Διοικητικό δίκαιοΣχολιασμοί δικαστικών αποφάσεωνΑΝΑΣΦΑΛΙΣΤΟΙ ΥΠΕΡΗΛΙΚΕΣ : ΛΗΨΗ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΟ ΤΟ ΠΡΙΣΜΑ ΔΥΟ ΝΟΜΟΘΕΤΗΜΑΤΩΝ ( ν. 1296/1982& 4093/2012)

12 Νοεμβρίου 2021

Περίληψη της ΣτΕ 1515/2021 Α΄ Τμ. 7μ. Επανάκριση ήδη συνταξιούχου ανασφάλιστου υπερήλικα κατά το στοιχ. 5 της υποπαρ. ΙΑ.6 της παρ. ΙΑ του άρθρ. πρώτου του ν. 4093/2012.

05/10/2021

ΣτΕ   1515/2021 Α΄ Τμ. 7μ.

Πρόεδρος: Σ. Χρυσικοπούλου, Αντιπρόεδρος

Εισηγητής: Μ. Δρίβα, Πάρεδρος 

 

Συνταγματική και σύμφωνη με την Ε.Σ.Δ.Α. η προβλεπόμενη στην περιπτ. β΄ του στοιχ. 5. της υποπαρ. ΙΑ.6 της παρ. ΙΑ του άρθρ. πρώτου του ν. 4093/2012 προϋπόθεση για τη χορήγηση σύνταξης ανασφάλιστου υπερήλικα που αναφέρεται στη μη λήψη σύνταξης ή στη μη ύπαρξη δικαιώματος σύνταξης «από οποιονδήποτε Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης ή το Δημόσιο στην  Ελλάδα ή το εξωτερικό, ανεξαρτήτως ποσού». Μειοψηφία. [Δεκτή η αίτηση αναιρέσεως του Ο.Γ.Α. (ήδη Ο.Π.Ε.Κ.Α.). Αναιρείται η  απόφ. Διοικ. Εφ. Λάρισας 244/2016].

 

Με την ανωτέρω απόφαση κρίθηκαν τα εξής: Ι. Σκοπός των διατάξεων του ν. 1296/1982 και των νεότερων νόμων 4093/2012 και 4387/2016 είναι η χορήγηση προνοιακής παροχής στους ανασφάλιστους υπερήλικες που δεν διαθέτουν επαρκείς πόρους και είναι σε κατάσταση ανάγκης. Η παροχή αυτή καθορίζεται σε ένα επαρκές κατά την εκτίμηση του νομοθέτη ύψος για την εξασφάλιση ενός ελάχιστου επιπέδου αξιοπρεπούς διαβίωσης. Ειδικότερα, με τις διατάξεις του στοιχ. 5 της υποπαρ. ΙΑ.6 της παρ. ΙΑ του άρθρ. πρώτου του ν. 4093/2012, οι οποίες θεσπίσθηκαν σε συνθήκες οξείας δημοσιονομικής κρίσης, επιδιώχθηκε να καταστούν αυστηρότερες οι προϋποθέσεις χορήγησης της παροχής αυτής, ώστε να περιοριστεί ο κύκλος των δικαιούχων και, όπως αναφέρεται στην εισηγητική έκθεση του νόμου αυτού, να λαμβάνουν την παροχή οι πραγματικά ανασφάλιστοι που δεν λαμβάνουν σύνταξη από οποιοδήποτε φορέα και έχουν πολύ μικρά εισοδήματα. Ενόψει του επιδιωκόμενου με τη θέσπιση των διατάξεων αυτών σκοπού, η προϋπόθεση  που προβλέπει η περίπτ. β΄ του στοιχ. 5 της υποπαρ. ΙΑ.6 της παρ. ΙΑ του άρθρ. πρώτου του ν. 4093/2012 για τη χορήγηση σύνταξης ανασφάλιστου υπερήλικα και αναφέρεται στη μη λήψη σύνταξης ή στη μη ύπαρξη δικαιώματος σύνταξης «από οποιονδήποτε Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης ή το Δημόσιο στην  Ελλάδα ή το εξωτερικό, ανεξαρτήτως ποσού» αφορά μόνο όσους ανασφάλιστους υπερήλικες δεν λαμβάνουν ή δεν δικαιούνται οι ίδιοι σύνταξη το ύψος της οποίας υπερβαίνει το ποσό της παροχής ανασφάλιστου υπερήλικα, το οποίο κατά την αντίληψη του νομοθέτη ενόψει των υφιστάμενων δημοσιονομικών, οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών και αναγκών θεωρείται επαρκές για την κάλυψη των βασικών αναγκών του ατόμου με γνώμονα το σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Κατ’ ακολουθία, εάν στο πλαίσιο επανάκρισης από 1.1.2013, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο του στοιχ. 5 της υποπαρ. ΙΑ.6 της παρ. ΙΑ του άρθρ. πρώτου του ν. 4093/2012,  ήδη συνταξιούχου ανασφάλιστου υπερήλικα με βάση το προγενέστερο νομοθετικό καθεστώς διαπιστωθεί ότι αυτός συνταξιοδοτείται από άλλο ασφαλιστικό φορέα αλλοδαπό ή ημεδαπό ή το Δημόσιο, διακόπτεται η καταβολή ολόκληρου του ποσού της σύνταξης ανασφάλιστου υπερήλικα μόνο αν η σύνταξη  που λαμβάνει αυτός από τον άλλο ασφαλιστικό φορέα ή το Δημόσιο είναι ανώτερη του καθοριζόμενου από το νόμο ποσού της σύνταξης ανασφάλιστου υπερήλικα. Αν το ποσό της σύνταξης που λαμβάνει ο ανασφάλιστος υπερήλικας από τον άλλο φορέα είναι κατώτερο του καθοριζόμενου από το νόμο ποσού της σύνταξης ανασφάλιστου υπερήλικα, αυτός δικαιούται την παροχή το ύψος της οποίας ανέρχεται στο ποσό της διαφοράς που προκύπτει μετά την αφαίρεση από το ποσό της σύνταξης ανασφάλιστου υπερήλικα του ποσού της σύνταξης που λαμβάνει από τον άλλο φορέα. Έχοντας την ως άνω έννοια η διάταξη της περίπτ. β΄ του στοιχ. 5 της υποπαρ. ΙΑ.6 της παρ. ΙΑ του άρθρ. πρώτου του ν. 4093/2012, ακόμη και αν συνεπάγεται μείωση (περικοπή) του ποσού της ήδη χορηγούμενης σύνταξης ανασφάλιστου υπερήλικα, δεν αντίκειται σε καμία συνταγματική διάταξη ούτε σε άλλη υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη ή αρχή και ειδικότερα  δεν αντίκειται  στα άρθρ. 2 παρ. 1, 17 παρ. 1, 21 παρ. 3, 25 παρ. 1 και 4 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. Και τούτο,  διότι με τη νομοθετική αυτή ρύθμιση ναι μεν επέρχεται επέμβαση σε περιουσιακής φύσης δικαίωμα, όμως η ρύθμιση αυτή που έγινε στο πλαίσιο της κυβερνητικής πολιτικής κοινωνικής προστασίας  για την κάλυψη της ευάλωτης ή ευπαθούς ομάδας των ανασφάλιστων υπερηλίκων υπαγορεύεται από λόγους δημοσίου συμφέροντος συναπτόμενους με την ανάγκη για τη λήψη μέτρων εξοικονόμησης δημόσιων δαπανών σε συνθήκες οξείας και παρατεταμένης δημοσιονομικής κρίσης και δεν είναι δυσανάλογη με τον επιδιωκόμενο σκοπό (της χορήγησης στους ανασφάλιστους υπερήλικες που έχουν ανάγκη παροχής που είναι επαρκής για την εξασφάλιση ενός ελάχιστου επιπέδου αξιοπρεπούς διαβίωσης). Μειοψήφησε μια Σύμβουλος που υποστήριξε τα εξής: Με τις διατάξεις του άρθρ. πρώτου παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ.6 στοιχ. 5 του ν. 4093/2012, προβλέπεται η επανάκριση των ήδη δικαιούχων της ανωτέρω παροχής με βάση το νεότερο τιθέμενο από τη διάταξη αυτή κριτήριο της περιπτ. β΄, αδιακρίτως, δηλαδή χωρίς εκτίμηση του ύψους της συντάξεως την οποία αυτοί λαμβάνουν από άλλη πηγή, ώστε να είναι δυνατόν να ελεγχθεί αν διασφαλίζεται σε αυτούς ένα στοιχειώδες επίπεδο αξιοπρεπούς διαβιώσεως. Με το περιεχόμενο δε αυτό η διάταξη αντίκειται προεχόντως στα άρθρα 2 παρ.1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος.

ΙΙ. Με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως έγιναν δεκτά (λήψη από  αλλοδαπό ίδρυμα κοινωνικής ασφάλισης σύνταξης ύψους 90 – 100 ευρώ μηνιαίως, δηλαδή κατώτερης της χορηγούμενης σύνταξης ανασφάλιστου υπερήλικα), το διοικητικό εφετείο έσφαλε κρίνοντας ότι η περίπτ. β΄ του στοιχ. 5 της υποπαρ. ΙΑ.6 της παρ. ΙΑ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 αντίκειται στα άρθρα 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. και  25 παρ. 1 εδ. δ΄ του Συντ., ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούνταν ολόκληρο το ποσό της καθοριζόμενης από το νόμο σύνταξης ανασφάλιστου υπερήλικα και όχι μόνο το ποσό της διαφοράς μεταξύ της σύνταξης ανασφάλιστου υπερήλικα και της σύνταξης  από τον αλλοδαπό φορέα και ότι, συνεπώς, η προσβληθείσα απόφαση διακοπής της επίμαχης συνταξιοδοτικής παροχής ήταν νομικώς πλημμελής και ακυρωτέα στο σύνολό της και όχι εν μέρει (δηλ. μόνο κατά το ποσό της διαφοράς που προκύπτει μεταξύ του ποσού της σύνταξης αναφάλιστου υπερήλικα και του ποσού που λάμβανε ο αναιρεσίβλητος από τον άλλο φορέα).

 

 

ΠΗΓΗ: ADJUSTICE.GR

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ

 

Στην υπό σχολιασμό παρατεθείσα απόφαση, χρειάζεται να διακρίνουμε δύο περιπτώσεις:

Α) Το προγενέστερο του Ν. 4093/2012 νομοθετικού καθεστώτος , ήτοι ο Ν. 1296/1982 όπως τροποποιήθηκε και ισχύσε δια των Ν. 1422/1984, 1745/1987, 2556/1997 και με τον οποίο θεσπίστηκαν τα εξής:

Άρθρο 1: «Στον Οργανισμό Γεωργικών Ασφαλίσεων (Ο.Γ.Α.) δημιουργείται ειδικός λογαριασμός με τον τίτλο ειδικός λογαριασμός συνταξιοδότησης ανασφάλιστων υπερήλικων οικονομικά ανεξάρτητος από τους άλλους κλάδους ασφάλισης. 2. Από το λογαριασμό αυτό χορηγείται, κάθε μήνα σύνταξη και, υγειονομική περίθαλψη σε Έλληνες υπηκόους και, ομογενείς, που μένουν μόνιμα στην Ελλάδα, με τις πιο κάτω προϋποθέσεις: α. Να έχουν συμπληρώσει το 68ο έτος της ηλικίας τους. β. Να μη παίρνουν αυτοί και οι σύζυγοί τους, στις περιπτώσεις ανδρόγυνων, σύνταξη ή άλλο περιοδικό βοήθημα από οποιαδήποτε πηγή. Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής η χορήγηση σύνταξης από τον Ο.Γ.Α. στον ένα των συζύγων, στις περιπτώσεις ανδρόγυνων, δεν αποτελεί εμπόδιο για τη συνταξιοδότηση του άλλου συζύγου ως υπερήλικα και γ. Το ετήσιο ατομικό εισόδημα ή το ετήσιο οικογενειακό εισόδημα, στις περιπτώσεις ανδρόγυνων, από εργασία τους ή από οποιαδήποτε άλλη πηγή δεν ξεπερνά το ύψος των ετήσιων παροχών (συντάξεων, δώρων Χριστουγέννων και, Πάσχα και επιδόματος αδείας) που χορηγεί ο Ο.Γ.Α. στον αγρότη ή το αγροτικό ζευγάρι. Όταν ο ένας από τους συζύγους παίρνει σύνταξη από τον Ο.Γ.Α. Οι ετήσιες συντάξεις του, όπως αυτές ορίζονται, πιο πάνω, συμπεριλαμβάνονται στο οικογενειακό εισόδημα που θα συγκριθεί, με τις ετήσιες συντάξεις που χορηγεί ο Ο.Γ.Α. σε αγροτικό ζευγάρι, προκειμένου να κριθεί, αν θα συνταξιοδοτηθεί ο άλλος των συζύγων, ως ανασφάλιστος υπερήλικας. Κατ` εξαίρεση, δικαιούνται τη σύνταξη του παρόντος άρθρου τα πρόσωπα που παίρνουν τα ίδια ή και οι σύζυγοί τους, σε περίπτωση εγγάμων, σύνταξη ή άλλο περιοδικό βοήθημα από οποιαδήποτε πηγή μικρότερη από τη σύνταξη που χορηγεί ο Ο.Γ.Α., σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.4169/1961, υπό την προϋπόθεση ότι το ετήσιο ατομικό ή οικογενειακό τους εισόδημα, από οποιαδήποτε πηγή, των συντάξεων συμπεριλαμβανομένων, δεν υπερβαίνει τις ετήσιες συντάξεις που χορηγεί ο Ο.Γ.Α στον αγρότη ή το αγροτικό ζεύγος. Στην έννοια του περιοδικού βοηθήματος, που αναφέρεται πιο πάνω, δεν περιλαμβάνονται τα βοηθήματα ή άλλης μορφής οικονομικές ενισχύσεις που χορηγούνται σε αναξιοπαθούντα πρόσωπα από τα ειδικά προγράμματα του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας ή οποιουδήποτε άλλου φορέα, όπως αυτά ισχύουν κάθε φορά».

Κατά συνέπεια, και για όσους υπερήλικες μέχρι το έτος 2012 είχαν δικαίωμα να λάβουν την παροχή του ανασφάλιστου υπερήλικα ακόμη κι αν οι ίδιοι ή οι σύζυγοί τους συνταξιοδοτούντο από άλλη πηγή – σύνταξη από ελληνικό ή αλλοδαπό φορέα ασφάλισης- υπό την πρόσθετη προϋπόθεση ότι δεν λάμβαναν υπέρτερη του επιδόματος σύνταξη,  όπως εκάστοτε αυτό οριζόταν . Σε αυτή την περίπτωση, κατά ερμηνευτική εκδοχή που υϊοθετείται και στο σκεπτικό της εν προκειμένω σχολιαζόμενης απόφασης, ο διοικούμενος πρέπει να λάβει τη διαφορά μεταξύ του επιδόματος και τη ληφθείσας σύνταξής του που είναι μικρότερη από το επίδομα- εάν, πχ η σύνταξη από αλλοδαπό φορέα είναι 100 ευρώ και το επίδομα ανασφάλιστου υπερήλικα όπως εκάστοτε  διαμορφώνεται είναι 360€ ( ισχύον ποσό επιδόματος ανασφάλιστου υπερήλικα), τότε ο ως άνω διοικούμενος θα λάβει τη διαφορά , ήτοι το ποσό των 260€ ως παροχή εκ του ΟΓΑ .

 

Αντίθετα, το κανονιστικό πλαίσιο για το επίδομα ανασφάλιστων υπερηλίκων αναδιαμορφώθηκε από 01-01-2013 και, ειδικότερα, με τις διατάξεις του ν.4093/2012 (άρθρο πρώτο, παρ. ΙΑ, υποπαρ. ΙΑ.6,περ. 5), ο νομοθέτης, μέσα σε ένα γενικότερο πλαίσιο περιστολής των δημοσίων δαπανών προς αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης και λήψης μέτρων εξυγίανσης των ασφαλιστικών φορέων, αυστηροποίησε από 01-01-2013 τις προϋποθέσεις χορήγησης και της ένδικης προνοιακής παροχής, αξιώνοντας για τη συνέχιση της χορήγησής της, εκτός άλλων, την μη λήψη άλλης σύνταξης, ανεξαρτήτως ύψους, από οποιονδήποτε φορέα, ώστε, όπως αναγράφεται στην οικεία αιτιολογική έκθεση, να την λαμβάνουν οι πραγματικά ανασφάλιστοι, που δεν λαμβάνουν σύνταξη από οποιονδήποτε φορέα κοινωνικής ασφάλισης και, κατά συνέπεια, δεν δικαιούνται υγειονομική περίθαλψη και έχουν πολύ μικρά εισοδήματα.

Το γεγονός αυτό είχε ως συνέπεια τη διακοπή των επιδομάτων ανασφάλιστων υπερηλίκων ώστε να διακριβωθεί από τις καθ’ ύλην αρμόδιες υπηρεσίες του ΟΓΑ , εάν όσοι λάμβαναν την παροχή πληρούν τα νέα αυστηρότερα κριτήρια και, ως εκ τούτου, εξακολουθούν να τη λαμβάνουν, άλλως να επέρχεται διακοπή αυτών.

Απότοκος των ανωτέρω υπήρξε η δικαστική διένεξη με τον ΟΓΑ  όσων  διοικουμένων υπέστησαν διακοπή της ανωτέρω παροχής-  η οποία στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων ήταν άκρως απαραίτητη για τη στοιχειώδη κι αξιοπρεπή διαβίωσή των –  και η διαμόρφωση κρίσης από τα αρμόδια διοικητικά δικαστήρια.

 

Χαρακτηριστική είναι  η ένδικη διαφορά προσφεύγουσας η οποία λάμβανε στα πλαίσια του Ν. 1296/1982 το επίδομα ανασφάλιστου υπερήλικα, ταυτόχρονα με σύνταξη από αλλοδαπό φορέα μικρότερου ποσού από αυτό και της οποίας  το επίδομα διακόπηκε λόγω εφαρμογής  του Ν. 4093/2012.

Κατά τα οριζόμενα στο σκεπτικό της ΔΠΡΑΘ 4053/2020, Τμήμα 1ο   που έκρινε την ένδικη διαφορά επισημάνθηκαν τα εξής:  : «  Κατ’ εφαρμογή της διάταξης αυτής διακόπηκε, εν προκειμένω, η καταβολή της ένδικης παροχής στην προσφεύγουσα, λόγω παράλληλης λήψης σύνταξης από τον βρετανικό συνταξιοδοτικό φορέα με την επωνυμία …. Σύμφωνα δε με όσα εκτίθενται στη σκέψη 3 της παρούσας, η χορηγηθείσα με την … σύνταξη ανασφάλιστου υπερήλικα στην προσφεύγουσα αποτελεί, κατά το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., περιουσιακό δικαίωμα αυτής, συνιστώντας νόμιμη προσδοκία της, που θεμελιώθηκε στο ισχύον, μέχρι την τροποποίηση με τον ν. 4093/2012, δίκαιο, ήτοι στο άρθρο 1 του ν.1296/1982, κατόπιν κρίσης από τα αρμόδια όργανα περί συνδρομής στο πρόσωπό της των νόμιμων προϋποθέσεων (πρβλ. αποφάσεις Ε.Δ.Δ.Α. Krajnc κατά Σλοβενίας της 31.1.2018, Νo. 38775/14, σκ. 40 και Belane Nagy κατά Ουγγαρίας της 13.12.2016, Νo. 53080/13, σκ.82 και 89).

Περαιτέρω, η κατάργηση του θεμελιωμένου στο άρθρο 1 του ν.1296/1982 δικαιώματος της προσφεύγουσας στην ένδικη παροχή, κατόπιν επανεξέτασης της περίπτωσής της υπό το πρίσμα των νέων, αυστηρότερων διατάξεων της περ.5 της υποπαρ.ΙΑ.6 της παρ.ΙΑ του άρθρου πρώτου του ν.4093/2012, συνιστά, εν προκειμένω, επέμβαση στο, κατά το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., σχετικό περιουσιακό της δικαίωμα, για την οποία δεν τηρήθηκε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η απαιτούμενη δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του προαναφερόμενου γενικού συμφέροντος που υπαγόρευσε την θέσπιση των οικείων διατάξεων και της απόλαυσης του συγκεκριμένου δικαιώματος. Τούτο, διότι δεν πρόκειται για εύλογη επέμβαση στο εν λόγω περιουσιακό δικαίωμα, με τη μορφή μείωσης ή περικοπής, αλλά για πλήρη κατάργησή του, μετά την πάροδο τριών και πλέον ετών κανονικής καταβολής της ένδικης παροχής, που οδηγεί σε πλήρη σχεδόν αποστέρηση των μέσων διαβίωσης της προσφεύγουσας (ηλικίας, κατά τον χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης, 74 ετών), δεδομένου ότι αυτή λάμβανε από τον βρετανικό συνταξιοδοτικό φορέα σύνταξη,  ποσού (από 17.8.2009)  7,4 λιρών Αγγλίας εβδομαδιαίως, ήτοι, βάσει της ισχύουσας κατά τον χρόνο εκείνο συναλλαγματικής ισοτιμίας, 6,36 ευρώ (ήδη δε, κατά τα έτη 2014, 2015, 2016 το ετήσιο εισόδημα της από την αιτία αυτή, που αποτελεί και το μοναδικό της εισόδημα, ανήλθε στα ποσά των 691,20 ευρώ, 720 ευρώ και 725 ευρώ αντίστοιχα), ενώ η διακοπείσα σύνταξη ανασφάλιστου υπερήλικα ανερχόταν σε 360 ευρώ μηνιαίως και η ίδια δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις για να της χορηγηθεί άλλη σύνταξη από το Ι.ΚΑ.-Ε.Τ.Α.Μ. (πρβλ. αποφάσεις Ε.Δ.Δ.Α. P. Plaisier B.V. και λοιποί κατά Ολλανδίας της 14.11.2017, Νo. 46184/16, σκ. 90 και 91, Maria Alfredina Da Silva Carvalho Rico κατά Πορτογαλίας της 1.9.2015, Νo. 13341/14, σκ. 42 και Da Conçeicao Mateus και Santos Januario κατά Πορτογαλίας, ο.π., σκ. 28).

Ως εκ τούτου, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η προσφεύγουσα επωμίσθηκε ένα υπερβολικό και δυσανάλογο βάρος, το οποίο, ακόμη και αν ληφθεί υπόψη το ευρύ περιθώριο εκτίμησης του Κράτους στον τομέα της κοινωνικής νομοθεσίας, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από τους προεκτεθέντες λόγους δημόσιου συμφέροντος (πρβλ. αποφάσεις Ε.Δ.Δ.Α. Krajnc κατά Σλοβενίας, ο.π., σκ.46-51, Belane Nagy κατά Ουγγαρίας, ο.π., σκ. 123-126, Lakićević and Others κατά Μαυροβουνίου και Σερβίας της 13.3.2012, Νο. 27458/06, 37205/06, 37207/06 και 33604/07, σκ.69-72 και Kjartan Ásmundsson κατά Ισλανδίας, ο.π., σκ. 42-45, βλ. και ΔΕφΛαρ 244/2016).

Επομένως, η προσφεύγουσα δικαιώθηκε καθώς η επανάκριση ως προς την πλήρωση των προϋποθέσεων χορήγησης του επιδόματος ανασφάλιστου υπερήλικα με τον Ν. 4093/2012 με αυστηρότερα κριτήρια και σε χρόνο εκτός του κρίσιμου ασφαλιστικού κινδύνου θεωρείται ανεπίτρεπτη επέμβαση σε περιουσιακής φύσεως αγαθό που αντιστρατεύεται διατάξεις υπερνομοθετικής ισχύος( άρθρο 1 Α’ Πρόσθετου Πρωτοκόλλου ΕΣΔΑ).

 

nomocultus
Βασιλέως Αλεξάνδρου 114 Περιστέρι, ΤΚ 12134, Αθήνα
+30 2155304867
kat85saiti@yahoo.gr

ΤΗΛΕΦΩΝΟ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Copyright © Nomocultus 2020

https://nomocultus.gr/wp-content/uploads/2023/02/e-banner_orizontio60X468.jpg