεν συνάγεται ότι έχουν συνταχθεί και ληφθεί υπόψη αναλογιστικές μελέτες, ώστε να μπορεί να τεκμηριωθεί ότι το πλέγμα των διατάξεων αυτών και οι απονεμόμενες εφεξής παροχές, σε συνδυασμό με τα επιβαλλόμενα στους ασφαλισμένους βάρη θα λειτουργήσει μελλοντικά επ’ ωφελεία των συνταξιούχων και θα επιφέρει, έστω και μακροπρόθεσμα, μία δίκαιη εξισορρόπηση του ευρύτερου κοινωνικού συμφέροντος (βιωσιμότητα συνταξιοδοτικού συστήματος) με τον νυν επιχειρούμενο περιορισμό των δικαιωμάτων και των νομίμων προσδοκιών τους, ούτε και αιτιολογείται η αδυναμία θεσμοθέτησης ηπιότερων εναλλακτικών μέτρων για την κατηγορία των συνταξιούχων που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος σχεδίου νόμου και να εξετασθεί η συνολική επιβάρυνσή της από τα διαδοχικώς θεσπιζόμενα σε βάρος της μέτρα (άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος)». 

Από την γραμματική διατύπωση και τελολογική ερμηνεία των ως άνω  συνταγματικών διατάξεων , προκύπτει κατ’αρχήν ότι η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ως σταθερή πεποίθηση του διοικουμένου στη διατήρηση εννόμων σχέσεων υφιστάμενων για ικανό χρονικό διάστημα με αποχή του κράτους από απρόβλεπτες και αυθαίρετες επεμβάσεις,  εφαρμοζόμενη και στην κοινωνική ασφάλιση και τα εξ αυτής αναφυόμενα θέματα εφάπαξ παροχών, τελεί  υπό τον περιορισμό του δημοσίου συμφέροντος, αλλά και την στάθμιση και πρακτική εναρμόνιση δικαιωμάτων  του κράτους ( δημόσιο συμφέρον)έναντι ατομικών ( κατάσταση διοικουμένου, βαρύτητα επέμβασης). Η δυσμενής νομοθετική παρέμβαση σε ώριμες ασφαλιστικές προσδοκίες απαιτείται να λαμβάνει χώρα με μεταβατικές διατάξεις. Επιπρόσθετα, ο περιορισμός του ύψους των παροχών της κοινωνικής ασφάλισης, μεταξύ των οποίων και του εφάπαξ βοηθήματος πρέπει να τελεί υπό την διαφύλαξη του δημοσίου συμφέροντος και την αρχή της αναλογικότητας, ήτοι την αναλογία και την προσφορότητα μέσου και επιδιωκόμενου σκοπού. 

 Ειδικά στην περίπτωση της κοινωνικής ασφάλισης  , στην οποία κρίσιµος είναι ο χρόνος θεµελίωσης του ασφαλιστικού δικαιώµατος και υποβολής της σχετικής αίτησης, με την υποβολή της τελευταίας ,  ιδρύεται η νόµιµη αρµοδιότητα των ασφαλιστικών φορέων να ελέγξουν αν υπάρχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις προστασίας που θεµελιώνουν το ασφαλιστικό δικαίωµα. Ο χρόνος ασκήσεως του ασφαλιστικού δικαιώµατος µε την υποβολή αίτησης αποτελεί οπωσδήποτε αντικειµενικό κριτήριο για τη διαφοροποίηση των ασφαλισµένων σε περίπτωση νοµοθετικής µεταβολής, ώστε η εξοµοίωση της αντιµετώπισης των αιτηµάτων ανεξαρτήτως του χρόνου υποβολής τους πριν ή µετά τη νοµοθετική µεταβολή, να θέτει θέµα παραβίασης του άρθρου 4 §1 του Συντάγµατος, που επιτάσσει τη διαφορετική µεταχείριση διαφορετικών περιπτώσεων( ΣΤΕ 718/2006, 2900/2008, ΕΛΣΥΝ 581/2007). 

 Εφαρµοστέο δίκαιο στην περίπτωση αυτή είναι το ισχύον κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης και όχι το ισχύον κατά τον χρόνο έκδοσης της διοικητικής πράξης απονομής ασφαλιστικής παροχής δίκαιο , αφού η εξάρτηση εφαρμογής νεότερου και δυσμενέστερου νομοθετικού καθεστώτος από τον χρόνο έκδοσης της πράξης, εμπίπτει στη σφαίρα της διοίκησης και καθορίζεται από περιστατικά που δεν ανάγονται σε υπαιτιότητα του διοικουμένου( λ.χ. φόρτος εργασίας, αμελής εκτέλεση καθηκόντων διοικητικών οργάνων,ΕΛΣΥΝ 581/2007).  Κατ’ εξαίρεση εφαρµόζεται, και µάλιστα αυτεπάγγελτα, ο νεότερος νόµος που τίθεται σε ισχύ µέχρι την οριστική κρίση του συνταξιοδοτικού δικαιώµατος µόνο στην περίπτωση που αυτός είναι ευµενέστερος για το υπό κρίση πραγµατικό (ΣτΕ 4776/1998, 2097/1996, 1176/1992, 1943/1992, 1007/1990). Περαιτέρω αν καταργηθεί ευµενέστερος νόµος, οι εκκρεµείς αιτήσεις εξακολουθούν να διέπονται από τον καταργηθέντα, εκτός αν ο νεότερος νόµος εξακολουθεί να περιέχει κατά περίπτωση ευµενέστερες διατάξεις για το πραγµατικό των εκκρεµών αιτήσεων, οπότε εφαρµόζεται και επί των αιτήσεων αυτών(Σπηλιωτόπουλος, Επ., Εγχειρίδιο ∆ιοικητικού ∆ικαίου Ι, Αθήνα-Κοµοτηνή 2007, σελ. 110). Αν και  ο κοινός νοµοθέτης δεν κωλύεται κατ’ αρχήν να προσδώσει σε νόµο αναδροµική ισχύ, και να µεταβάλει αναδροµικά τις κείµενες ουσιαστικές ρυθµίσεις οπωσδήποτε όµως υπό προϋποθέσεις,  έχει  κριθεί νοµολογιακά ότι αυτή η επέµβαση δεν θα πρέπει να αποτελεί ευθεία ακύρωση διοικητικής πράξης, της οποίας η νοµιµότητα είναι εκκρεµής ενώπιον των δικαστηρίων, να µην προσβάλλει το δεδικασµένο ή την αρχή της αναδροµικότητας διατάξεων που επιβάλλουν κυρώσεις, να αιτιολογείται από λόγους δηµοσίου συµφέροντος και να µην προσβάλλει την αρχή της αναλογικότητας. Ο νόµος εξάλλου επιβάλλεται να έχει αναδροµική ισχύ, όταν η αναδροµικότητα αποτελεί µέσο πραγµάτωσης του περιεχοµένου και της αρχής της ισότητας στην πράξη, το οποίο δύναται να συµβαίνει κυρίως όταν α) ο νόµος συµπληρώνει ή τροποποιεί προηγούµενη νοµοθετική ρύθµιση και εντάσσει σε αυτή ή αντιθέτως εξαιρεί από αυτήν περιπτώσεις οι οποίες, βάσει της αρχής της ισότητας κρίθηκε αντιστοίχως ότι κατά τρόπο αντισυνταγµατικό είτε εξαιρέθηκαν από την εφαρµογή της είτε εντάχθηκαν στο πλαίσιο της, ή β) η αναδροµικότητα επιβάλλεται για την ικανοποίηση αναγκών που αφορούν είτε το γενικότερο, δηµόσιο ή κοινωνικό, συµφέρον είτε υπέρτερο εθνικό συµφέρον. 

nomocultus
Βασιλέως Αλεξάνδρου 114 Περιστέρι, ΤΚ 12134, Αθήνα
+30 2155304867
kat85saiti@yahoo.gr

ΤΗΛΕΦΩΝΟ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Copyright © Nomocultus 2020

https://nomocultus.gr/wp-content/uploads/2023/02/e-banner_orizontio60X468.jpg