ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΤΡΙΜΕΛΟΥΣ  ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ

                                          

                                             ΠΡΟΣΦΥΓΗ 

Του…………………….., κατοίκου ……………………………, οδός………………………….., αρ………………. Α.Φ.Μ. …………………., Δ.Ο.Υ. ……………………..

                                                   ΚΑΤΑ

 Της  υπ’αριθμ. ………………….. Αποφάσεων της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής ….’ Τοπικού Υποκαταστήματος Μισθωτών …………………….του  Ε.Φ.Κ.Α. που εδρεύει ………………………..κι εκπροσωπείται νομίμως εκ του Διοικητού του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Ε.Φ.Κ.Α. –Ενιαίος  Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός Αγίου Κωνσταντίνου 8 

  Κάθε συναφούς με την  ως άνω απόφαση  πράξης ή παράλειψης της Διοίκησης 

      Προσφεύγω νομίμως και εμπροθέσμως  κατά της  ως άνω αποφάσεως  , η οποία  κοινοποιήθηκε  σε εμένα στις………………… , αφορώσα  σε απόρριψη της   από …………….αιτήσεων θεραπείας  και  της υπ’αριθμ. Πρωτοκόλλου   …………………. αιτήσεως  θεραπείας που υπέβαλα στο ως άνω Υποκατάστημα ΕΦΚΑ προς ακύρωση της επιβληθείσας  κατά εμού και υπ’αριθμ. ………… Πράξεως Επιβολής Εισφορών ( Π.Ε.Ε.)  και της συναφούς με αυτήν υπ’αριθμ.  ………….  Πράξεως Επιβολής Πρόσθετης Επιβάρυνσης Εισφορών( Π.Ε.Π.Ε.Ε.)  

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΥΠΟΘΕΣΗΣ

Δυνάμει του υπ’αριθμ. Πρωτ. 4727/2015 εγγράφου του ………………….Υποκαταστήματος Μισθωτών με έδρα ………………….. παραπέμθηκε για έλεγχο ασφάλισης στην επιχείρηση που διατηρώ  , ο  ασφαλισμένος……………….  ο οποίος  είχε υποβάλει στο ως άνω Υποκ/μα αίτηση για χορήγηση σύνταξης λόγω γήρατος με ημερομηνία …………..και αρ. πρωτ. …………… και η οποία ασφαλίστηκε στην επιχείρησή μου ως συγγενικό πρόσωπο, ήτοι ……………………

Το καθού Υποκατάστημα ΕΦΚΑ διενήργησε έλεγχο στις …………….. κατά τον οποίο επιβλήθηκε κατά εμού Πράξη Πρόσθετης Επιβολής Εισφορών και συνακολούθως Πράξη  Επιβολής Πρόσθετης Επιβάρυνσης Εισφορών( Π.Ε.Π.Ε.Ε.) ύψους δέκα χιλιάδων διακοσίων τριάντα τριών ευρώ και εβδομήντα πέντε λεπτών( 10.233,75€) λόγω πλημμελούς ασφάλισης του  συγγενούς  μου, ο οποία ασφαλιζόταν  με κωδικό ειδικότητας 419000( λοιποί υπάλληλοι γραφείου) και κωδικό πακέτου κάλυψης εργαζομένων τέως ΙΚΑ-ΕΤΑΜ  αριθμού 101, αντί του κωδικού  154 στο οποίο υπάγονται τα συγγενικά πρόσωπα που υπάγονται στην ασφάλιση του τέως ΙΚΑ-ΕΤΑΜ.   

Καίτοι η αναγραφή του πακέτου κάλυψης στην ασφαλιστική ιστορία της ως άνω εργαζόμενης ήταν πλημμελής, ωστόσο το ασφάλιστρο που καταβλήθηκε κατά τις περιόδους που προκύπτουν διαφορές αποδοχών( 2011-2014& 2005-2012 )  ήταν υψηλότερο του νομίμου, ήτοι ανερχόταν  σε ποσοστό 44,08% αντί του ισχύοντος νομοθετικώς το οποίο και προσδιοριζόταν σε 33,65%,  το καθού προέβη σε διόρθωση της ασφάλισης και καταλογισμό  δίχως να υπολογίσει και να επιστρέψει κατά συνέπεια  τις υπέρ εμού προκύπτουσες διαφορές ασφάλισης οι οποίες ανέρχοταν στο συνολικό ποσό των δεκαοκτώ χιλιάδων τετρακοσίων είκοσι ευρώ και ενεννήντα τριών λεπτών( 18. 420,93€) , ποσό ως προς το οποίο το καθού κατέστη πλουσιότερο χωρίς νόμιμη αιτία σύμφωνα με τα κατωτέρω εκτεθέντα όπως αναλυτικά αναφέρθησαν δια των ενδικοφανών προσφυγών μου και προκύπτουν από μηχανογραφημένους λογαριασμούς ασφάλισης: «

Παρατίθετνται πίνακες κατά το κάτωθι υπόδειγμα(ενδεικτικά κατά το κατωτέρω) 

ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΗΜΕΡΕΣ ΑΠΟΔΟΧΕΣ  ΚΑΤΑΒΛΗΘΕΝΤΑ ΝΟΜΙΜΩΣ ΚΑΤΑΒΛΗΘΕΝΤΑ ΔΙΑΦΟΡΕΣ
1/2005 25 1425,66 628,52 479,73 148,79
2/2005 25 1523,98 671,87 512,82 159,05
3/2005 25 1523,98 671,87 512,82 159,05
4/2005 25 1523,98 671,87 512,82 159,05
ΔΠΑΣΧΑ/05 793,74 349,93 267,09 82,84
5/2005 25 1523,98 671,87 512,82 159,05
6/2005 25 1523,98 671,87 512,82 159,05
7/2005 25 1523,98 671,87 512,82 159,05
ΕΑΔ./05 761,99 335,93 256,40 79,53
8/2005 25 1523,98 671,87 512,82 159,05
9/2005 25 1574,28 694,03 529,75 164,28
10/2005 25 1574,28 694,03 529,75 164,28
11/2005 25 1574,28 694,03 529,75 164,28
12/2005 25 1574,28 694,03 529,75 164,28
ΔΧ/2005 1639,88 722,96 551,82 171,14
1/2006 25 1574,28 694,03 529,75 164,28
2/2006 25 1591,65 701,69 535,59 166,10
3/2006 25 1591,65 701,69 535,59 166,10
4/2006 25 1591,65 701,69 535,59 166,10
ΔΠ/06 829,01 365,48 278,96 86,52
5/2006 25 1591,65 701,69 535,59 166,10
6/2006 25 1834,82 808,90 617,42 191,48
6/2006 ΑΝΑΔΡ 1637,57 721,94 551,04 170,90
7/2006 25 1834,82 808,90 617,42 191,48
ΕΑΔ/06 917,41 404,45 308,71 95,74
8/2006 25 1834,82 808,90 617,42 191,48
9/2006 25 1887,99 832,34 635,31 197,03
10/2006 25 1887,99 832,34 635,31 197,03
11/2006 25 1887,99 832,34 635,31 197,03
12/2006 25 1887,99 832,34 635,31 197,03
ΔΧ/2006 1966,66 867,03 661,78 205,25

Για τα εν λόγω διαστήματα( 1/2005 έως 12/2006) προκύπτουν υπέρ εμού διαφορές από υψηλοτέρως καταβαλλόμενες εξ’εμού εισφορές, τάξεως ……………….€.

Άρα το συνολικό ύψος των οφειλομένων σε εμένα εισφορών ανέρχεται στο ποσό των …………………………………………………………….

Κατά των ανωτέρω αποφάσεων  προσφεύγω για τους κάτωθι νόμιμους, βάσιμους και αληθείς λόγους και όσους πρόκειται να προσθέσω κατά τη συζήτηση της παρούσας

I) ΕΛΛΕΙΨΗ ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣΒΑΛΛΟΜΕΝΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

       Το άρθρο 17 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, κατοχυρώνει νομοθετικά, την υποχρέωση αιτιολογίας όλων των ατομικών διοικητικών πράξεων (ευμενών και δυσμενών) ορίζοντας στην παρ. 1 αυτού ότι «Η ατομική διοικητική πράξη πρέπει να περιέχει αιτιολογία, η οποία να περιλαμβάνει τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά νόμο προϋποθέσεων για την έκδοσή της.». Αιτιολογία είναι, γενικά, η αναφορά των κανόνων δικαίου που ρυθμίζουν την έκδοση της διοικητικής πράξης και της ερμηνείας τους, της διαπίστωσης ότι συντρέχουν οι πραγματικές και νομικές καταστάσεις ενόψει των οποίων επιβάλλεται ή επιτρέπεται η έκδοση της πράξης κατ’ εφαρμογή των κανόνων αυτών, τη διαπίστωση της συνδρομής και την εκτίμηση των σχετικών πραγματικών περιστατικών, καθώς και των σκέψεων του διοικητικού οργάνου που οδήγησαν στην έκδοση ή την άρνηση της έκδοσης της διοικητικής πράξης.  Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας( ΣΤΕ59/1930)  καθιερώνεται  υποχρέωση αιτιολόγησης των διοικητικών πράξεων , διαπλάθοντας σταδιακά την κατασκευή των «εκ φύσεως αιτιολογητέων πράξεων», στις οποίες περιλαμβάνονταν κυρίως οι δυσμενείς πράξεις και οι πράξεις διακριτικής ευχέρειας. 

     Σε ενωσιακό επίπεδο, η υποχρέωση της διοίκησης για αιτιολογία των πράξεών της κατοχυρώνεται στο άρθρο 41 παρ. 1 περ. γ’ του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, στο πλαίσιο του δικαιώματος χρηστής διοίκησης, επιτυγχάνοντας, μ’ αυτόν τον τρόπο, τη σύνδεση της εν λόγω υποχρέωσης με τα δικαιώματα άμυνας του διοικουμένου και ιδίως με το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης. Την αιτιολογία όλων των πράξεων των θεσμικών οργάνων της Ένωσης προβλέπει και το άρθρο 296 ΣΛΕΕ (πρώην άρθρο 253 ΕΚ).

      Η υποχρέωση της διοίκησης για αιτιολογία έχει μεγάλη χρησιμότητα σε πολλά επίπεδα: Στο διαδικαστικό στάδιο, η παράθεση των νομικών και πραγματικών λόγων που στηρίζουν τις μονομερείς αποφάσεις της διοίκησης, ως τυπική απαίτηση της κατάρτισης των ατομικών πράξεων, αναπτύσσει προστατευτική λειτουργία για τους διοικουμένους καθώς συμβάλλει στην εγγύηση των ατομικών τους δικαιωμάτων και συμφερόντων, αποτελεί πηγή ενημέρωσής τους και συντελεί στον εξορθολογισμό των διοικητικών αποφάσεων καθώς το εκάστοτε διοικητικό όργανο «εξαναγκάζεται» να εξετάσει σοβαρά την κάθε υπόθεση και να καταστρώσει έναν νομικό συλλογισμό που θα διασφαλίσει τη σωστή εφαρμογή του νόμου. Εξάλλου, μέσω της αιτιολογίας ελέγχεται η άσκηση του δικαιώματος της προηγούμενης ακρόασης του διοικουμένου, αφού η λήψη υπόψη των ουσιωδών ισχυρισμών του και ο σχολιασμός τους από τη διοίκηση θα αποτυπωθεί στην αιτιολογία της διοικητικής πράξης. Από την άλλη, ενώπιον των δικαστηρίων, η παράθεση αιτιολογίας λειτουργεί επιβοηθητικά τόσο ως προς τον δικαστή, ο οποίος μέσω του ελέγχου της διευρύνει τα όρια του δικού του ελέγχου και έχει την ευκαιρία να υπεισέλθει στα ζητήματα ουσιαστικής παρανομίας της κάθε υπόθεσης και να τα επιλύσει, όσο και ως προς τον διοικούμενο, ο οποίος μπορεί να αναπτύξει πληρέστερα τα επιχειρήματά του για να επιδιώξει την ικανοποίηση του συμφέροντός του.

    Βάσει της διάταξης του άρθρου 17 παρ. 3 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, η αιτιολογία σχετίζεται, αναπόφευκτα, με το βάρος απόδειξης για τη συνδρομή των πραγματικών περιστατικών που είναι προϋπόθεση της έκδοσης της πράξης, αφού όταν η πράξη εκδίδεται αυτεπαγγέλτως, η συγκέντρωση των αποδεικτικών στοιχείων επαφίεται στο αρμόδιο όργανο ενώ όταν εκδίδεται μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου τη σχετική υποχρέωση φέρει ο τελευταίος. Ιδίως ως προς τις  διοικητικές πράξεις με τις οποίες ανακαλούνται ευμενείς για τους διοικουμένους πράξεις θεωρούνται εκ φύσεως αιτιοληγητέες.  (ΣτΕ 3457/2007, 3310/2006, 2554/2005   Γενικό Διοικητικό ΔίκαιοΕμβάθυνση Δημοσίου Δικαίου (Διοικητικό Δίκαιο)Μαθήματα 2013-2014,Υποστήριξη Διδασκαλίας  , Ευγενία Β. Πρεβεδούρου) . 

Ειδικότερα,  οι αποφάσεις των Τοπικών Διοικητικών Επιτροπών συνιστούν κατά τον Κανονισμό Ασφάλισης του τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ( άρθρο 120), τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ( άρθρο 63) και τον Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας ( άρθρο 17) εκτελεστές ατομικές πράξεις οι οποίες χρήζουν ειδικής αιτιολογίας ως ουσιώδη τύπο αυτών άλλως υπόκεινται σε ακύρωση( ΣΤΕ 3457/2007, 3310/2006, 2554/2005, 4078/2005,  ΝΣΚ 181/2005, 430/2001, 135/2005, 429/2009, ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ& www.nsk.gr). Υπό τον όρο αιτιολογία,  νοείται η σαφήνεια ως προς το σκεπτικό της απόφασης, η ειδικότητα ως προς την παράθεση ορισμένων λόγων που οδηγούν σε αποδοχή η απόρριψη της ενδικοφανούς προασφυγής, και την επάρκεια που συνίσταται στην μη κατάληψη κενών ή αμφιβολιών για την κρίση του διοικητικού οργάνου( Χατζηδημητρίου Φ., Ψηλού Γ., Ασφαλιστική Νομοθεσία 2η έκδοση , Εκδόσεις ΔΕΝ , Ιανουάριος 1991, σελ. 854-860, 851-852).  Η απλή παραπομπή στην εισήγηση της εκάστοτε υπηρεσίας δεν δύναται να καλύψει την αιτιολογία της εκτελεστής πράξης ακόμη κι αν το αποφασίζον όργανο ομόφωνα δέχεται την εν λόγω εισήγηση ,ιδίως όταν η τελευταία παραθέτει μεν την ισχύουσα νομοθεσία, αλλά καταλείπει κενά ως προς την εφαρμογή αυτής στην υπό κρίση υπόθεση.

Οι προσβαλλόμενες, καίτοι αναφέρονται στην ισχύουσα νομοθεσία περί συγγενικών προσώπων( Ν. 1759/1988, ΥΑ 21/3288/09-01-1998),  δεν κάνουν μνεία της κατά τα λοιπά ορθής ασφάλισης με ποσοστό ασφαλίστρου πλέον του νομίμου, αντιφάσκουν δε τόσο στο αιτιολογικό όσο και στο  διατακτικό τους καθώς αναφέρουν ότι « οι διαφορές στις αποδοχές που προέκυψαν και στις εισφορές που καταλογίστηκαν με τις προσβαλλόμενες πράξεις και ο συμψηφισμός του υπολοίπου που προέκυψε από την αλλαγή του ασφαλίστρου θα γίνει μετά την οριστικοποίηση των αποφάσεων….. για τους λόγους αυτούς εισηγούμαστε την απόρριψη …»,  καταλείποντας κενά και αμφιβολίες , αφού αν και δέχονται την καταβολή υψηλότερου ασφαλίστρου, απορρίπτουν την αίτηση θεραπείας και εξαρτούν την καταβολή των προκυπτουσών διαφορών από οριστικοποίηση των  αποφάσεων και εφόσον η Υπηρεσία προβεί  σε συμψηφισμό. 

II) ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΑΡΧΗΣ ΧΡΗΣΤΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ- ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ

Όταν από θετικές ενέργειες οργάνων του Ιδρύματος δημιουργήθηκε ευλόγως στον εργοδότη η  από μακρού  σταθερή και δικαιολογημένη πεποίθηση ως προς το ύψος των εισφορών και την πρακτική της ασφάλισης,  δεν είναι επιτρεπτός  ο  εκ των υστέρων καταλογισμός,  καθώς,  βάσει της γενικής αρχής της χρηστής διοίκησης,  η εν λόγω επιβάρυνση θα μπορούσε να θέσει θέσει σε κίνδυνο την οικονομική σταθερότητα της επιχείρησης, συνιστώντας τεράστιο και ανυπέρβλητο κώλυμα στη βιωσιμότητα και τη λειτουργία της( ΣΤΕ 8/2016, ΔΕΝ τεύχος 1692, τόμος 72/2016, σελ. 657-660). 

  Δυνάμει της διάταξης του άρθρου 2 του Α.Ν. 1846/1951(ΦΕΚ 179) , όπως τροποποιήθηκε και ισχύει με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 Ν. 1759/1988,ορίζεται ότι: «  στην υποχρεωτική ασφάλιση του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ υπάγονται και τα πρόσωπα που παρέχουν εργασία εντός των ορίων της χώρας κατά κύριο επάγγελμα σε εργοδότες με τους οποίους είναι σύζυγοι ή συγγενείς α’&β’βαθμού συγγένειας, εφόσον για την εργασία τους αυτή δεν υπάγονται υποχρεωτικά ή προαιρετικά στην ασφάλιση άλλου φορέα κύριας ασφάλισης….Με κανονισμό ορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις για την ασφάλιση των ως άνω προσώπων …Οι ασφαλιστικές εισφορές δεν  μπορούν να υπολογιστούν σε κατώτερες  από την ασφαλιστική κλάση που αντιστοιχεί στο εκάστοτε ισχύον ημερομίσθιο ανειδικεύτου εργάτη….» 

    Κατ’εξουσιοδότηση της ανωτέρω διάταξης εκδόθηκε η Υπουργική Απόφαση υπ’αριθμ. 21/3288/09-01-1988( Κανονισμός Ασφάλισης στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ των προσώπων που απασχολούνται σε επιχειρήσεις μελών της οικογένειάς τους),  κατά την οποία προσδιορίζεται υποχρεωτικά ο αριθμός των ημερών ασφάλισης κάθε μήνα σε 25 ανεξαρτήτως της διάρκειας απασχόλησης και καταβάλλονται εισφορές που αντιστοιχούν σε πλήρη απασχόληση».

Εξάλλου, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 26 παρ. 1, 9 και 11 του αν. ν. 1846/1951 (Α΄ 179), όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 23-26 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του ΙΚΑ (ΑΥΕ 55575/Ι-479/1965, Β΄ 816), εάν μεν ο εργοδότης τηρεί προσηκόντως τα στοιχεία που προβλέπονται από τις διατάξεις αυτές και εν γένει τις επιβαλλόμενες υποχρεώσεις για την ασφάλιση του απασχολούμενου προσωπικού, τα ελεγκτικά όργανα του ΙΚΑ φέρουν το βάρος της αποδείξεως ότι τα δεδομένα που προκύπτουν από τα στοιχεία που τηρεί ο εργοδότης είναι εικονικά. Αντιθέτως, εάν ο εργοδότης δεν τηρεί τις υποχρεώσεις που θεσπίζονται από τις ανωτέρω διατάξεις για την απόδειξη του αριθμού των υπαγομένων στην ασφάλιση προσώπων, του είδους και του χρόνου της απασχόλησης και του ύψους των αποδοχών, τα αρμόδια όργανα του ΙΚΑ δύνανται να προσδιορίζουν τις καταβλητέες εισφορές με βάση τα στοιχεία της ασφαλιστικής σχέσεως, τα οποία καθορίζουν κατά την ανέλεγκτη κρίση τους (ΣτΕ 2609/2006, 239, 253/2011 κ.ά.). Σε περίπτωση, πάντως, προσβολής με προσφυγή πράξεως επιβολής ασφαλιστικών εισφορών, οι οποίες έχουν προσδιορισθεί με βάση την ευχέρεια που παρέχουν οι διατάξεις αυτές στα όργανα του Ι.Κ.Α., ή πράξεως της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής με την οποία έχει ακυρωθεί, κατόπιν ενστάσεως του εργοδότη, τέτοια πράξη επιβολής εισφορών, τα διοικητικά δικαστήρια υποχρεούνται να αποφανθούν με δική τους κρίση για την νομιμότητα της κρίσεως των οργάνων του Ι.Κ.Α. εν όψει των ισχυρισμών που προβάλλονται με την προσφυγή και των στοιχείων που προσκομίζονται προς απόδειξή τους (ΣτΕ 2609/2006, ΣτΕ 1893/2010, ΣΤΕ 684/2013, 2609/2006).

Κατά συνέπεια, και σύμφωνα  με όσα αναφέρθησαν , προκύπτει , αφενός  ότι τηρήθηκαν οι εργοδοτικές μου υποχρεώσεις στο ακέραιο, βάσει   της γενικής ασφαλιστικής νομοθεσίας ( σύμβαση εξαρτημένης εργασίας πλήρους απασχόλησης με  25 ημέρες εργασίας μηνιαίως, καταχώριση σε βιβλίο νεοπροσλαμβανόμενων, κοινοποίηση γραπτών συμφωνιών χορήγησης αδείας άνευ αποδοχών με αριθμούς πρωτοκόλλου του καθού, απόλυση της  συζύγου και υπαλλήλου μου καθώς   είχε θεμελιωμένο συνταξιοδοτικό δικαίωμα και συνιστά μητέρα αναπήρου τέκνου με ποσοστό αναπηρίας 85% εφόρου ζωής κατά την υπ’αριθμ. 12-048431/2014 γνωμάτευση ΚΕΠΑ  ),αφετέρου ότι οι αποκλίσεις που υπήρξαν  και οι οποίες δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην ασφάλιση– αφού οι καταβληθείσες εισφορές είναι μεγαλύτερες των νομίμων με την αλλαγή του κωδικού πακέτου κάλυψηςδεν δικαιολογούν την μη επιστροφή των ως άνω εισφορών , με δεδομένη την ιδιαίτερη φύση των αμίσθων υποθηκοφυλακείων , την απόκλιση τους ως επιχειρήσεων από τις διατάξεις της κοινής εργατικής νομοθεσίας και του εν γένει λειτουργικού τους ρόλου, ως σημειώθηκε με την απόφαση ΣΤΕ 2573/2015.     Επισημαίνεται, δε, ότι σε κάθε περίπτωση τα αρμόδια ασφαλιστικά όργανα είχαν δημιουργήσει σε εμένα πεποίθηση περί προσήκουσας ασφάλισης, αφού μπορούσαν σε οποιοδήποτε χρόνο από την έναρξη  μέχρι την λήξη της εργασιακής σχέσης να ελέγξουν το νομότυπο της ασφάλισης, ωστόσο το έπραξαν επ’αφορμή σχετικού αιτήματος άλλου Υποκ/τος και στα πλαίσια συνταξιοδότησης της τέως υπαλλήλου μου  χωρίς να ανταπεξέρχονται στο βάρος απόδειξης των ισχυρισμών τους. 

ΕΠΙ ΤΟΥ ΟΥΣΙΑ ΒΑΣΙΜΟΥ

Το καθού δεν εκτίμησε προσηκόντως τους ισχυρισμούς και τα προσαγόμενα σε αυτό στοιχεία, ήτοι αποφάσεις δικαστηρίων και γνωμοδοτήσεις ΝΣΚ, ούτε τα όσα προφορικώς αναπτύχθηκαν με αποτέλεσμα να προβεί σε εσφαλμένη εκτίμηση τόσο των πραγματικών περιστατικών όσο και των νομολογιακών πορισμάτων, τα οποία δεν διέλαβε καθόλου υπόψη του με αποτέλεσμα να απορριφθεί το αίτημά μου για επιστροφή ασφαλιστικών εισφορών που κατέβαλα πέραν των νομίμων,αφού ως προς αυτές κατάστη το καθού πλουσιότερο κατά Α.Κ. 904 επ.  

   Επειδή η παρούσα προσφυγή  μου   είναι εμπρόθεσμη και παραδεκτή

   Επειδή το Δικαστήριό Σας είναι καθ’ύλην και κατά τόπον αρμόδιο( άρθρα 7 παρ. 1 Ν. 702/1977, άρθρα 6-7 Ν. 2717/1999)

   Επειδή  το καθού πρέπει να ακυρώσει τις προσβαλλόμενες αποφάσεις και να επιστρέψει σε εμένα το ποσό των ………………………………..ποσό κατά το οποίο κατέστη πλουσιότερο εις βάρος μου χωρίς νόμιμη αιτία

                                       ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κι όσους πρόκειται να προσθέσω κατά τη συζήτηση και εκδίκαση της παρούσας

                                                   ΖΗΤΩ

 Να   ακυρωθεί  η  προσβαλλόμενη  και να υποχρεωθεί το καθού στην επιστροφή των καταβαλλόμενων υπέρ εμού ασφαλιστικών εισφορών ποσού ………………………

Να καταδικαστεί το καθού στην δικαστική μου δαπάνη κι αμοιβή της πληρεξουσίας μου δικηγόρου.

                                                                              Αθήνα, …./…./…… 

                                                                              Η Πληρεξούσια Δικηγόρος

nomocultus
Βασιλέως Αλεξάνδρου 114 Περιστέρι, ΤΚ 12134, Αθήνα
+30 2155304867
kat85saiti@yahoo.gr

ΤΗΛΕΦΩΝΟ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Copyright © Nomocultus 2020

https://nomocultus.gr/wp-content/uploads/2023/02/e-banner_orizontio60X468.jpg