Εκπαιδευτικό δίκαιοΜελέτες-θέματα εκπαίδευσης-έρευνεςΝομική και παιδαγωγική διάσταση του φαινομένου του σχολικού εκφοβισμού( bullying): Επισκόπηση εθνικής και ευρωπαϊκής νομολογίας και παιδαγωγική προσέγγιση της διαχείρισης του εκφοβισμού στο σχολείο μέσα από το παράδειγμα της Κύπρου

9 Ιανουαρίου 2021

Το φαινόμενο του σχολικού εκφοβισμού, υπό τον ευρέως , πλέον , και διεθνώς χρησιμοποιούμενο όρο « bullying»- που έχει οριστεί ως η  συστηματική και συνεχής  επιθετική συμπεριφορά από άτομο ή ομάδα ατόμων προς άλλο ανυπεράσπιστο άτομο , εκδηλούμενο υπό διάφορες μορφές, ήτοι λεκτικά, σωματικά, δια εκβιασμού, με τεχνικά μέσα ή έμμεσα δια απομόνωσης Olweus∙ 1991, Morrison ∙ 2007, Gladden et al., 2014)- απασχολεί τα τελευταία χρόνια έντονα  και την ελληνική πραγματικότητα, λόγω των κρουσμάτων βίαιων συμπεριφορών που έχουν σημειωθεί στην ελληνική επικράτεια σε διάφορες βαθμίδες του εκπαιδευτικού συστήματος της χώρας μας. 

Επιχειρώντας να προσεγγίσουμε τον σχολικό εκφοβισμό από νομικής  πλευράς, χρειάζεται, πρωτίστως, να εξετάσουμε την ποινική του διάσταση, σύμφωνα με όσα ορίζονται στις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα, αλλά και τις αστικής φύσεως συνέπειες που εγείρονται όταν το θύμα του σχολικού εκβοφισμού-  το οποίο ως ανήλικο εκπροσωπείται δικαστικώς από τους ασκούντες τη γονική μέριμνα αυτού-  αξιώνει   αποζημίωση λόγω παράνομων πράξεων και παραλείψεων του δημοσίου φορέα, ήτοι του σχολείου. 

Σύμφωνα με τη νέα διατάξη του άρθου 312 του νέου Ποινικού Κώδικα( ΦΕΚ Α/95/11-6-2019): « Όποιος προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας σε ανήλικο ή σε πρόσωπο που δεν μπορεί να υπερασπίσει τον εαυτό του, εφόσον τα πρόσωπα αυτά βρίσκονται υπό την επιμέλεια ή την προστασία του δράστη βάσει νόμου, δικαστικής απόφασης ή πραγματικής κατάστασης, συνοικούν με τον δράστη ή έχουν μαζί του σχέση εργασίας ή υπηρεσίας, τιμωρείται: α) για την πράξη του άρθρου 308 παρ. 1 εδάφιο α΄, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, β) για την πράξη του άρθρου 309, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, γ) για την πράξη του άρθρου 310 παρ. 1 εδ. α΄, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών ετών και αν επεδίωκε την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, με κάθειρξη και δ) για την πράξη του άρθρου 311, με κάθειρξη». 

Υπό την ερμηνευτική εκδοχή που θέτει η εν λόγω διάταξη, δε φαίνεται να καλύπτει την περίπτωση πρόκλησης βλάβης της υγείας από ανήλικο δράστη σε ανήλικο θύμα, ως εκ τούτου καταλείπει νομοθετικό κενό ως προς την ποινική αντιμετώπιση του φαινομένου , ενώ η ύπαρξη αναμορφωτικών ή θεραπυετικών μέτρων , κατά τις γενικές διατάξεις του Ποινικού Κώδικα, αφενός  φαίνεται ότι ελάχιστα θα απέφερε αποτελέσματα  από άποψης σωφρονισμού του ανήλικου δράστη, αφετέρου ο δικαστής θα οδηγείτο ευθέως στη διάταξη του άρθρου 312 , ως αναφέρθηκε ανωτέρω, ώστε να τύχει τελικώς ποινικής μεταχείρισης ο  ασκών τη γονική μέριμνα . 

Στην περίπτωση του σχολείου παρατηρούνται συχνά μεταξύ των μαθητών  επιθετικές συμπεριφορές,  απότοκος των οποίων είναι  οι τραυματισμοί , οπότε και οι γονείς των θυμάτων αποφασίζουν να προσφύγουν στη δικαιοσύνη εγείροντας αποζημιωτικής φύσεως αξιώσεις δυνάμει των ισχυουσών διατάξεων τόσο  του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα( άρθρα 105-106) , σύμφωνα με τις οποίες: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος. Μαζί με το δημόσιο ευθύνεται εις ολόκληρον και το υπαίτιο πρόσωπο, με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων για την ευθύνη των υπουργών», όσο και συμπληρωματικώς  δυνάμει των  άρθρου 932 και 930 παρ. 3 του  Αστικού Κώδικα δια των οποίων  ορίζονται τα κάτωθι:  « σε
περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του» …..«η αξίωση αποζημίωσης δεν αποκλείεται από το
λόγο ότι κάποιος άλλος έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν
που αδικήθηκε». 

Από τις διατάξεις αυτές,  συνάγεται , πρωτίστως,  ότι, για να διεκδικηθεί αποζημίωση,  απαιτείται η ύπαρξη   παράνομης πράξης ή παράλειψης  του Δημοσίου, ήτοι, εν προκειμένω του σχολείου . Υπό αυτή την έννοια , εφόσον το σχολείο   δε μεριμνά κατάλληλα για την προστασία των μαθητών, τελεί παράνομη πράξη. Επί παραδείγματι,  και, με αφορμή την ΣΤΕ 2528/2002,  η μη προσήκουσα επιμέλεια και τήρηση κανόνων εφημερείας——— κατά την απόφαση 18726/22.2.1978 του
Υπουργού Παιδείας (ΦΕΚ Β΄ 222), όπως αυτή τροποποιήθηκε με την 6492/11.1.1983 απόφαση του Υφυπουργού Παιδείας,  δια των οποίων ορίζεται ότι ο σύλλογος καθηγητών αποφασίζει τα σχετικά με
την εφημερία των καθηγητών, εκτιμώντας τις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας του
σχολείου (κεφάλαιο Α΄ παρ. 16), οι δε εφημερεύοντες καθηγητές παραμένουν στο
σχολείο μέχρι τέλους της λειτουργίας του και εφαρμόζουν όσα προβλέπονται από
τις ισχύουσες διατάξεις και τις σχετικές αποφάσεις του συλλόγου των καθηγητών
(κεφάλαιο Γ΄ παρ. 5), και ότι κατά το άρθρο 11 του Ν. 1566/1985 (ΦΕΚ Α΄ 167) ο
σύλλογος διδασκόντων έχει την ευθύνη, μεταξύ άλλων, για την υγεία και προστασία
των μαθητών (περ. ΣΤ΄ παρ. 3 εδ. β)———   οδήγησε σε σοβαρό τραυματισμό μαθητή Λυκείου , ο οποίος υπέστη κατάγματα στη σπονδυλική του στήλη, και νοσηλέυτηκε επί μακρό χρονικό διάστημα  σε νοσοκομείο , υποβαλλόμενος σε πληθώρα επεμβάσεων που δε στάθηκαν ικανές να αποκαταστήσουν το πρόβλημα που δημιουργήθηκε,  με αποτέλεσμα την αναπηρία αυτού σε ποσοστό 85%, ώστε τελικώς να καθίσταται βάσιμη η  αξίωση αποζημίωσης από τους ακούντες τη γονική μέριμνα . Προσέτι, δε,  από τη συνδυαστική ερμηνεία των ανωτέρω διατάξεων , προκύπτει ότι,   σε περίπτωση βλάβης
του σώματος ή της υγείας συνεπεία πράξεων ή παραλείψεων οργάνων του Δημοσίου, η κατ’ αυτού αξίωση για αποκατάσταση της επελθούσης περιουσιακής ζημίας δεν αποκλείεται εκ του λόγου ότι τρίτος, όπως ο γονέας ή ο εν γένει ασκών τη γονική μέριμνα,  υποχρεούται εκ του νόμου να καλύψει τις σχετικές δαπάνες του ζημιωθέντος, οπότε υποχρεωτικώς το σχολείο οφείλει να αποζημιώσει τον μαθητή για τη βλάβη που υπέστη.  

Εύλογα γεννάται το ερώτημα « πώς θα μπορούσε να αποφευχθεί η ευθύνη του σχολείου σε περίπτωση τραυματισμού μαθητή και πώς θα μπορούσαν  να είχαν  τηρηθεί  ορθά οι  κανόνες εποπτείας και ασφάλειας», στα πλαίσια και της παιδαγωγικής προσέγγισης του ζητήματος.  Η ίδια η ως άνω απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας επισημαίνει, εξ αντιδιαστολής   τις παραμέτρους που λειτουργούν ευεργετικά προς αποφυγή τέτοιων κρίσεων στους κόλπους της σχολικής κοινότητας. Αρχικώς,  τονίζεται η αναγκαιότητα για επαρκή αριθμό εφημερευόντων καθηγητών με γνώμονα πάντοτε   τη χωροταξία της εκάστοτε σχολικής μονάδας , κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, και προς   αποτελεσματική εποπτεία των εξωτερικών κατά κύριο λόγο  χώρων του
σχολείου όπου διεξάγεται το διάλειμμα με    παρακολούθηση των μαθητών κατά τη διάρκεια των διαλειμμάτων,
ιδίως σε περιπτώσεις που οι σχολικές μονάδες είναι   μεγάλης εκτάσεως  και στεγάζουν μεγάλο αριθμό  μαθητών.   Επιπλέον,  η διέλευση  των καθηγητών που ασκούν καθήκοντα εφημερείας πρέπει να είναι διαρκής , ήτοι να κινούνται συνεχώς στους επιτηρούμενους χώρους , για να έχουν  οπτική επαφή με τους μαθητές, εξασφαλίζοντας με κάθε ικανό, πρόσφορο και αναγκαίο μέσο την ομαλή διεξαγωγή του διαλείμματος- λόγου χάριν το κλείδωμα των αιθουσών κατά τη διάρκεια του διαλείμματος  από μαθητή που θα ορίσει ο εφημερεύων και η αντίστοιχη  ενημερώσή του, συνδράμουν στον περιορισμό φαινομένων παραβατικότητας κατά τις ώρες του διαλείμματος , όταν μαθητές παραμένουν εντός της αίθουσας , αντί να εξέλθουν στον αύλειο χώρο . 

Επισκοπώντας την υπ’αριθμ. 2528/2002 απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας, παρατηρούμε ότι, καίτοι τοποθετείται χρονικώς σε διάστημα πέραν της δεκαπενταετίας-   χρόνος στον οποίο ενδεχομένως να μην υφίστατο σε έντονο βαθμό η παραβατικότητα στο χώρο του σχολείου και ο σχολικός εν γένει εκφοβισμός- ωστόσο, αντιμετωπίζει προσηκόντως τόσο την αστική ευθύνη του σχολείου , το οποίο παρανομεί όταν δεν τηρεί τα μέτρα ασφαλείας που νομοθετικώς ορίζονται, όσο και την παιδαγωγική διάσταση του ζητήματος επισημαίνοντας όλες εκείνες τις συμπεριφορές που στοιχειοθετούν την παράνομη συμπεριφορά, ώστε, εξ αντιδιαστολής να προκύψουν οι ενέργειες στις οποίες πρέπει προληπτικά  να προβαίνει το διδακτικό προσωπικό του σχολείου,προς  αποσόβηση ανάλογων  φαινομένων.   Παρά το γεγονός ότι ο τραυματισμός του μαθητή δεν ήταν αποτέλεσμα βίαιης συμπεριφοράς από άλλο ομίληκό του, εν τούτοις, επιχειρείται μια  ουσιαστική τομή στα γενικότερα  ζητήματα της επικινδυνότητας που αναφύονται  εντός του σχολικού περιβάλλοντος και προκρίνεται η σημασία της πρόληψης, ως παράγοντα που έχει πολλάκις αναφερθεί και σημειωθεί και από τη διεθνή πρακτική ως καταλυτικός για την απάμβλυνση των κρίσεων στα σχολεία( πρβλ στην υπόθεση επί της οποίας έκρινε το ΕΔΔΑ , Kayak κατά Τουρκίας όπου επισημαίνεται από τον δικαστή: « η αποστολή που έχει τεθεί στα εκπαιδευτικά ιδρύματα…συνεπάγεται το πρωταρχικό καθήκον να διαφυλάττουν την ασφάλεια των μαθητών με σκοπό να τους προστατεύουν από όλες τις μορφές βίας των οποίων θα μπορούσαν να είναι θύματα” .

Στη σημερινή εποχή, η ραγδαία τεχνολογική ανάπτυξη και η πολυπολιτισμικότητα ως απότοκος της παγκοσμιοποίησης, συντελούν στην κατ’ αρχήν έντονη διάσταση του σχολικού εκφοβισμού με θύματα κυρίως παιδιά που λόγω φυλετικών και  σωματικών χαρακτηριστικών διαφοροποιούνται από το λοιπό σύνολο της σχολικής κοινότητας ,και στην ηλεκτρονική εκδοχή  του φαινομένου , καθώς τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης( social media, π.χ. instagram , facebook, twitter κλπ) κατακλύζουν την καθημερινότητα των μαθητών. Επομένως, ακόμη κι αν η βία δεν τελείται σωματικά κατά τη διάρκεια των σχολικών ωρών, μπορεί να ασκηθεί οποτεδήποτε και οπουδήποτε τόσο λεκτικά, όσο και ψυχολογικά από τα παραπάνω μέσα. 

Σε επίπεδο διεθνούς έννομης τάξης, βάσει του Διεθνούς και Ευρωπαϊκού νομικού πλαισίου για τα δικαιώματα των παιδιών, τα κράτη οφείλουν να παίρνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα ώστε να προστατεύεται αποτελεσματικά το παιδί έναντι κάθε μορφής διάκρισης (φύλου,θρησκείας, εθνικότητας, σεξουαλικούπροσανατολισμού) ή κύρωσης, καθώς  η πλειονότητα των   εθνικών  εννόμων  τάξεων  των κρατών – μελών ,  επιχειρεί να αντιμετωπίσει αποσπασματικά και γενικά το εν λόγω φαινόμενο, εντάσσοντάς το σε άλλες μορφές εγκλημάτων, δίχως να προσλαμβάνει αυτοτελή μορφή και ποινική υπόσταση.  

Μεταξύ των διεθνών νομικών κειμένων που  προασπίζουν τα δικαιώματα των παιδιών κυρίαρχο ρόλο διαδραματίζει η   ΕυρωπαϊκήΣύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου(ΕΣΔΑ).  Τα άρθρα που προβλέπονται στην ΕΣΔΑ δεσμεύουν τα κράτη και δίνουν το δικαίωμα στα θύματα σχολικού εκφοβισμού να προσφύγουν ενώπιον του ΕυρωπαϊκούΔικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου(ΕΔΔΑ). Επίσης, το bullying σχετίζεται και με μια πληθώρα μη δεσμευτικών κειμένων πουέχουν υπογράψει και επικυρώσει πολλά κράτη,μεταξύ των οποίων είναι η Διεθνής Σύμβαση του ΟΗΕ για τα δικαιώματα των παιδιών(άρθρα 2,3,6 και 12), το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (αρ. 24),το Διεθνές Σύμφωνο για τα Οικονομικά Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα (αρ.14), ο Χάρτης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων(αρ. 24, 52 παρ. 3), η Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού (αρ. 2 παρ. 2, 3, 16,19, 28, 29), και η Διεθνής Σύμβαση για τα Δικαιώματα του 1959 (αρ. 7)( Παπαδόπουλος, Ν., Αντωνίου Θ., Η ευθύνη του Κράτους στην περίπτωση του (σχολικού)εκφοβισμού-bullying,ανάλυση από τη σκοπιά της ΕΣΔΑ και της Νομολογίας τουΕΔΔΑ.., Μάϊος, 2015). 

Η περίπτωση του 20χρονου Βαγγέλη Γιακουμάκη έφερε στο προσκήνιο το θέμα του εκφοβισμού, καθώς η Ελληνική Αστυνομία  χαρακτήρισε ως θύμα bullying τον άτυχο φοιτητή, ο οποίος λόγω της ήπιας  ιδιοσυγκρασίας του, δέχθηκε διαρκή βίαιη συμπεριφορά από κάποιους συμφοιτητές του, για μεγάλο χρονικό διάστημα, και, μη δυνάμενος να εκφύγει των εκβιασμών, απειλών, ύβρεων και δυσμενών σχολίων που δεχόταν συστηματικά,  κατέληξε στην αυτοκτονία. Το παραπάνω γεγονός αποτέλεσε και την αφορμή για την εξέταση του ζητήματος του bullying υπό το πρίσμα των διατάξεων της ΕΣΔΑ και της νομολογίας του ΕΔΔΑ, με σκοπό να αναζητηθούν οι ευθύνες του Κράτους σε περίπτωση ύπαρξης τέτοιων περιστατικών βίας, και να ερευνηθεί σχετικά εάν και σε ποιο βαθμό απορρέει από τις διατάξεις της ΕΣΔΑ θετική υποχρέωση του Κράτους να λαμβάνει πρακτικά μέτρα για την αντιμετώπιση του σχολικού εκφοβισμού (bullying). 

Ο σεβασμός στη ζωή ως απόλυτου αγαθού τόσο στην ελληνική συνταγματική έννομη τάξη όσο και σε διατάξεις  υπερνομοθετικής ισχύος, όπως η ΕΣΔΑ,  επιτάσσει την αδήριτη  υποχρέωση των κρατών να λαμβάνουν τα απαιτούμενα προληπτικά  μέτρα για την προστασία της ανθρώπινης ζωής χωρίς διακρίσεις,   γεγονός που συνίσταται τόσο στη διαμόρφωση επακρούς και σύγχρονου κανονιστικού πλαισίου δια του οποίου θα επέρχονται κυρώσεις επί παραβάσεων του εν λόγω δικαιώματος, όσο και στη διεξαγωγή   ουσιαστικών  ερευνών  σε περιπτώσεις που η ανθρώπινη ζωή πλήττεται καίρια-  ιδίως σε περιτπώσεις σοβαρών τραυματισμών και θανάτων ατόμων με αδυναμίες ή ιδιαιτερότητες που στιγματίζονται από το κοινωνικό σύνολο- ώστε μέσω της συλλογής αποδεικτικών στοιχείων  να αποκαλύπτονται τα αίτια και οι συνθήκες των αξιόποινων πράξεων .  Σύμφωνα με το ΕΔΔΑ , “είναι ιδιαίτερα σημαντικό να διεξάγεται η επίσημη έρευνα με επιμέλεια και αμεροληψία, αφού απαιτείται η συνεχής επιβεβαίωση της καταδίκης του ρατσισμού καιτου εθνικού μίσους από την κοινωνία”. Οι αρχές πρέπει να λαμβάνουν όλα τα εύλογα μέτρα, δεδομένων των περιστάσεων, για να συλλέγουν και να διατηρούν τα αποδεικτικά στοιχεία, προκειμένου να αποκαλύπτουν την αλήθεια και να εκδίδουν αποφάσεις πλήρως αιτιολογημένες, αμερόληπτες και αντικειμενικές, χωρίς να παραλείπουν τα περιστατικά που αφήνουν υπόνοιες ότι μία πράξη βίας είχε ως κίνητρο πεποιθήσεις όσον αφορά τη φυλή(10. Βλ. ΕΔΔΑ, Nachova κ.α. κ. Βουλγαρίας, παρ. 157, και Eremiasova καιPechova κ. Τσεχίας, παρ. 131.&  . ΕΔΔΑ, Celniku κ. Ελλάδας, παρ. 78 και Dink κ. Τουρκίας, παρ. 81, σε Παπαδόπουλος, Ν., Αντωνίου Θ., Η ευθύνη του Κράτους στην περίπτωση του (σχολικού)εκφοβισμού-bullying,ανάλυση από τη σκοπιά της ΕΣΔΑ και της Νομολογίας τουΕΔΔΑ.., Μάϊος, 2015). 

Συναφής  με την προστασία της ανθρώπινης ζωής είναι και η απαγόρευση βασανιστηρίων και ανάρμοστων συμπεριφορών κάθε μορφής που συνιστούν  απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση. Τα κράτη μέλη της ΕΣΔΑ , οφείλουν στο πλαίσιο αυτό να λαμβάνουν μέτρα πρόληψης και καταστολής των εν λόγω συμπεριφορών , στις οποίες εντάσσεται και η περίπτωση του σχολικού εκφοβισμού, εάν ληφθεί υπόψη ότι η διαρκής επιθετικότητα εκδηλούμενη ποικιλοτρόπως (λεκτική, σωματική, ψυχολογική βία, απειλές μέσω διαδικτύου) συνιστά ανάρμοστη, κακόβουλη και τελικώς απάνθρωπη συμπεριφορά. Στα πλαίσια σχετικής ένδικης διαφοράς που τέθηκε προς κρίση του το ΕΔΔΑ απεφάνθη ως εξής: «Moreover, the primary education context of the present case defines to a large extent the nature and importance of this obligation. The Court’s case-law makes it clear that the positive obligation of protection assumes particular importance in the context of the provision of an important public service such as primary education,school authorities being obliged to protect the health and well-being of pupils and, in particular, of young children who are especially vulnerable and are under the exclusive control of those authorities(Grzelak v. Poland, no. 7710/02, § 87, 15 June2010; and Ilbeyi Kemaloğlu and MeriyeKemaloğlu v. Turkey, no. 19986/06, § 35, 10April 2012)». 

Αναφορικά με τη σημασία της προστασίας της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής από επεμβάσεις που μπορεί να πλήξουν την ιδιωτικότητα του ατόμου, παρατηρείται διχογνωμία στο ΕΔΔΑ αναφορικώς με το κατά πόσο στοιχειοθετείται παράβαση του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή στην περίπτωση του bullying , καθώς υπό περιπτώσεις έχει κριθεί ότι  η προστασία της σωματικής και ψυχικής ακεραιότητας του ατόμου δεν ισχύει το δίχως άλλο, αλλά απαιτείται να έχει ως απότοκο τον τραυματισμό του ατόμου. Ωστόσο, και μόνο το γεγονός ότι ένα άτομο υφίσταται δυσμενή σχόλια και μεταχείριση που κατατείνουν σε ψυχολογικό πόλεμο και , υπό ακραίες περιπτώσεις , σε εξόντωση του ατόμου, είναι ικανό να επιφέρει πλήγμα στην ακεραιότητα και ιδιωτική ζωή του, ανεξαρτήτως σωματικών επιπτώσεων(απόφαση  ΕΔΔΑ K.U. κ.Ολλανδίας). 

 Ζήτημα αναφύεται σχετικώς με το εάν  τα θύματα του σχολικού εκφοβισμού είναι πρόσωπα τα οποία διαφέρουν βάσει φυλετικών, γεννετικών, σεξουαλικών γνωρισμάτων , θρησκευτικών αντιλήψεων και άλλων ιδιογενών χαρακτηριστικών. Η απάντηση είναι αναμφίβολα θετική και εξηγείται στα πλαίσια του φόβου απέναντι στη διαφορετικότητα, του ρατσισμού των σύγχρονων αναπτυγμένων κοινωνιών και εν κατακλείδι της επιρροής των τεχνολογικών μέσων στην καθημερινότητα ενηλίκων και ανηλίκων, ώστε τελικά να επέρχεται πλήρης  ταύτιση των θυμάτων των διακρίσεων με τα θύματα του εκφοβισμού . Ένα άτομο που διαφέρει βάσει όσων αναφέρθησαν είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα βιώσει αποκλεισμό και εκφοβισμό από το χώρο του σχολείου σε κάποια από τις φάσεις της μαθητικής του ζωής .  

Η Κύπρος , σε μια προσπάθεια κατανόησης και αντιμετώπισης του φαινομένου του σχολικού εκφοβισμού εξέδοσε τον Μάϊο 2018  δια του αρμόδιου Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού σχετικό εκπαιδευτικό εγχιερίδιο υπό τον τίτλο:   «Οδηγός του  Εκπαιδευτικού για τη  στήριξη της σχολικής μονάδας στην εφαρμογή πολιτικής σε σχέση με τον Σχολικό Εκφοβισμό» σε μια ουσιαστική προσπάθεια διαχείρισης του σχολικού εκφοβισμού που στηρίζεται εμφανώς στον τομέα της πρόληψης και εν συνεχεία της καταστολής υπό τους εξής πυλώνες, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στον ως άνω οδηγό: « 

(I) την ενεργό εμπλοκή όλων των μελών της σχολικής κοινότητας (εκπαιδευτικούς, γονείς, παιδιά, μη-διδακτικό προσωπικό του σχολείου κ.ά.) στο σχέδιο δράσης που αφορά στην πρόληψη και διαχείριση του εκφοβισμού, 

(II) την καλλιέργεια απαραίτητων κοινωνικών δεξιοτήτων, οι οποίες στοχεύουν στην πρόληψη εκφοβιστικής συμπεριφοράς, 

(III) τη δημιουργία σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ μαθητών και εκπαιδευτικών, οι οποία οδηγεί στην αναφορά περιστατικών, 

(IV) την απόκτηση απαραίτητων γνώσεων από μαθητές, εκπαιδευτικούς και γονείς, ώστε να αναγνωρίζουν περιστατικά εκφοβισμού, κάτι που ενισχύει τη σωστή αναφορά και μεθοδευμένη διαχείρισή τους, 

(V) την ανάπτυξη και καλλιέργεια της ενσυναίσθησης των παιδιών γύρω από τις επιπτώσεις του εκφοβισμού, καθώς και την ενδυνάμωσή τους για αντίσταση προς το φαινόμενο.» 

Στα πλαίσια της σύγχυσης που προκαλείται και στα σχολεία της Κύπρου σχετικώς με τη διάκριση του εκφοβισμού από άλλες μορφές βίας ή εν γένει παραβατικής συμπεριφοράς, ο σχετικός οδηγός αποβλέπει στο  να εντοπίσει την οπτική από την οποία αντιμετωπίζουν το φαινόμενο οι εμπλεκόμενοι σε αυτό( γονείς, μαθητές, διδάσκοντες εκπαιδευτικοί), ώστε να αναπτύξει την κατάλληλη μεθοδολογία διαχείρισής του. 

Οι γονείς των μαθητών, βάσει όσων έχουν καταδείξει σχετικές έρευνες(Young, 1999; Espelage et al., 2016, Hale et. al, 2017),  και σύμφωνα με όσα επισημαίνονται στον «Οδηγό του Εκπαιδευτικού για τη  στήριξη της σχολικής μονάδας στην εφαρμογή πολιτικής σε σχέση με τον Σχολικό Εκφοβισμό»,  εμφανίζουν διαφορετικές συμπεριφορές αναφορικά με τον σχολικό εκφοβισμό, ώστε άλλοτε να   παρουσιάζουν ανησυχία και άγχος, μη δυνάμενοι  να υπερασπιστούν τα παιδιά τους, καθώς  φοβούνται να παρέμβουν θεωρώντας ότι ενδεχομένως να εντείνουν την κατάσταση, κι άλλοτε να κατηγορούν το σχολείο ότι δεν έχει λάβει μέτρα έναντι των δραστών, επιρρίπτοντας ευθύνη στο σχολείο για την έλλειψη διαχείρισης.

Ως προς τους εκπαιδευτικούς, εμφανίζονται διστακτικοί στο να ανταποκριθούν και να διαχειριστούν υποθέσεις σχολικού εκφοβισμού (Hein, 2016), δίνοντας σημασία σε περιτπώσεις εμφανούς σωματικού και λεκτικού εκφοβισμού και όχι τυχόν αποκλεισμού ή απομόνωσης του μαθητή που δέχεται bullying  , αφού οι εκπαιδευτικοί δεν κατατάσσουν τον κοινωνικό αποκλεισμό ανάμεσα στις μορφές εκφοβιστικής συμπεριφοράς (Naylor et al., 2006; Yoon et al., 2016). Στην πλειονότητα των  περιπτώσεων , καταλήγουν να χρησιμοποιούν μεθόδους τιμώρησης των μαθητών που επιδίδονται σε επικίνδυνες συμπεριφορές . Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στον Οδηγό του Εκπαιδευτικού « οι εκπαιδευτικοί αντιμετωπίζουν διάφορες δυσκολίες στο να καταφέρουν να καταλήξουν στο τι πραγματικά έγινε και στο να βρουν αποτελεσματικές λύσεις για τερματισμό του φαινομένου. Στο τελευταίο έρχεται να προστεθεί και το ότι οι εκπαιδευτικοί δεν ενημερώνουν τους γονείς για τις διαδικασίες που ακολουθήθηκαν, με αποτέλεσμα, αν συνεχίζεται ο εκφοβισμός, οι γονείς να υποθέτουν ότι δεν λήφθηκαν οποιαδήποτε μέτρα στο σχολείο». Ως εκ τούτου, παρατηρείται μια κατάσταση κατά την οποία οι εκπαιδευτικοί δεν αντιλαμβάνονται με απόλυτα ορθό τρόπο τις καταστάσεις εκφοβισμού , παρερμηνεύοντας τα σημάδια ανησυχίας ή απομόνωσης κάποιων μαθητών, αποδίδοντάς αυτά σε άλλους παράγοντες( οικογενειακό περιβάλλον, ιδιαίτερη  ιδιοσυγκρασία) και όχι σε σημάδια εκφοβισμού. 

Καθίσταται, επομένως, προφανές ότι εντός της σχολικής κοινότητας δεν υφίσταται η απαιτούμενη προσοχή και επικοινωνία μεταξύ των μελών της , ώστε, τελικώς, να προκαλούνται προστριβές και εντάσεις , ιδίως όταν οι εκπαιδευτικοί δεν έχουν αντιληφθεί και εν συνεχεία διαχειριστεί  μια συμπεριφορά εκφοβισμού,  οπότε και οι  γονείς βλέπουν αρνητικά και επικριτικά τις ενέργειες που κάνει το σχολείο, αποφεύγοντας  να έχουν οποιαδήποτε αλληλεπίδραση με τους σχολικούς υπευθύνους, διευθυντές και εκπαιδευτικούς  (Graue and Brown, 2003; Ribbens McCarthy and Kirkpatrick, 2005), και θεωρώντας  ότι το σχολείο αποτυγχάνει τόσο ως προς τον παιδαγωγικό του ρόλο, όσο και ως προς την εν γένει κοινωνική του αποστολή (Arvin-Elyashiv, 2008). 

Σε μια προσπάθεια να επέλθει μια ισορροπία στο σχολικό περιβάλλον, η Κύπρος , μέσω του εκδοθέντος και διανεμηθέντος στους εκπαιδευτικούς της, οδηγού διαχείρισης του σχολικού εκφοβισμού  «προτρέπει την κάθε σχολική μονάδα να αναπτύξει τη δική της πολιτική στην πρόληψη και αντιμετώπιση του σχολικού εκφοβισμού», μέσω του διαλόγου μεταξύ των μελών της σχολικής κοινότητας, της συνεργασίας του σχολείου με κοινωνικές δομές και υπηρεσίες , την ανάπτυξη πρωτοβουλιών δράσης  για θέματα διχείρισης του σχολικού εκφοβισμού , με απώτερο στόχο τη δημιουργία ενός εύρυθμου , υγιούς και ασφαλούς περιβάλλοντος για μαθητές και εκπαιδευτικούς. 

Η οργάνωση της σχολικής μονάδας για την αντιμετώπιση του bullying επέρχεται κατ’ αρχήν με την ορθή ενημέρωση για το φαινόμενο, τη σημασία και τις επιπτώσεις του. Εν συνεχεία συγκροτούνται ομάδες εκπαιδευτικών για  τη διαχείριση του προβλήματος , που  διερευνούν  το περιστατικό, και προσεγγίζουν  με εμπιστοσύνη και προσοχή τους μαθητές.  Οι μαθητές, μέσω ερωτηματολογίου ή δοχείου παραπόνων επαξηγούν στον υπεύθυνο εκπαιδευτικό της ομάδας το περιστατικό που βίωσαν (Rigby, 2007), ενώ οι γονείς έρχονται σε επικοινωνία με την ομάδα διαχείρισης όταν γίνουν μάρτυρες αλλαγών στη  συμπεριφορά των παιδιών τους , λόγου χάριν  «απροθυμία να πάνε στο σχολείο ή/και σωματικά συμπτώματα, όπως πονοκέφαλο, πόνο στο στομάχι και διαταραχές του ύπνου, επιθετικότητα κ.λπ».( Οδηγός του  Εκπαιδευτικού για τη  στήριξη της σχολικής μονάδας στην εφαρμογή πολιτικής σε σχέση με τον Σχολικό Εκφοβισμό»). Επομένως, παρατηρείται ότι όλα τα πρόσωπα που μετέχουν στο σχολικό περιβάλλον συνεργάζονται αγαστά και μεθοδικά προς επίλυση του προβλήματος. 

Ειδικότερα , όταν λαμβάνει χώρα περίπτωση εκφοβισμού ή υπάρχουν υπόνοιες ότι η συμπεριφορά ενός μαθητή προς άλλον  παρουσιάζει χαρακτηριστικά bullying, ακολουθείται ειδική διαδικασία στο κυπριακό παιδαγωγικό σύστημα που περιλαμβάνει πρώτιστα  τον καθησυχασμό των εμπλεκόμενων μερών, προς εκτόνωση εντάσεων και  το γόνιμο διάλογο με το μαθητή- θύμα, ώστε να συγκεντρωθούν οι απαιτούμενες πληροφορίες και λεπτμέρειες  για το συμβάν και να έχει ο εκπαιδευτικός, που μετέχει στην ομάδα διαχείρισης,  πλήρη εικόνα των γεγονότων . Ακολουθεί αναφορά για το περιστατικό, ενημέρωση των γονέων και καταγραφή του γεγονότος σε ειδική ηλεκτρονική πλατφόρμα του Υπουργείου Παιδείας της Κύπρου. Στο σχετικό εγχειρίδιο- οδηγό αναφέρονται λεπτομερή παραδείγματα του τρόπου διαχείρισης του εκφοβισμού ( διάλογοι εκπαιδευτικού- μαθητή, τρόποι συγκέντρωσης στοιχείων που αφορούν το περιστατικό, βήματα που ακολουθούνται για τη διαχείριση του περιστατικού, δημιουργία ομάδων υποστήριξης του θύματος του εκφοβισμού , συζητήσεις με μαθητές, εύρεση λύσεων , καταγραφή των συζητήσεων μέσω εντύπου που βοηθά στην κατανόηση του τρόπου προσέγγισης και διαχείρισης του προβλήματος , γραπτή ενημέρωση γονέων). 

Το μοντέλο που υϊοθετεί το κυπριακό παιδαγωγικό σύστημα βασιζόμενο και σε πρότυπα ευρωπαϊκών χωρών( Ολλανδία, Δανία, που πέραν της νομοθετικής πρωτοβουλίας, εισάγουν θεσμούς όπως του Επιθεωρητή Εμπιστοσύνης και του Γραφείου Παραπόνων που εποπτεύουν το σχολικό περιβάλλον και δρουν σε περιπτώσεις που το σχολείο αδρανεί ή αδυνατεί να αντιμετωπίσει θέματα παραβατικότητας των μαθητών- πρβλ Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου: Ομαδική βία και Εγκληματικότητα στα σχολεία∙ χχ:   291-292 ) καταδεικνύει ότι οι παιδαγωγικές αξίες του διαλόγου και της επικοινωνίας διδάσκοντος και μαθητή σε συνδυασμό με την ενημέρωση όλων των μελών της σχολικής κοινότητας για τον σχολικό εκφοβισμό, μπορούν να οδηγήσουν σε επιτυχή διαχείριση των περιπτώσεων παραβατικότητας εντός του σχολικού περιβάλλοντος, ώστε να υπάρξει πρόληψη ή ελάττωση των κρουσμάτων βίας και bullying , δίχως να χρειαστεί η προσφυγή στις δικαστικές αρχές. 

Επιπρόσθετα, η εποικοδομητική συνεργασία τόσο με θεσμικούς φορείς, όσο και με εθελοντικούς οργανισμούς αλλά και τα ΜΜΕ,  θα μπορούσε να συμβάλλει σε μια γενικότερη προσπάθεια αφενός  ανάδειξης της επιθετικότητας και των λοιπών αιφνίδιων φαινομένων που λαμβάνουν χώρα στα σχολεία, αφετέρου ευαισθητοποίσης και ενημέρωσης της κοινής γνώμης και ένταξης του σχολείου σε έναν υγιή κοινωνικό ιστό , και προσαρμογής του στο κοινωνικό σύνολο ως ενιαίο τμήμα του κι όχι απομονωμένο κομμάτι του 

Ο ρόλος των κρατικών αρχών και άλλων υπηρεσιών του κράτους  στην αντιμετώπιση κινδύνων στα σχολεία είναι μια ακόμη ουσιώδης παράμετρος άξια προς ενασχόληση , ώστε να αναδειχθεί  ολόπλευρα το φαινόμενο της σχολικής βίας  ως  κατ’ εξοχήν υποπερίπτωση κρίσιμου γεγονότος που επέρχεται στο σχολικό περιβάλλον και να  είναι να  δυνατή η καταγραφή προτάσεων και πιθανών λύσεων  που θα συνεισφέρουν στον μέγιστο βαθμό στην αποσόβηση τέτοιων καταστάσεων και θα προβάλλουν ένα σχολείο λειτουργικό, διακατεχόμενο από συλλογικότητα , συνεργασία και ικανότητα ανταπόκρισης σε κάθε σύγχρονη πρόκληση. Στην εισηγητική έκθεση του Ν. 4332/2015 με τον οποίο επήλθαν τροποποιήσεις στη διάταξη του άρθρου 312 Π.Κ. , αναφέρεται η  ανάγκη ανάδειξης των σοβαρών και ποινικώς κολάσιμων  φαινομένων παραβατικότητας επισημαίνοντας: « Αλλιώς, θα είχαμε, δυστυχώς, αποτύχει παταγωδώς σε παιδαγωγικό επίπεδο, αφού το σχολείο θα καταντούσε μια οιονεί φυλακή φοβισμένων παιδικών ψυχών, «αφυδατωμένων» από κάθε παιδική ζωντάνια και εφηβικό αυθορμητισμό» (Σαΐτη Αικ, Διδακτορική Διατριβή , 2019: 333-334) . 

Εφόσον το πρόβλημα αντιμετωπίζεται από τους κόλπους της σχολικής κοινότητας επιτυχώς- τόσο από πλευράς πρόληψης, όσο και από πλευράς καταστολής και διαχείρισης-  το γεγονός αυτό βοηθά ουσιαστικά στον περιορισμό της παραβατικότητας , ενδυναμώνει τις σχέσεις διδασκόντων και μαθητών και συντελεί στην ανάπτυξη ενός υγιούς σχολικού  περιβάλλοντος στο οποίο προκρίνονται  οι παιδαγωγικές και κοινωνικές  αξίες και προετοιμάζεται το άτομο για την ενήλικη ζωή. 

Συμπερασματικά, λοιπόν, θα λέγαμε πως το φαινόμενο του σχολικού εκφοβισμού είναι υπαρκτό , πλην όμως αντιμετωπίσιμο, ιδιως εάν ακολουθηθούν βήματα διαχείρισης όπως αυτά που περιγράφησαν ανωτέρω. Η παραδοχή των προβλημάτων παραβατικότητας στα σχολεία είναι αναμφίβολα η αρχή για την περαιτέρω αντιμετώπιση των εν λόγω συμπεριφορών . Αυτό που χρειάζεται , επιπλεόν,  είναι διάλογος με τους μαθητές, συνεργασία με τους γονείς και τις κοινωνικές δομές και διαμόρφωση μιας πολιτικής διαχείρισης κρίσεων, βάσει του κυπριακού μοντέλου, ώστε να επιτύχει το σχολείο συλλήβδην στην εν γένει αποστολή του ,  διαμορφώνοντας  ένα περιβάλλον ασφαλές και εύρρωστο ,  που προάγει τον πολιτισμό και τη συνεργασία και βοηθά εντέλει  στην ανάπτυξη ενάρετων προσωπικοτήτων. 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Arvin-Elyashiv, R. and Addi-Raccah, A. (2008) ‘Parent empowerment and teacher professionalism: Teachers’ perspective’, Urban Education, Vol. 43: 394-415

Espelage, D., Shea, M., Shi, W., Wang, C. & Gonzalez, V. (2016) ‘Parents and Teachers’ Perspcectives on School Bullying Among Elementary School-Aged Asian and Latino Immigrant Children’, Asian American Journal of Psychology, Vol. 7, No2:83-96

Gladden, R. M., Vivolo-Kantor, A. M., Hamburger, M. E., & Lumpkin, C. D. (2014), Bullying Surveillance among youths: Uniform definitions for public health and recommended data elements, The National Centre of Inquiry Prevention an Control, Centers for Disease Control and Prevention and the United States Department of Education.

Graue, E. and Brown, C. P.. (2003) ‘Preservice teachers’ notions of families and schooling’, Teaching and Teacher Education, Vol.19: 7190735

Hale, R., Fox, C.L. & Murray, M. (2017) “As a Parent You Become a Tiger”: Parents Talking about Bullying at School’, J Child Fam Stud, Vol. 25: 2000-2015

Hein, N. (2014) ‘Parental positions in school bullying: The production of powerelessness in home-school cooperation’. In Schott, R. M. and Sondergaard, D. M. (Eds), School bullying New theories in context, New York, Cambridge University Press.

Morrison, Q.J.(2007). Perceptions of teachers and stuff regarding the impact of the critical incident. Stress management (CISM) model for school-based crisis  intervention. Journal of School Violence , 6(1), 101-120.

Naylor, P., Cowie, H., F., de Bettencourt, R., and Lemme, F. (2006), ‘Teachers’ and pupils’ definitions of bullying’, British Journal of Educational Psychology, Vol. 76: 553-576

Olweus,  D. (1991). Bully/victim problems among schoolchildren. In D.L Pepler & K.H.Rubin (Eds.), The development and treatment of childhood aggression (pp. 441-448).Hillsdale, NJ: Erlbaum.

Ribbens McCarthy, J. and Kirkpatrick, S. (2005) ‘Negotiating public and private: Maternal mediations of home-school boundaries’. In Grozier, G. and Reay, D. (Eds) Activating participation: parents and teachers working towards partnership, Stoke on Trent, Trentham Books Limited

Rigby, K. (2007). Bullying in schools and what to do about it. Melbourne, Vic.: ACER.

Yoon, J., Sulkowski, M. L. and Bauman, S. A. (2016), ‘Teachers’ responses to bullying incidents: Effects of teachers’ characteristics and contexts’, Journal of School Violence, Vol. 15: 91-113

Young, S. (1998) ‘The Support Group Approach to Bullying in Schools’, Educational Psychology in Practice, Vol. 14, No 1

Εθνική Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου- Ειδική Επιτροπή Μελέτης των Ομάδων Ενδοσχολικής Βίας (ΕΕΜΟΕΒ)(ΧΧ):  Ομαδική Βία και Επιθετικότητα στα Σχολεία ,Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη 

 

Παπαδόπουλος, Ν., Αντωνίου Θ.,(2015), Η ευθύνη του Κράτους στην περίπτωση του (σχολικού)εκφοβισμού-bullying,ανάλυση από τη σκοπιά της ΕΣΔΑ και της Νομολογίας του ΕΔΔΑ. 

Προσεγγίσεις Διαχείρισης του Σχολικού Εκφοβισμού(Μάΐος 2018), Οδηγός Εκπαιδευτικού για στήριξη της σχολικής μονάδας στην εφαρμογή πολιτικής σε σχέση με τον Σχολικό Εκφοβισμό, Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού- Δ/νση Δημοτικής Εκπαίδευσης, Παρατηρητήριο για τη Βία, Κύπρος  

Σαΐτη Αικ. ( Ιούνιος 2019) : Στάσεις και αντιλήψεις των διευθυντών(-ριών) και εκπαιδευτικών για τη διαχείριση κινδύνων- κρίσεων στον εργασιακό χώρο των σχολικών μονάδων της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης της χώρας», Διδακτορική Διατριβή, Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης ΕΚΠΑ  

nomocultus
Βασιλέως Αλεξάνδρου 114 Περιστέρι, ΤΚ 12134, Αθήνα
+30 2155304867
kat85saiti@yahoo.gr

ΤΗΛΕΦΩΝΟ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Copyright © Nomocultus 2020

https://nomocultus.gr/wp-content/uploads/2023/02/e-banner_orizontio60X468.jpg