ΑρθρογραφίαΕκπαιδευτικό δίκαιοΥπερωριακή απασχόληση αναπληρωτή εκπαιδευτικού ( Σχετική η Απόφαση Αρείου Πάγου  1 / 2020 )   και μονιμοποίηση αναπληρωτών εκπαιδευτικών με 3ετή προϋπηρεσία σύμφωνα με απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης

24 Ιανουαρίου 2021

Κατά το άρθρο 2 παρ.2 του Ν.1566/85 “Δομή και λειτουργία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και άλλες διατάξεις” (Φ.Ε.Κ. Α’ 167): Η δευτεροβάθμια εκπαίδευση παρέχεται σε δυο κύκλους. Ο πρώτος κύκλος καλύπτεται από τα γυμνάσια και ο δεύτερος από τα γενικά, κλασικά, εκκλησιαστικά, τεχνικά – επαγγελματικά, ενιαία πολυκλαδικά λύκεια και από τις τεχνικές – επαγγελματικές σχολές. Σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 13,16,18,20 του ν. 1566/1985 “Δομή και λειτουργία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και άλλες διατάξεις” (Φ.Ε.Κ. Α’ 167): “13. Οι ώρες εβδομαδιαίας διδασκαλίας και διεξαγωγής πρακτικών ασκήσεων από το εκπαιδευτικό προσωπικό της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ορίζονται ως εξής: α)….. ε) Εκπαιδευτικό προσωπικό των κλάδων ΑΤ1 μέχρι ΑΤ ώρες είκοσι μία (21) αν έχουν έως έξι έτη υπηρεσίας, ώρες δεκαεννέα (19) αν έχουν από έξι μέχρι δώδεκα έτη υπηρεσίας και ώρες δεκαοκτώ (18) αν έχουν πάνω από δώδεκα έτη υπηρεσίας. 14. Διδασκαλία με μειωμένο ωράριο δεν επιτρέπεται, εκτός εάν η συμπλήρωσή του δεν είναι αντικειμενικά δυνατή. 16. Σε περίπτωση που οι προβλεπόμενες ώρες διδασκαλίας για κάθε μάθημα δεν καλύπτονται με το υποχρεωτικό ωράριο των διδασκόντων και οι απομένουσες δεν δικαιολογούν θέση εκπαιδευτικού ή αν δικαιολογούν, μέχρι να προσληφθεί προσωρινός αναπληρωτής και εφόσον δεν υπάρχει προσφορά προαιρετικής υπερωριακής διδασκαλίας, ο σύλλογος των διδασκόντων αναθέτει την κάλυψη των ωρών αυτών σε εκπαιδευτικούς του ίδιου σχολείου… 18. Ανάθεση υπερωριακής διδασκαλίας, προαιρετικής ή υποχρεωτικής, καθώς και ανάθεση διδασκαλίας με ωριαία αντιμισθία, επιτρέπεται μόνο αν οι καθηγητές της ίδιας ειδικότητας έχουν καλύψει το υποχρεωτικό ωράριο διδασκαλίας τους. Τα όργανα, ο τρόπος επιλογής και η διαδικασία για την ανάθεση διδασκαλίας στις περιπτώσεις της προηγούμενης παραγράφου ρυθμίζονται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. 

Κατά το άρθρο 13 παρ.8 του ίδιου ν.1566/1985 , όλοι οι εκπαιδευτικοί των σχολείων της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης παραμένουν υποχρεωτικά στο σχολείο τους στις εργάσιμες ημέρες, πέρα από τις ώρες διδασκαλίας, για την προσφορά και άλλων υπηρεσιών που συνδέονται με το γενικότερο εκπαιδευτικό έργο, όπως συμμετοχή σε γιορταστικές, αθλητικές και πολιτιστικές εκδηλώσεις, ενημέρωση των γονέων και κηδεμόνων, τήρηση βιβλίων του σχολείου και εκτέλεση διοικητικών εργασιών. Κάθε εκπαιδευτικός παραμένει υποχρεωτικά στο σχολείο, στις εργάσιμες μέρες πέρα από τις ώρες διδασκαλίας, για την εκτέλεση συγκεκριμένου έργου που του έχει ανατεθεί από τα όργανα διοίκησης του σχολείου όχι όμως πέρα από έξι (6) ώρες την ημέρα ή τριάντα (30) ώρες την εβδομάδα, με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 της περίπτωσης ΣΤ ` του άρθρου Οι διατάξεις της παρ.8 του άρθρου 13 και της παρ. 13 του άρθρου 14του Ν.1566/1985,τηςπαρ. 3 του άρθρου 48 του Ν. 2413/1996, της παρ. 3 του άρθρου 9 του Ν.2517/1997 (ΦΕΚ 160Α) και της παρ. 14του άρθρου 30 του Ν. 2083/1992 (ΦΕΚ159 Α) εφαρμόζονται και για τους προσωρινούς αναπληρωτές”.

Ο ν.1824/1988 “Θέματα εκπαιδευτικών κλπ διατάξεις” (ΦΕΚ Α-296) ορίζει στο άρθρο 4 υπό τον παράτιτλο Ενισχυτική διδασκαλία και πρόσθετη διδακτική βοήθεια όπως η παρ.2 αυτού αντικαταστάθηκε με την παρ.4 του άρθρου 7 του ν.2043/1992 ότι “1. Καθιερώνεται η ενισχυτική διδασκαλία για τους μαθητές του γυμνασίου και του δημοτικού σχολείου. Ο τρόπος με τον οποίο παρέχεται η ενισχυτική διδασκαλία, οι μορφές αυτής, η οργάνωση και λειτουργία των τμημάτων ενισχυτικής διδασκαλίας, τα προγράμματα διδασκαλίας, ο ορισμός των διδασκόντων και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια καθορίζονται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. Κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου αυτού εκδόθηκε αρχικά το π.δ. 429/1991(ΦΕΚ Α’156) και στη συνέχεια η ΥΑ 967/2003(ΦΕΚ Β’1301) του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων με τα οποία καθορίστηκε το πλαίσιο λειτουργίας του προγράμματος ενισχυτικής διδασκαλίας. Ειδικότερα στην ανωτέρω απόφαση η οποία ίσχυε κατά τον εδώ κρίσιμο χρόνο ορίζεται ότι 1. Με τον όρο “ενισχυτική διδασκαλία” Γυμνασίου νοείται η παρακολούθηση από τον μαθητή του γυμνασίου αυτοτελούς υποστηρικτικού προγράμματος διδασκαλίας στα μαθήματα: Γλωσσική διδασκαλία (Αρχαία, Νέα), κλπ 2. Στο πρόγραμμα ενισχυτικής διδασκαλίας συμμετέχουν μαθητές όλων των τάξεων του γυμνασίου, που υστερούν στους παραπάνω τομείς γνώσης, με συνέπεια να μην μπορούν να παρακολουθούν και να συμμετέχουν αποδοτικά στο σχολείο στη διαδικασία της μάθησης ή μαθητές που θέλουν να βελτιώσουν την απόδοσή τους στα παραπάνω μαθήματα. Σκοπός του προγράμματος είναι η επανένταξη των μαθητών στη μαθησιακή διαδικασία, η μείωση της μαθητικής διαρροής και η βελτίωση της απόδοσής τους. 3. Το σχετικό πρόγραμμα αρχίζει να λειτουργεί με την έναρξη του σχολικού έτους και λήγει με το πέρας των εξετάσεων. …5. Το ειδικό ωρολόγιο και αναλυτικό πρόγραμμα, ανάλογα με τις μαθησιακές δυσκολίες των μαθητών και τις συνθήκες λειτουργίας των σχολείων, συντάσσεται, εφαρμόζεται, αξιολογείται και αναπροσαρμόζεται με απόφαση του συλλόγου των διδασκόντων, έπειτα από σχετική εισήγηση των εκπαιδευτικών της οικείας ή συγγενούς ειδικότητας και σε συνεργασία με τους Σχολικούς Συμβούλους. Το ωρολόγιο πρόγραμμα αναπτύσσεται: α) εντός του ωραρίου διδασκαλίας, όταν υπάρχει η σχετική δυνατότητα. β) εντός του σχολείου σε απογευματινές ή βραδινές ώρες (ή σε πρωινές για σχολείο με απογευματινή βάρδια), όταν δεν εξασφαλίζονται οι αναγκαίες προϋποθέσεις για την περίπτωση (α). 6. α. Το πρόγραμμα Ενισχυτικής Διδασκαλίας υλοποιείται σε κάθε Γυμνάσιο ή και κατά ομάδες Γυμνασίων της ίδιας εκπαιδευτικής περιφέρειας με Απόφαση του Διευθυντή Διεύθυνσης ή Προϊστάμενου Γραφείου της οικείας Διεύθυνσης ή Γραφείου … 7. Στα τμήματα ενισχυτικής διδασκαλίας διδάσκουν: α) Μόνιμοι καθηγητές προς συμπλήρωση του διδακτικού τους ωραρίου χωρίς πρόσθετη αμοιβή. β) Μόνιμοι καθηγητές, για ώρες πέραν του υποχρεωτικού τους ωραρίου με υπερωριακή αποζημίωση. γ) Ωρομίσθιοι καθηγητές με ωριαία αποζημίωση. Οι Μόνιμοι και αναπληρωτές καθηγητές που απασχολούνται στην Ενισχυτική Διδασκαλία, μπορούν να έχουν εβδομαδιαίως μέχρι 10 ώρες, πέραν αυτών που χρησιμοποιούνται για την συμπλήρωση του ωραρίου τους. Οι ώρες αυτές δεν θεωρούνται υπερωρίες κατά την έννοια της παραγράφου 16 του άρθρου 14 του νόμου 1566/85, ανεξάρτητα αν αμείβονται με υπερωριακή αποζημίωση.9. Η ισχύς της παρούσης άρχεται από 1ης Σεπτεμβρίου 2003. Μέχρι τότε το πρόγραμμα υλοποιείται ως προς τις λεπτομέρειές του, με βάση το Προεδρικό Διάταγμα 429/91, από το α` τρίμηνο της σχολικής χρονιάς 2002-2003. 

Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 16 του ν.3205/2003 “Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου …” (Φ.Ε.Κ. Α’ 297): “1. Η καθιέρωση με αμοιβή εργασίας πέρα από τις ώρες της υποχρεωτικής απασχόλησης των υπαλλήλων του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και ο. Τ .Α. επιτρέπεται μόνο για την αντιμετώπιση εποχικών, έκτακτων ή επειγουσών υπηρεσιακών αναγκών. Η υπερωριακή απασχόληση του προσωπικού εγκρίνεται με απόφαση του καθ` ύλην αρμόδιου Υπουργού στην οποία αναφέρονται σαφή και συγκεκριμένα στοιχεία που δικαιολογούν την ανωτέρω εργασία πέρα από το Κανονικό ωράριο. Με την ίδια απόφαση καθορίζεται ο αριθμός των υπαλλήλων, το χρονικό διάστημα και οι ώρες υπερωριακής απασχόλησής τους μέσα στα όρια των πιστώσεων του Προϋπολογισμού τους, μη επιτρεπομένης της επιβάρυνσης του Προϋπολογισμού Δημοσίων Επενδύσεων. Δαπάνες υπερωριακής, νυκτερινής και Κυριακών ή εξαιρέσιμων ημερών εργασίας, που πραγματοποιούνται το τελευταίο δίμηνο κάθε έτους, δύνανται να επιβαρύνουν τον προϋπολογισμό του επόμενου έτους, με την προϋπόθεση ότι είχαν προβλεφθεί οι σχετικές πιστώσεις στον προϋπολογισμό του οικονομικού έτους κατά το οποίο πραγματοποιήθηκαν και δεν κατέστη δυνατή η πληρωμή τους, ενώ τέλος,  στις ρυθμίσεις των διατάξεων του άρθρου αυτού δεν εμπίπτει το εκπαιδευτικό προσωπικό της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης για την ανάθεση διδασκαλίας του μαθήματος της ειδικότητάς του, προαιρετικής ή υποχρεωτικής (επιμίσθιο), της οποίας η ωριαία αμοιβή εξακολουθεί να καταβάλλεται στο ύψος που έχει διαμορφωθεί κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Η αποζημίωση αυτή μπορεί να αναπροσαρμόζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων.

Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις συνάγονται τα ακόλουθα:

 Με τις διατάξεις του ν. 1824/1988 εισήχθη ο θεσμός της ενισχυτικής διδασκαλίας για τους μαθητές όλων των τάξεων του Γυμνασίου που παρουσιάζουν χαμηλές επιδόσεις στη διδακτέα ύλη ορισμένων μαθημάτων, ώστε να ενισχυθούν μαθησιακά. Με την κατ’ εξουσιοδότηση του νόμου  Υπουργική Απόφαση ΥΑ 967/2003(ΦΕΚ Β’1301) του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων καθορίζονται κατά τον χρόνο ισχύος αυτής  όλες οι αναγκαίες λεπτομέρειες για τη λειτουργία του προγράμματος,  ορίζεται ότι στο πρόγραμμα αυτό απασχολούνται, μεταξύ άλλων, μόνιμοι ή αναπληρωτές καθηγητές της ίδιας ή άλλης σχολικής μονάδας, και πέραν του εβδομαδιαίου διδακτικού τους ωραρίου μέχρι 10 ωρών εβδομαδιαίως, η χρονική διάρκεια του προγράμματος από τη έναρξη έως τη λήξη του διδακτικού έτους, ότι το ωρολόγιο πρόγραμμα συντάσσεται με απόφαση των διδασκόντων και υλοποιείται με Απόφαση του Διευθυντή Διεύθυνσης ή Προϊστάμενου Γραφείου της οικείας Διεύθυνσης ή Γραφείου. Η απασχόληση εκπαιδευτικού μόνιμου ή αναπληρωτή πέραν του υποχρεωτικού εβδομαδιαίως διδακτικού ωραρίου και στο πρόγραμμα ενισχυτικής διδασκαλίας συνιστά υπερωρία, όμως., κατά τη προαναφερόμενη διάταξη της παρ.6 του άρθρου 16 του ν.3205/2003 λόγω της ιδιαιτερότητας της φύσης των καθηκόντων των εκπαιδευτικών και του διαφορετικού τρόπου οργάνωσης και λειτουργίας των σχολικών μονάδων έναντι των λοιπών δημοσίων υπηρεσιών, της διαδικασίας για τον τρόπο με τον οποίο αυτή παρέχεται δεν απαιτείται με υπουργική απόφαση ειδική αιτιολόγηση της υπηρεσιακής ανάγκης που την επιβάλλει ,ενόψει της προβλεπόμενης εξαίρεσης. 

Σχετικά με την έννομη σχέση του αναπληρωτή εκπαιδευτικού, ο οποίο υπηρετεί δυνάμει σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου σε σχολικές μονάδες πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης,  το  Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ( ΔΕΕ κατά συντόμευση) με την απόφασή του Γ΄ Τμήματος του της 26ης Νοεμβρίου 2014  εξέδωσε απόφαση σύμφωνα με την οποία:

«Η ρήτρα 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, η οποία συνήφθη στις 18 Μαρτίου 1999 και περιλαμβάνεται στο παράρτημα της οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP, έχει την έννοια ότι απαγορεύει εθνική κανονιστική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στις κύριες δίκες, βάσει της οποίας είναι δυνατή η ανανέωση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου για την κάλυψη κενών και ελεύθερων θέσεων διδασκόντων και διοικητικού, τεχνικού και επικουρικού προσωπικού στα υπό κρατική διαχείριση σχολεία, έως την ολοκλήρωση διαγωνισμών για την πρόσληψη μόνιμου προσωπικού, χωρίς να ορίζονται συγκεκριμένες προθεσμίες για την ολοκλήρωση των διαγωνισμών αυτών και αποκλειομένης εντελώς, για τους διδάσκοντες αυτούς και το εν λόγω προσωπικό, της δυνατότητας προβολής αξιώσεως για την αποκατάσταση της ζημίας που ενδεχομένως έχουν υποστεί λόγω της προαναφερθείσας ανανεώσεως. Συγκεκριμένα και υπό την επιφύλαξη των διαπιστώσεων των αιτούντων δικαστηρίων, η εν λόγω ρύθμιση, αφενός, δεν καθιστά δυνατή τη συναγωγή αντικειμενικών και διαφανών κριτηρίων προκειμένου να ελεγχθεί αν η ανανέωση των συμβάσεων αυτών ανταποκρίνεται πράγματι σε γνήσια ανάγκη, είναι πρόσφορη προς επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού και αναγκαία προς τούτο, και, αφετέρου, δεν περιλαμβάνει κανένα μέτρο για την αποτροπή καταχρηστικής συνάψεως διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και την επιβολή κυρώσεων στις περιπτώσεις αυτές».

Με την παραπάνω απόφαση,το ΔΕΕ θέτει επί τάπητος και αποφαίνεται θετικά επί του δικαστικής διεκδίκησης του δικαιώματος   μονιμοποίησης αναπληρωτών εκπαιδευτικών αναγνωρίζοντας ότι η σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου δεν ανταποκρίνεται στην αρχή της αναλογικότητας υπό τις ειδικότερες εκφάνσεις  της αναγκαιότητας, της προσφορότητας και της καταλληλότητας, ήτοι δεν εξασφαλίζεται μέσω των εν λόγω συμβάσεων η αναλογία μέσου και σκοπού( σύμβαση για αντιμετώπιση κενών θέσεων προσωπικού τακτικού ή έκτακτου) με απότοκο την καταχρηστικότητα σύναψης τέτοιων συμβάσεων και την  καταστρατήγηση των  δικαιωμάτων  των εργαζομένων εκπαιδευτικών 

Στη διαφορά για την οποία εκδόθηκε η ανωτέρω απόφαση ΔΕΕ, στο Δικαστήριο παρενέβη και η Ελλάδα υποβάλλοντας γραπτές παρατηρήσεις  και προς την κατεύθυνση της έκδοσης απορριπτικής απόφασης αναφορικά με τη δυνατότητα μονιμοποίησης αναπληρωτών εκπαιδευτικών επισημαίνοντας ότι παρέλκει αλυσιτελώς η υπαγωγή της εκπαίδευσης στις διατάξεις της συμφωνίας-πλαισίου σχετικά με την καταχρηστική σύναψη διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, εν τούτοις η σχετική θέση της ελληνικής κυβέρνησης απορρίφθηκε από το ΔΕΕ με το αιτιολογικό ότι «η συμφωνία-πλαίσιο δεν αποκλείει κανένα συγκεκριμένο κλάδο από το πεδίο εφαρμογής της και, συνεπώς, έχει εφαρμογή στο προσωπικό που προσλαμβάνεται στον κλάδο της εκπαίδευσης». 

Συνεπώς, η απόφαση αυτή δεσμεύει τα όργανα της Ελλάδος ( απόφαση Ολομέλειας ΑΠ 16/2013: «η δεσμευτικότητα της απόφασης αυτής του ΔΕΕ ….. είναι όμως αναμφίβολη, αφού μόνον έτσι εξυπηρετείται ο σκοπός της ενιαίας και ομοιόμορφης εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου»).

Στα πλαίσια των νομολογιακών αυτών δεδομένων, διανοίγεται η δικαστική διεκδίκηση της μονιμοποίησης των αναπληρωτών εκπαιδευτικών είτε δια αιτήσεως συμμόρφωσης η οποία θα απευθύνεται και θα κοινοποιείται με δικαστικό επιμελητή  στον αρμόδιο Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων, θα συνοδεύεται από υπόμνημα και θα θέτει τα νομικά ζητήματα της ως άνω απόφασης ΔΕΕ , είτε μέσω καταγγελίας στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή περί μη συμμόρφωσης της Ελλάδας στην απόφαση του ΔΕΕ  και, κατόπιν , με άσκηση του ενδίκου βοηθήματος της προσφυγής . Παγίως, βέβαια, υφίσταται, στο μέτρο που υπάρχει και δεδικασμένο της εθνικής έννομης τάξης( Άρειος Πάγος  16/2013) αλλά και απόφαση ανώτατου ευρωπαϊκού δικαστηρίου στην οποία συμμορφώνεται πλήρως ο εθνικός δικαστής,  να ασκηθεί αγωγή στο αρμόδιο πολιτικό δικαστήριο εκδικάζον κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, αξιώνοντας την αναγνώριση της σύμβασης των εκπαιδευτικών ως αορίστου χρόνου εξ αρχής , τη μονιμοποποίηση των αιτούντων εναγόντων , την καταβολή των αποδοχών που αντιστοιχούν στον χρόνο διακοπής της απασχολήσεώς μεταξύ της λήξεως μιας συμβάσεως και της ενάρξεως της επομένης, και επικουρικώς  την αξίωση  αποζημίωσης. 

nomocultus
Βασιλέως Αλεξάνδρου 114 Περιστέρι, ΤΚ 12134, Αθήνα
+30 2155304867
kat85saiti@yahoo.gr

ΤΗΛΕΦΩΝΟ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Copyright © Nomocultus 2020

https://nomocultus.gr/wp-content/uploads/2023/02/e-banner_orizontio60X468.jpg