ΑρθρογραφίαΕκπαιδευτικό δίκαιοΣτΕ Ολομ 2114/2021: Σύμφωνες με το Σύνταγμα οι διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 4713/2020 για την αναμόρφωση του καθεστώτος εργασίας των ιδιωτικών εκπαιδευτικών λειτουργών ΣτΕ Ολομ 2114/2021

9 Δεκεμβρίου 2021

ΣτΕ Ολομ 2114/2021: Σύμφωνες με το Σύνταγμα οι διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 4713/2020 για την αναμόρφωση του καθεστώτος εργασίας των ιδιωτικών εκπαιδευτικών λειτουργών

ΣτΕ Ολομ 2114/2021

Πρόεδρος: Ε. Σαρπ

Εισηγητής: Σ. Κτιστάκη, Σύμβουλος

 

Οι διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 4713/2020, με τις οποίες αναμορφώθηκε το καθεστώς των συμβάσεων εργασίας των ιδιωτικών εκπαιδευτικών λειτουργών και θεσπίσθηκε η αρχή της αναιτιώδους καταγγελίας των συμβάσεών τους, δεν αντίκεινται στο άρθρο 16 παρ. 2 και 8 του Συντάγματος.

 

Mε την απόφαση 2114/2021 κρίθηκε ότι οι διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 4713/2020 για την αναμόρφωση του καθεστώτος εργασίας των ιδιωτικών εκπαιδευτικών λειτουργών είναι σύμφωνες με το Σύνταγμα.

Κατ’ αρχάς, έγινε κατά πλειοψηφία δεκτό (με μειοψηφία επτά Συμβούλων και ενός Παρέδρου) ότι το δευτεροβάθμιο συνδικαλιστικό σωματείο (ομοσπονδία) των ιδιωτικών εκπαιδευτικών λειτουργών δεν έχει έννομο συμφέρον να προσβάλει ατομικού χαρακτήρα πράξη αφορώσα σε απόλυση ιδιωτικού εκπαιδευτικού λειτουργού.

Στη συνέχεια, το Συμβούλιο της Επικρατείας, ερμηνεύοντας τις διατάξεις του ν. 682/1977, όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το ν. 4713/2020, δέχθηκε ότι η λύση της εργασιακής σχέσης του διδακτικού προσωπικού των ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων σε περίπτωση καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους επέρχεται μόλις περιέλθει η σχετική δήλωση βούλησης στον εργαζόμενο εκπαιδευτικό, για την επέλευση, όμως, του νομικού αποτελέσματος της καταγγελίας εκδίδεται υποχρεωτικώς σχετική διαπιστωτική πράξη από τον αρμόδιο προς τούτο Διευθυντή Εκπαίδευσης.

Ακολούθως, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 4713/2020, οι οποίες προβλέπουν αφενός τη σύναψη συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου για όλους τους διδάσκοντες στα ιδιωτικά σχολεία, με κατάργηση της προγενέστερης ρύθμισης περί υποχρέωσης σύναψης συμβάσεων ορισμένου χρόνου διετούς διάρκειας, αφετέρου δε την υπαγωγή των ζητημάτων πρόσληψης, απασχόλησης και λύσης των εργασιακών τους σχέσεων στις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις της κοινής εργατικής νομοθεσίας, δεν αντίκεινται στο άρθρο 16 παρ. 2 και 8 του Συντάγματος. Τούτο, δε, διότι, όπως έγινε δεκτό, οι διατάξεις αυτές αποσκοπούν στην αρτιότερη και ομαλότερη λειτουργία των ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων, καθώς και στην εξυπηρέτηση του συμφέροντος της εκπαίδευσης, και για το λόγο ότι εξασφαλίζουν στους ιδιωτικούς εκπαιδευτικούς λειτουργούς σταθερές, κατά το δυνατόν, συνθήκες εργασίας, ώστε να μπορούν απερίσπαστοι να εκτελούν τα καθήκοντά τους για την αποτελεσματικότερη εκπλήρωση του σκοπού της παιδείας, ο οποίος έχει αναχθεί σε συνταγματικό λόγο δημοσίου συμφέροντος.

Εξ άλλου, όπως επίσης έγινε δεκτό, οι ανωτέρω διατάξεις του ν. 4713/2020, με τις οποίες υιοθετήθηκε ο κανόνας του εργατικού δικαίου περί της αναιτιώδους καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου των ιδιωτικών εκπαιδευτικών από τον εργοδότη, δεν αντίκεινται σε κάποια συνταγματική διάταξη ή αρχή, δεδομένου άλλωστε ότι ο νομοθέτης διαθέτει κατά το Σύνταγμα ευρεία εξουσία καθορισμού του περιεχομένου της παρεχόμενης στους ιδιωτικούς εκπαιδευτικούς προστασίας. Η κατά τα ανωτέρω δε αναγνώριση «διοικητικής ευελιξίας» στους ιδιοκτήτες των ιδιωτικών σχολείων, όσον αφορά τη διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού τους, μέσω της κατάργησης των προγενέστερων ρυθμίσεων που προέβλεπαν την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των ιδιωτικών εκπαιδευτικών μόνο για συγκεκριμένους λόγους, τελεί, σύμφωνα με το Δικαστήριο, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση της υποχρέωσης σεβασμού όχι μόνον των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας, αλλά και των ειδικότερων διατάξεων του ν. 682/1977 σχετικά με την υπηρεσιακή κατάσταση των ιδιωτικών εκπαιδευτικών. Ταυτόχρονα, όμως, για τη διασφάλιση του αποτελεσματικού ελέγχου της νομιμότητας και καταχρηστικότητας της γενόμενης καταγγελίας προβλέπεται, με τις διατάξεις του ν. 4713/2020, ο έλεγχός της από τα αρμόδια προς τούτο πολιτικά δικαστήρια, ενώπιον των οποίων δύνανται να προσφεύγουν οι ως άνω εκπαιδευτικοί, επικαλούμενοι το άρθρο 281 ΑΚ και προβάλλοντας συγκεκριμένους ισχυρισμούς για υπέρβαση των ορίων που θέτει η διάταξη του άρθρου αυτού στο δικαίωμα της καταγγελίας.

Συναφώς, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι το Σύνταγμα, σε αντίθεση με άλλες κατηγορίες λειτουργών και υπαλλήλων, όπως οι δικαστικοί λειτουργοί, οι υπάλληλοι της γραμματείας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών και οι δημόσιοι υπάλληλοι, δεν προβλέπει υπέρ των ιδιωτικών εκπαιδευτικών λειτουργών τη θέσπιση καθεστώτος “οιονεί μονιμότητας”, παρά μόνον την άσκηση ελέγχου και εποπτείας επί της ιδιωτικής εκπαίδευσης και τη ρύθμιση της υπηρεσιακής τους κατάστασης, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να εξυπηρετείται η εύρυθμη και ομαλή λειτουργία των ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων και η διασφάλιση και βελτίωση της παρεχόμενης από αυτά εκπαίδευσης, στο πλαίσιο άσκησης του δημοσίου λειτουργήματός τους. Εξ άλλου, η θέσπιση καθεστώτος μονιμότητας δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι συνιστά εγγύηση για τη διασφάλιση της «παιδαγωγικής ελευθερίας» των ιδιωτικών εκπαιδευτικών λειτουργών, δεδομένου ότι τέτοια ελευθερία δεν αναγνωρίζεται, ούτε κατοχυρώνεται ρητώς στο άρθρο 16 του Συντάγματος.

Περαιτέρω, στο πλαίσιο αυτό κρίθηκε ότι ναι μεν ο κοινός νομοθέτης θεσπίζει υπέρ των ιδιωτικών εκπαιδευτικών εγγυήσεις, άμεσα σχετιζόμενες με την υπηρεσιακή τους κατάσταση, με σκοπό την αποτελεσματικότερη άσκηση του λειτουργήματός τους, πλην όμως η συνταγματική επιταγή περί εξασφάλισης από τα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια γενικής εκπαίδευσης ομοίου κατά βάση τύπου και περιεχομένου με την παρεχόμενη από τα κρατικά εκπαιδευτήρια δεν εκτείνεται, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 16 παρ. 2 και 8 του Συντάγματος, μέχρι του σημείου της υποχρεωτικής ταύτισης του εργασιακού καθεστώτος των ιδιωτικών εκπαιδευτικών με αυτό των εκπαιδευτικών της δημόσιας εκπαίδευσης.

Τέλος, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο νομοθέτης διαθέτει κατά το Σύνταγμα ευρεία εξουσία καθορισμού του περιεχομένου, της έντασης και της έκτασης της εποπτείας, η οποία μπορεί να είναι είτε προληπτική είτε κατασταλτική και η οποία, πάντως, οφείλει να έχει ως αντικείμενο τη διασφάλιση εκπαιδευτικών υπηρεσιών ενδεδειγμένης στάθμης και, ταυτόχρονα, να σέβεται το δικαίωμα του εκπαιδευτικού φορέα στον καθορισμό του προσανατολισμού του ιδιωτικού σχολείου. Με τις σκέψεις αυτές, κρίθηκε ότι η θεσπισθείσα με τις διατάξεις του ν. 4713/2020 κατάργηση της διαδικασίας του προληπτικού ελέγχου νομιμότητας της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας των ιδιωτικών εκπαιδευτικών από τριμελή ανεξάρτητη επιτροπή δικαστικών λειτουργών των πολιτικών δικαστηρίων, που προέβλεπε το προγενέστερο νομοθετικό καθεστώς, η αντικατάστασή της από μία διαδικασία τυπικού μόνον ελέγχου της νομιμότητας, που συνίσταται στη διαπίστωση της διενέργειας και της νομότυπης κοινοποίησης της καταγγελίας, την οποία ακολουθεί η έκδοση της σχετικής διαπιστωτικής πράξης απόλυσης και η πρόβλεψη εφεξής άσκησης δικαστικού μόνον ελέγχου της νομιμότητας και καταχρηστικότητας αυτής από τα αρμόδια προς τούτο πολιτικά δικαστήρια, δεν αντίκεται στο άρθρο 16 παρ. 8 του Συντάγματος. Το δε Κράτος, σύμφωνα με τα κριθέντα, εξακολουθεί να ασκεί πλήρως κατά τα λοιπά την εποπτεία του στη λειτουργία των ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων και στην υπηρεσιακή κατάσταση του διδακτικού τους προσωπικού.

Σύμφωνα με τη μειοψηφήσασα άποψη δύο Συμβούλων, κατά παράβαση του Συντάγματος (άρθρο 16 παρ. 2 και 8) η επίμαχη ρύθμιση του ν. 4713/2020 καταργεί την εποπτεία του Κράτους επί του ζητήματος της λύσης της σύμβασης εργασίας των ιδιωτικών εκπαιδευτικών, εφόσον δεν προκύπτει ότι αυτή εξυπηρετεί το συμφέρον και την καλή λειτουργία της εκπαίδευσης. Η νέα διάταξη εξομοιώνει τους εκπαιδευτικούς προς τους λοιπούς εργαζομένους του ιδιωτικού τομέα, καθόσον αφορά το καθεστώς της απόλυσής τους, παραγνωρίζοντας την, κατά το Σύνταγμα, ιδιαιτερότητα του εκπαιδευτικού λειτουργήματος. Η δε μονόπλευρη ενίσχυση της ελευθερίας του ιδιοκτήτη του ιδιωτικού σχολείου να απολύει το διδακτικό προσωπικό αναιτιωδώς και χωρίς ουσιαστικό έλεγχο από τη Δημόσια Διοίκηση, είναι πρόσφορη να οδηγήσει στην άσκηση του εκπαιδευτικού έργου υπό τον φόβο της αυθαίρετης καταγγελίας της σχέσης εργασίας του εκπαιδευτικού και να παραβλάψει την ανεξαρτησία του έναντι του ιδιοκτήτη του ιδιωτικού εκπαιδευτηρίου και κάθε τρίτου, επί ζημία της παρεχόμενης εκπαίδευσης και των μαθητών. Τέλος, η δυνατότητα του απολυθέντος εκπαιδευτικού να προσφύγει στα πολιτικά Δικαστήρια δεν αρκεί προκειμένου να θεωρηθεί ότι η ρύθμιση συνάδει προς το Σύνταγμα, διότι επιρρίπτεται σε αυτόν το βάρος της απόδειξης ότι η καταγγελία υπήρξε καταχρηστική, ενώ, εξ άλλου, η δυνατότητα αυτή δεν αναιρεί την απομάκρυνση του εκπαιδευτικού από το διδακτικό του έργο και τη διακοπή του δεσμού του με το σχολείο και τους μαθητές του, χωρίς τον προσήκοντα κρατικό έλεγχο. Δεν δικαιολογείται η ολοσχερής κατάργηση οποιασδήποτε παρέμβασης του Κράτους επί του – ουσιωδέστατου για την οργάνωση και λειτουργία του ιδιωτικού σχολείου και της εκπαίδευσης εν γένει – ζητήματος της απόλυσης ιδιωτικών εκπαιδευτικών.

 

ΠΗΓΗ: WWW.ADJUSTICE.GR

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ

 

Σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 4713/2020 προβλέπονται τα κάτωθι:

Το άρθρο 30 του ν. 682/1977 αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 30 Σχέση εργασίας

  1. Οι διδάσκοντες στα ιδιωτικά και στα ισότιμα σχολεία εκπαιδευτικοί προσλαμβάνονται και απασχολούνται δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και υπάγονται ως προς τα ζητήματα πρόσληψης, απασχόλησης και λύσης των εργασιακών τους σχέσεων στις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις της κοινής εργατικής νομοθεσίας, με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων για τους ιδιωτικούς εκπαιδευτικούς και ιδίως, του άρθρου 36 του παρόντος νόμου.
  2. Κατά τον δικαστικό έλεγχο της νομιμότητας και της καταχρηστικότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ιδιωτικού εκπαιδευτικού της παρ. 1, εξετάζεται ιδίως, εάν η καταγγελία αποτελεί αθέμιτη εργοδοτική αντίδραση σε συμπεριφορές του ιδιωτικού εκπαιδευτικού νόμιμες και συμβατικές.»
  3. Στο άρθρο 37 του ν. 682/1977 προστίθεται παρ. 5 ως εξής:

«5. Σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης εργασίας εκπαιδευτικού ισοτίμου ιδιωτικού σχολείου, εκδίδεται σχετική πράξη από το αρμόδιο όργανο του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων.»

Τον πολιτικό δικαστή απασχόλησε εν προκειμένω  η τυχόν αντίθεση της παραπάνω διάταξης με τις συνταγματικές επιταγές  και τους σκοπούς της παιδείας ως εννόμου αγαθού καθώς και της αρχής του φυσικού δικαστή.

Κρίθηκε ότι είναι σύμφωνη με τις ως άνω συνταγματικές επιταγές η υπαγωγή των διδασκόντων ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων στις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας , λαμβάνοντας υπόψη τις λειτουργικές τους ανάγκες , τους εκπαιδευτικούς σκοπούς  και την ομαλή επιτέλεση των εκπαιδευτικών στόχων και επιτέλεσης των καθηκόντων τους.

Η αναιτιώδης φύση της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης των διδασκόντων σε ιδιωτικές εκπαιδευτικές δομές, αφενός εναρμονίζεται πλήρως στους κανόνες εργατικής νομοθεσίας που αφορούν άπαντες τους απασχολούμενους υπό μορφή εξαρτημένης εργασίας, αφετέρου παρέχουν στον διδάσκοντα τη δυνατότητα άμυνας στην περίπτωση που εγείρει καταχρηστικότητα του διαπλαστικού δικαιώματος καταγγελίας από πλευράς του εργοδότη του στα πλαίσια του ελέγχου της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος κατ’ άρθρο 281ΑΚ ως τρόπου ελέγχου του διευθυντικού δικαιώματος το οποίο δεν δύναται να ασκείται απεριορίστως αλλά ελέγχεται δικαστικώς υπό τα κριτήρια του ΑΚ 281.

Από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ. Εξάλλου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου, ή όταν γίνεται για οικονομικοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για την αναδιοργάνωση της επιχειρήσεως του εργοδότη που καθιστά αναγκαία τη μείωση του προσωπικού, εφόσον οι λόγοι αυτοί είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν πράγματι μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία ή όταν είναι πραγματικοί, αλλά δεν έγινε επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια (υπηρεσιακά ή κοινωνικά). Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι` αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ` υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι` αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία/ αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους -που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος -εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ. (AΠ 1148/2017, 1268/2017, ΑΠ 521/2013). Εξάλλου, αν η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη συντελέστηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του εργαζομένου ή συνιστούν αδικοπραξία, ο εργοδότης μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει στο μισθωτό και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 330, 299, 932, 914, 281 του Α.Κ. και 5 παρ. 1 του Συντάγματος (ΑΠ 1148/2017, ΑΠ 84/2010, ΑΠ 1000/2017), ( ΑΠ 1364/2018).

 

 

Η ανάγκη περαιτέρω ελέγχου και εποπτείας της ιδιωτικής εκπαίδευσης μέσω της ρύθμισης της υπηρεσιακής κατάστασης των διδασκόντων που παρέχουν εκπαιδευτικό έργο σε δομές ιδιωτικού  χαρακτήρα υπαγορεύεται και αιτιολογείται από την επιπρόσθετη ανάγκη να διαφοροποιηθούν σε επίπεδο εργασιακών δικαιωμάτων από τους υπηρετούντες στη δημόσια εκπαίδευση εκπαιδευτικούς – δημοσίους υπαλλήλους, των οποίων η εν γένει υπηρεσιακή κατάσταση ρυθμίζεται από συνταγματικές διατάξεις και ειδική νομοθεσία.

Κατά το σκεπτικό της παρατεθείσας υπό σχολιασμό απόφασης:

« Στα πλαίσια προληπτικού ελέγχου νομιμότητας της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας των ιδιωτικών εκπαιδευτικών από τριμελή ανεξάρτητη επιτροπή δικαστικών λειτουργών των πολιτικών δικαστηρίων, που προέβλεπε το προγενέστερο νομοθετικό καθεστώς, η αντικατάστασή της από μία διαδικασία τυπικού μόνον ελέγχου της νομιμότητας, που συνίσταται στη διαπίστωση της διενέργειας και της νομότυπης κοινοποίησης της καταγγελίας, την οποία ακολουθεί η έκδοση της σχετικής διαπιστωτικής πράξης απόλυσης και η πρόβλεψη εφεξής άσκησης δικαστικού μόνον ελέγχου της νομιμότητας και καταχρηστικότητας αυτής από τα αρμόδια προς τούτο πολιτικά δικαστήρια, δεν αντίκεται στο άρθρο 16 παρ. 8 του Συντάγματος. Το δε Κράτος, σύμφωνα με τα κριθέντα, εξακολουθεί να ασκεί πλήρως κατά τα λοιπά την εποπτεία του στη λειτουργία των ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων και στην υπηρεσιακή κατάσταση του διδακτικού τους προσωπικού».

 

Κατά τα ανωτέρω επιρρώνεται πλήρως ο χαρακτήρας της ιδιωτικής εκπαίδευσης ως συμφυούς με τη συνταγματική αποστολή της παιδείας χωρίς να παραβλάπτονται οι ρυθμίσεις κανόνων δικαίου ως εχόντων ισχύ τυπικού νόμου( διατάξεις εργατικής νομοθεσίας) που συνάδουν πλήρως με τους απασχολούμενους – διδάσκοντες ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων.

nomocultus
Βασιλέως Αλεξάνδρου 114 Περιστέρι, ΤΚ 12134, Αθήνα
+30 2155304867
kat85saiti@yahoo.gr

ΤΗΛΕΦΩΝΟ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Copyright © Nomocultus 2020

https://nomocultus.gr/wp-content/uploads/2023/02/e-banner_orizontio60X468.jpg