Αριθμός 949/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2′ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα – Εισηγητή, Αντιγόνη Καραΐσκου – Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Απριλίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Χ. του Ρ., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δέσποινα Μελίδου, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “… ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ” και τον διακριτικό τίτλο “… Α.Ε.”, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γουλιέλμο, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/9/2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 982/2016 και 2418/2016 διορθωτική αυτής του ίδιου Δικαστηρίου και 508/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11/7/2108 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 11 Ιουλίου 2018 και με αριθ. κατάθ. 2419/204/20.7.2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 508/1.3.2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατόπιν άσκησης της από 29.6.2016 και με αριθ. κατάθ. 1362/29.6.2016 έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας κατά με αριθ. 982/1.2.2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, όπως η τελευταία διορθώθηκε με την με αριθ. 2418/29.3.2016 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου. Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ’ ουσία η ως άνω έφεση και εξαφανίσθηκε η εν λόγω απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία είχε δεχθεί κατά ένα μέρος την από 16.9.2014 και με αριθ. κατάθ. 19454/16.9.2014 αγωγή και είχε επιδικάσει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα το χρηματικό ποσό των 13.486,03 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας του αιτουμένου χρονικού διαστήματος από 18.6.2014 έως 30.9.2015, περιλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών και αδείας, λόγω ακυρότητας της από 17.6.2014 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αυτής, όπως χαρακτηρίσθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο η μεταξύ των μερών εργασιακή σχέση από διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένης διάρκειας, η τελευταία των οποίων έληξε στις 17.6.2014, και επί πλέον το ποσό των 1.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης αυτής, εξ αιτίας της βαρείας προσβολής της προσωπικότητας της ενάγουσας συνεπεία της απώλειας της εργασίας της, με το νόμιμο τόκο. Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, δέχθηκε αυτήν κατά ένα μέρος και επιδίκασε στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα για την ίδια αιτία το χρηματικό ποσό των 3.989,09 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας του διαστήματος από 18.6.2014 έως 13.11.2014, περιλαμβανομένης της αναλογίας του επιδόματος εορτών Χριστουγέννων, ενώ απέρριψε την αγωγή επιδίκασης αποδοχών υπερημερίας για το μετά την 13.11.2014 χρόνο, λόγω άρσης της υπερημερίας της εναγομένης. Επίσης απέρριψε ως αβάσιμο κατ’ ουσία το αίτημα καταβολής χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης αυτής. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 349, 350, 353, 648 και 656 του ΑΚ, ως και εκείνες των άρθρων 174 και 180 του ιδίου Κώδικα, συνάγεται ότι στην περίπτωση ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για οιονδήποτε λόγο, όπως είναι και οι περιπτώσεις εκείνες που η καταγγελία έλαβε χώρα χωρίς να τηρηθούν οι από το άρθρο 5 παρ.3 του Ν. 3198/1955, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 4 παρ.2 του Ν.2556/1997, νόμιμες διατυπώσεις (έγγραφος τύπος, καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης) ή/και κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της απολυομένης, χωρίς να συντρέχει προς τούτο σπουδαίος λόγος (άρθ. 15 παρ.1 του Ν. 1483/1984, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 36 παρ.1 του Ν. 3996/2011), δεν επέρχεται η λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και συνακόλουθα ο εργοδότης περιέρχεται σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του εργαζομένου, υποχρεούμενος να δέχεται τις υπηρεσίες του τελευταίου και να καταβάλει τις αποδοχές αυτού (ΑΠ 179/2016, ΑΠ 601/2013). Η υπερημερία του εργοδότη και συνακόλουθα η υποχρέωση αυτού να καταβάλει τις αποδοχές του μισθωτού κατά το διάστημα κατά το οποίο τελεί σε υπερημερία και ν’ αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού, παύει: α) με την αποδοχή της εργασίας αυτού, β) με τη δήλωση του εργοδότη ότι αποδέχεται τις υπηρεσίες του εργαζομένου, σύμφωνα με τους πριν την απόλυση όρους, γ) με την περιέλευση του εργαζομένου για πραγματικούς ή νομικούς λόγους σε αδυναμία παροχής της εργασίας του, εκτός εάν η αδυναμία αυτή οφείλεται σε γεγονός για το οποίο ο εργοδότης υπέχει ευθύνη και δ) με την καθοιονδήποτε τρόπο έγκυρη λύση της σύμβασης εργασίας, χωρίς να ενδιαφέρει ο λόγος λύσης. Κατά δε τις διατάξεις των άρθρων 353, 325 επ. 358 και 656 του ΑΚ, για την παύση της υπερημερίας του εργοδότη με τη δήλωση αυτού ότι αποδέχεται τις υπηρεσίες του εργαζομένου, σύμφωνα με τους πριν την απόλυση όρους, δεν απαιτείται προσέτι να προσφέρει ο εργοδότης στον εργαζόμενο και τους οφειλόμενους μισθούς υπερημερίας, εκτός εάν ο εργαζόμενος κατά την προσφορά της εργασίας του δηλώσει σαφώς ότι προβαίνει σε επίσχεση αυτής για τους καθυστερούμενους μισθούς υπερημερίας, οπότε δεν παύει η υπερημερία του εργοδότη, εάν ο τελευταίος είναι μεν πρόθυμος ν’ αποδεχθεί την εργασία που του προσφέρεται, δεν προσφέρει όμως την αιτηθείσα αντιπαροχή, σύμφωνα με το άρθρο 353 του ΑΚ, οπότε εξακολουθούν οι συνέπειες της υπερημερίας σε βάρος του (ΟλΑΠ 618/1963, ΑΠ 314/1982). Η βούληση άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης της εργασίας εκ μέρους του εργαζομένου για τους οφειλομένους σε αυτόν μισθούς υπερημερίας λόγω ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αυτού, πρέπει να προκύπτει σαφώς από την περί τούτου δήλωση (απάντηση) αυτού στη δήλωση του εργοδότη ότι αποδέχεται τις υπηρεσίες του, μη αρκούσης μόνο της αναφοράς σε εκκρεμείς μεταξύ των μερών αξιώσεις, οι οποίες πρέπει να διευθετηθούν. Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο αυτό, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό, που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο και στη συνέχεια ν’ αποδεικνύεται από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως (ΑΠ 199/2017, ΑΠ 183/2014, ΑΠ 2319/2014, ΑΠ 114/2009).
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο τρόπος επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ 1254/2010, ΑΠ 114/2009). Ειδικότερα η ένσταση (ή η αντένσταση), όπως είναι και η ένσταση (αντένσταση) επίσχεσης εργασίας, ως αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός που περιέχει πραγματικά περιστατικά διάφορα από εκείνα που αποτελούν την ιστορική βάση της αγωγής (ή της ένστασης) και με τα οποία επιδιώκεται η προσωρινή ή οριστική απόρριψη της αγωγής (ή της ένστασης) πρέπει για το ορισμένο αυτής, κατά το άρθρο 262 του ΚΠολΔ, να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν. Δηλαδή, για να κριθεί η ένσταση (ή η αντένσταση) ότι επιδέχεται δικαστική εκτίμηση, πρέπει να περιέχει στοιχεία ανάλογα προς εκείνα που είναι αναγκαία για την τυπική παραδοχή και συνακόλουθα τη δικαστική εκτίμηση της αγωγής, διαφορετικά, αν τα γεγονότα που αποτελούν την ιστορική βάση της δεν εκτίθενται κατά τρόπο πλήρη και σαφή, η ένσταση (ή η αντένσταση) απορρίπτεται ως αόριστη (ΑΠ 1864/2011, ΑΠ 1383/2008, ΑΠ 1380/2004). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: “Η εναγομένη εταιρία [ήδη αναιρεσίβλητη] δραστηριοποιείται στη …, ως κέντρο Αποθεραπείας και Αποκατάστασης σε ασθενείς με οποιασδήποτε μορφής κινητικά προβλήματα και στα πλαίσια της δραστηριότητας της αυτής προσέλαβε στις 2.11.2012, δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας και δη ορισμένου χρόνου, με διάρκεια έως τις 18.12.2012, με πλήρες ωράριο και για όλες τις εργάσιμες ημέρες, την ενάγουσα [ήδη αναιρεσείουσα], προκειμένου ν’ απασχοληθεί στο Κέντρο Αποθεραπείας και Αποκατάστασης, που διατηρεί στη …, με την ειδικότητα της βοηθού νοσηλεύτριας, κατέχουσα προς τούτο και τη σχετική άδεια άσκησης βοηθού νοσηλεύτριας (βλ. με αρ. πρωτ. 24/Γ2/13891 Απόφαση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Θεσσαλονίκης – Γενική Διεύθυνση Ποιότητας Ζωής – Διεύθυνση Δημόσιας Υγείας – Υγιεινής – Τμήμα Υπηρεσιών Υγείας). Η ως άνω αρχική σύμβαση της ενάγουσας ανανεώθηκε με τους αυτούς όρους και με αλλεπάλληλες διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ως εξής: Από 19.12.2012 έως 18.2.2013, από 19.2.2013 έως 18.4.2013, από 19.4.2013 έως 18.6.2013, από 19.6.2013 έως 18.9.2013, από 19.9.2013 έως 18.11.2013, από 19.11.2013 έως 18.1.2014, από 19.1.2014 έως 18.4.2014 και από 19.4.2014 έως 17.6.2014. Καθ’ όλο δε το ανωτέρω χρονικό διάστημα, η ενάγουσα απασχολούνταν στην ίδια θέση, έχοντας τις ίδιες αρμοδιότητες, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης επιχείρησης, γεγονός που καταδεικνύει ότι οι ως άνω συμβάσεις εργασίας συνάφθηκαν ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου καταχρηστικά και με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων που ρυθμίζουν τις συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, ενώ είχαν τον χαρακτήρα μίας ενιαίας σύμβασης αορίστου χρόνου. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά τη διάρκεια της ως άνω τελευταίας σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου η ενάγουσα, λόγω αδυναμίας φυσιολογικής σύλληψης, ξεκίνησε τη διαδικασία εξωσωματικής γονιμοποίησης, κατά την οποία, επειδή παρουσίαζε συμπτώματα επαπειλούμενης αποβολής, έλαβε αναρρωτική άδεια από τις 26 Απριλίου του έτους 2014 μέχρι τις 29 Απριλίου του ιδίου έτους, ενώ από την 1η Μαΐου του έτους 2014 μέχρι τις 11 Μαΐου του ιδίου έτους της χορηγήθηκε κανονική άδεια, ώστε να παραμείνει κλινήρης. Στις 15 Ιουνίου του έτους 2014 οι νόμιμοι εκπρόσωποι της εναγομένης εταιρίας την ενημέρωσαν ότι δεν θα ανανεωθεί η σύμβαση εργασίας της με νεότερη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου και για το λόγο αυτό στις 17.6.2014 κατέθεσαν προς τον ΟΑΕΔ σχετική δήλωση μη ανανέωσής της. Ωστόσο, ενόψει των γενομένων ως άνω δεκτών από το Δικαστήριο και δη ότι η σχέση εργασίας που συνέδεε την ενάγουσα με την εναγομένη εταιρία συνιστούσε μία ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, η προαναφερόμενη αναγγελία προς τον ΟΑΕΔ αποτελεί καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, για την εγκυρότητα της οποίας απαιτείτο η καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, επί πλέον δε η ενάγουσα δεν μπορούσε ν’ απολυθεί καθόσον ήταν ήδη σε κατάσταση εγκυμοσύνης. Κατά συνέπεια η εν λόγω απόλυση ήταν άκυρη, αφενός μεν γιατί δεν καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση και αφετέρου γιατί έγινε κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της ενάγουσας (άρθ. 15 ν. 1483/84) και θεωρείται σαν να μην έγινε (άρθ. 174, 180 ΑΚ), η δε εναγομένη κατέστη υπερήμερη, επειδή δεν δέχθηκε εφεξής τις υπηρεσίες της (ενάγουσας). Τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά και δη το νομικό χαρακτηρισμό της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας ως αορίστου χρόνου, την ακυρότητα της καταγγελίας και την επέλευση της υπερημερίας συνομολόγησε η εναγομένη, ισχυρίσθηκε όμως η τελευταία ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου νομότυπα, τον ισχυρισμό δε αυτόν επαναφέρει και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με σχετικό λόγο της ένδικης έφεσης, ότι από 16.10.2014, σε κάθε δε περίπτωση από 12.11.2014, ήρθη η υπερημερία και δεν οφείλει έκτοτε μισθούς υπερημερίας. Από τα αποδεικτικά στοιχεία, που προαναφέρθηκαν, αποδείχθηκε ότι πράγματι η εναγομένη δεν οφείλει μισθούς υπερημερίας για το διάστημα μετά τις 12.11.2014, διότι ήρθη η υπερημερία της. Ειδικότερα η εναγομένη αρχικά με την από 16.10.2014 εξώδικη δήλωση – πρόσκληση που επιδόθηκε στην ενάγουσα στις 20.10.2014 (βλ. υπ’ αριθ. …90 Δ/20.10.2014 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Η. Χ.) την κάλεσε να επιστρέψει στην εργασία της υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης και με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, αναφέροντας επί λέξει τα εξής: “… Μετά από συνεννόηση με το νομικό σύμβουλο της εταιρίας μας, ο οποίος μάλιστα επικοινώνησε με τον δικηγόρο σας, αφού ενημερώθηκε πλήρως και η διοίκηση, αποφασίσαμε να σας καλέσουμε να αναλάβετε εργασία, υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης και με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου. Πράγματι, την 13.10.2014 σας τηλεφώνησε ο προϊστάμενος του λογιστηρίου μας για να σας ανακοινώσει την απόφαση και να σας καλέσει να αναλάβετε εργασία. Αφού επιφυλαχθήκατε να απαντήσετε μετά από συνεννόηση με το δικηγόρο σας, σε νέα τηλεφωνική επικοινωνία του ιδίου προϊσταμένου του λογιστηρίου την 15.10.2014 αρνηθήκατε να επιστρέψετε στην εργασία σας, χωρίς μάλιστα να προβάλλετε ειδικά αιτήματα. Η άρνησή σας αυτή δεν είναι κατανοητή, εν όψει ιδίως του γεγονότος ότι μεταξύ των αιτημάτων της αγωγής σας περιλαμβάνεται και το αίτημα να υποχρεωθούμε να αποδεχόμαστε την παροχή των υπηρεσιών σας. Με την παρούσα, επαναλαμβάνουμε και εγγράφως την πρόσκλησή μας να αναλάβετε εργασία υπό τους παραπάνω όρους, την επομένη της επιδόσεως της παρούσας. Σε αντίθετη περίπτωση θα θεωρήσουμε ότι δεν επιθυμείτε τη συνέχιση της σύμβασης εργασίας σας… “. Σε απάντηση της πρόσκλησης αυτής, η ενάγουσα δήλωσε με την από 23.10.2014 εξώδικη δήλωση – απάντηση που κοινοποιήθηκε στις 24.10.2014 στην εναγομένη (βλ. υπ’ αριθ. …24/24.10.2014 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Φ. Κ.), μεταξύ άλλων, επί λέξει τα εξής: “…1. Με καλείτε να εργασθώ και πάλι στην επιχείρησή σας και μάλιστα από την επομένη της επίδοσης της “πρόσκλησής” σας, χωρίς ωστόσο να διευκρινίζετε με ποίους όρους και επίσης χωρίς να προσφέρετε τις αποδοχές από την άκυρη απόλυσή μου μέχρι σήμερα και τέλος να μην γίνεται λόγος για τα άλλα νόμιμα αγωγικά αιτήματα. 2 … 3. ΠΡΟΣΦΕΡΩ την εργασία μου με πραγματικό και προσήκοντα τρόπο, όπως και πρότερο, δηλαδή πριν την απόλυσή μου, αλλά για να διακοπεί η δεδομένη και ομολογημένη από Σας υπερημερία σας πρέπει να συμφωνήσουμε και δη εγγράφως τους όρους της σύμβασης και την “τύχη” των αγωγικών αξιώσεων της εκκρεμούς αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (Ειδική Διαδικασία Εργατικών Διαφορών). Κατά ταύτα η πρόσκλησή σας και εφόσον υφίστανται οι ανωτέρω εκκρεμότητες, περιλαμβανομένης και της αιφνίδιας και βίαιης απόλυσης του συζύγου μου και μάλιστα την αυτή ημέρα της επίδοσης της πρόσκλησης, τυγχάνει προσχηματική και κατά φαινόμενο και ουδόλως διακόπτει την υπερημερία σας και μου δημιουργεί και πρόσθετα προβλήματα για τα οποία προφανώς έχετε ευθύνη …”. Απαντώντας η εναγομένη δήλωσε στην ενάγουσα με την από 3.11.2014 εξώδικη απάντηση και δήλωση, που κοινοποιήθηκε στις 10.11.2014 στην εναγομένη (βλ. υπ’ αριθ. …57 Δ/10.11.2014 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Η. Χ.) μεταξύ άλλων, επί λέξει τα εξής: ” 1. Στην από 16.10. 2014 εξώδικό μας, σας καλέσαμε να αναλάβετε εργασία, υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης και με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου. Είναι αυτονόητο ότι η αμοιβή σας θα είναι η ίδια και έτσι δεν είναι κατανοητή η απορία, που εκφράζετε στην εξώδικό σας, περί διευκρινίσεως των όρων. Η πρόταση μας ήταν έγγραφη και η αποδοχή της καθιστά περιττή οποιαδήποτε άλλη σύμβαση, την οποία, ωστόσο, και φυσικά θα υπογράψουμε μετά την επάνοδό σας στη εργασία. 2. Στην ίδια εξώδικό μας είχαμε αναφέρει ότι στις τηλεφωνικές μας οχλήσεις δεν είχατε προβάλλει συγκεκριμένα αιτήματα (πράγμα που δεν κάνετε ούτε με την εξώδικό σας). Με την επανέναρξη της εργασίας σας θα συζητήσουμε όλα τα αιτήματα και, χωρίς αμφιβολία, θα καταλήξουμε σε μία από κοινού απόφαση, υπό τον όρο ότι πράγματι επιθυμείτε την επιστροφή σας στην εργασία σας και θα συζητήσετε σε πνεύμα καλής πίστης. Σε κάθε περίπτωση τα λοιπά σας αιτήματα (ήδη σας γνωρίζουμε ότι όλα τα νόμιμα εξ αυτών θα γίνουν αποδεκτά, όπως έχει ήδη προφορικά αναφέρει ο πληρεξούσιός μας δικηγόρος στο δικό σας) δεν έχουν καμία σχέση με την επάνοδό σας στην εργασία, που αποτελεί αυτοτελές αίτημα της αγωγής σας. 3. … 4. Όπως ήδη γράψαμε στην από 16.10.2014 εξώδικό μας, η μη ανανέωση της σύμβασης εργασίας σας οφείλεται σε σφάλμα του λογιστηρίου μας, το οποίο και επανορθώσαμε με την κλήση σας προς εργασία. 5. … 6. Σας καλούμε και πάλι, εντός των επομένων τριών εργασίμων ημερών (ώστε να έχετε και την άνεση συνεννόησης με τον δικηγόρο σας) από την παραλαβή της παρούσας να επανέλθετε στην εργασία σας, υπό τους παραπάνω όρους και να υποβάλετε όλα τα αιτήματά σας, ώστε αυτά, στο μέτρο του νομίμου, να ικανοποιηθούν. Παρακαλούμε να λάβετε υπ’ όψη ότι δεν θα επανέλθουμε επί του ζητήματος και, αν δεν αναλάβετε εργασία, θα θεωρήσουμε οριστικά ότι δεν επιθυμείτε τη συνέχιση της σύμβασης εργασίας σας …” . Και μετά την ανωτέρω πρόσκληση η ενάγουσα δεν επέστρεψε στην εργασία της, αλλά απέστειλε στην εναγομένη την από 12.11.2014 εξώδικη δήλωση – ανταπάντηση, η οποία επιδόθηκε αυθημερόν στην εναγομένη (βλ. υπ’ αριθ.2782/12.11.2014 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Φ. Κ.) στην οποία, μεταξύ άλλων, ανέφερε και τα εξής: “…α) … β) … γ) Εσείς προβαίνετε σε δήλωση – πρόσκληση για ανάληψη εργασίας, ως να μην συνέβη τίποτε και ως να μην υφίσταται εκκρεμής δίκη για τα ανωτέρω και όσα διαλαμβάνει το δικόγραφο της αγωγής εργατικής διαφοράς ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. δ) Αν και στην προηγούμενη εξώδικη δήλωσή μου εξέθετα τις εύλογες αξιώσεις, που απορρέουν από τη σύμβαση και το νόμο, στο πλαίσιο του σκοπουμένου συμβιβασμού, εσείς επανέρχεστε και μου δηλώνεται περίπου “έλα στην εργασία και βλέπουμε”, αλλά έτσι δεν επιλύεται μία διαφορά με εκατέρωθεν υποχωρήσεις, όταν έχει αχθεί ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου και πρέπει με την ολοκλήρωση της συμφωνίας να καταργηθεί και η εκκρεμούσα δίκη, αλλά και να λειτουργήσει η σύμβαση εργασίας με όρους που θα γνωρίζω σε σχετικό έγγραφο κείμενο. ε) Σας εδήλωσα και πρότερον ότι το μείζον και προέχον για μένα και την οικογένεια μου στην προκειμένη περίπτωση, είναι η εργασία και έπονται τα λοιπά που είναι … στ) Σε κάθε περίπτωση και με τον προσήκοντα σεβασμό στην επιχείρησή Σας, όταν γνωρίζετε ότι υπέστην μία βίαια και οδυνηρή ψυχική και σωματική δοκιμασία με άμεσο κίνδυνο της ζωής μου, απότοκα (όλα αυτά) των άδικων αποφάσεων σας, ενόψει και των ανωτέρω εκκρεμοτήτων, δεν δικαιούσθε να με καλείτε τηλεγραφικώς να προσέλθω για εργασία, την οποία επίσης γνωρίζετε ότι επιθυμώ, αλλά όχι ως πρόβατο επί σφαγή. ζ) Δηλώνω και εμμένω στην προηγούμενη εξώδικη δήλωσή μου από 23 Οκτωβρίου 2014, που επιδόθηκε στις 24 Οκτωβρίου 2014 … “. Από το περιεχόμενο των παραπάνω από 16.10.2014 και 3.11.2014 εξωδίκων δηλώσεων της εναγομένης, αλλά και από την εκτίμηση όλων των προαναφερόμενων αποδεικτικών στοιχείων, προκύπτει ότι η τελευταία κατέστησε με σαφήνεια γνωστή στην ενάγουσα την πρόθεσή της να την επαναπασχολήσει και ότι την προσκάλεσε κατά τα ανωτέρω να επιστρέψει στην εργασία της υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης και με σύμβαση πλέον εργασίας αορίστου χρόνου και με τους αυτούς, όπως και πριν, όρους. Μάλιστα, παρότι, όπως εκτέθηκε στην πιο πάνω νομική σκέψη, η υπερημερία του δανειστή και επί εργατικών διαφορών παύει απλώς με δήλωσή του προς τον οφειλέτη ότι είναι έτοιμος να αποδεχθεί την παροχή και, γενικά, δεν απαιτείται η δήλωση αυτή περί αποδοχής της παροχής να συνοδεύεται με προσφορά εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του δανειστή, που γεννήθηκαν από την υπερημερία, δηλαδή δεν είναι απαραίτητη η εξόφληση των μισθών υπερημερίας για να σταματήσει η υπερημερία του εργοδότη, στην προκειμένη περίπτωση, πέρα από τις ως άνω σαφείς δηλώσεις της εναγομένης προς την ενάγουσα ότι αποδέχεται την εργασία της και το κάλεσμά της να επιστρέψει στην επιχείρηση να αναλάβει εργασία, κατά τα προεκτεθέντα, η προσφορά [ενν. η αποδοχή] αυτή συνοδευόταν και από την προσφορά εκπλήρωσης όλων των νομίμων δικαιωμάτων της, μεταξύ των οποίων, όπως είναι φυσικό, συμπεριλαμβάνονται και οι μισθοί υπερημερίας μέχρι του χρονικού σημείου άρσης της υπερημερίας. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η προσφορά [ενν. η αποδοχή] της εργασίας δεν ήταν μόνο φαινομενική, αλλά πραγματική και προσήκουσα, απορριπτομένου του αντίθετου ισχυρισμού της ενάγουσας, η οποία, όπως με σαφήνεια προκύπτει από το περιεχόμενο των ως άνω από 23.10.2014 και 12.11.2014 εξώδικων δηλώσεών της, αλλά και από την εκτίμηση όλων των ως άνω αποδεικτικών στοιχείων, αρνήθηκε να επιστρέψει στην εργασία της, όπως όφειλε και μπορούσε, μετά την πραγματική πρόσκληση της εναγομένης και την προσφορά [ενν. αποδοχή] της εργασίας της και μάλιστα με διάφορες δικαιολογίες, είτε αβάσιμες, όπως η μη δημιουργία κατάλληλου κλίματος διαλόγου, είτε μη νόμιμες, όπως η “τύχη” των αγωγικών αξιώσεών της από την άσκηση της ένδικης αγωγής ή μη καταβολή των μισθών υπερημερίας, ενώ η από 30.5.2016 εξώδικη δήλωσή της που επιδόθηκε νόμιμα στην εναγομένη (βλ. επικαλουμένη και προσκομιζομένη υπ’ αριθ. …59/31.5.2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Η. Τ.), στην οποία αναφέρει επί λέξει ότι “… συνεχίζω να προσφέρω την εργασία και τις υπηρεσίες μου με πραγματικό και προσήκοντα τρόπο, σύμφωνα με τους όρους της μηδέποτε λυθείσας σύμβασης εργασίας και δη από την επομένη της επίδοσης της παρούσας …” δεν μπορεί να επιφέρει ουδέν έννομο αποτέλεσμα, αφού ήρθη κατά τα προεκτεθέντα, την 12.11.2012 η υπερημερία της εναγομένης. Πρέπει να σημειωθεί ότι η αναφερομένη στην ως άνω από 23.10.2014 εξώδικη δήλωση της ενάγουσας απόλυση του συζύγου της Κ. Π. του Α., ο οποίος ήταν οδηγός στην ανώνυμη εταιρία “… ΑΕ” και, κατά τους ισχυρισμούς της, ανήκει στον όμιλο επιχειρήσεων της εναγομένης, δεν ασκεί ουδεμία έννομη επιρροή στην παρούσα υπόθεση και στην άρση ή μη της υπερημερίας της τελευταίας, αφού, κατά τα προεκτεθέντα η πρόσκληση και η προσφορά της εργασίας στην ενάγουσα δεν ήταν προσχηματική, ενώ τυχόν ακυρότητα της καταγγελίας του συζύγου της ενάγουσας θα κριθεί ενδεχομένως στα πλαίσια άλλης δίκης. Κατά συνέπεια, η ενάγουσα η οποία δεν επέστρεψε στην εργασία της μετά την πραγματική πρόσκληση και προσφορά [ενν. αποδοχή] της εργασίας εκ μέρους της εναγομένης – εργοδότριάς της δεν δικαιούται μισθούς υπερημερίας μετά την 13.11.2014, αλλά μόνο για το χρονικό διάστημα από την άκυρη απόλυσή της την 18.6.2014 έως την 12.11.2014, οπότε και ήρθη η υπερημερία της εναγομένης, δεκτού καθισταμένου και του σχετικού ισχυρισμού της, τον οποίο πρόβαλε νομότυπα ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ήτοι δικαιούται του ποσού των 3.374,80 ευρώ […]. Επίσης δικαιούται το ποσό των 614,29 ευρώ για αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2014″. Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού εξαφάνισε (και) κατά το κεφάλαιο αυτό την εκκαλουμένη απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε επιδικάσει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα αποδοχές υπερημερίας για ολόκληρο το αιτούμενο με την αγωγή χρονικό διάστημα από 18.6.2014 έως 30.9.2015 με το σκεπτικό ότι δεν ήρθη η υπερημερία της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας, για το λόγο ότι στη σχετική πρόσκληση για την αποδοχή της εργασίας της ενάγουσας δεν έγινε από την πρώτη προσφορά των (οφειλομένων) αποδοχών υπερημερίας, ούτε γνωστοποίηση των όρων εργασίας της ενάγουσας, επιδίκασε στην ενάγουσα για αποδοχές υπερημερίας του διαστήματος από 18.6.2014 έως 12.11.2014, περιλαμβανομένης της αναλογίας του επιδόματος εορτών Χριστουγέννων 2014, λόγω ακυρότητας της από 17.6.2014 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αυτής, το συνολικό ποσό των 3.989,09 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, ενώ απέρριψε την αγωγή επιδίκασης αποδοχών υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 13.11.2014 έως 30.9.2015.
Με τον πρώτο και υπό την επίκληση των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 325, 329, 349, 350, 353 και 656 του ΑΚ σε συνδυασμό με τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, καθότι αφενός μεν με την αρχική από 16.10.2014 εξώδικη δήλωση της αναιρεσίβλητης εταιρείας περί αποδοχής της εργασίας της ενάγουσας δεν γινόταν παράλληλα και προσφορά των μέχρι τότε οφειλομένων σε αυτήν αποδοχών υπερημερίας, αφετέρου δε με τις από 23.10.2014 και 12.11.2014 εξώδικες απαντήσεις αυτής, όπως προκύπτει από το συνολικό περιεχόμενο αυτών (το οποίο παραθέτει στο αναιρετήριο), ερμηνευόμενο με βάση τους κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, και το οποίο (περιεχόμενο) αποσπασματικά και όχι εν συνόλω διέλαβε στις παραδοχές της η προσβαλλομένη απόφαση (υποπίπτοντας έτσι, κατά τον σχετικό αναιρετικό λόγο, στην από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια) προέκυπτε ότι η αναιρεσείουσα είχε με τις δηλώσεις αυτές προβεί σε επίσχεση εργασίας μέχρι την εξόφληση των οφειλομένων σε αυτήν αποδοχών υπερημερίας, με συνέπεια να μην επέλθει στις 13.11.2014 άρση της υπερημερίας της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας, όπως εσφαλμένως κρίθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο αυτού σκέλος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, διότι για την άρση της υπερημερίας του εργοδότη αρκεί η δήλωση αυτού ότι αποδέχεται τις υπηρεσίες του εργαζομένου, σύμφωνα με τους πριν την απόλυση όρους, χωρίς ν’ απαιτείται και η προσφορά των οφειλομένων μέχρι τότε αποδοχών υπερημερίας. Κατά το δεύτερο αυτού σκέλος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ [και αληθώς και από τον αριθμό 8 του ιδίου άρθρου], που αφορά την μη άρση της υπερημερίας της αναιρεσίβλητης λόγω άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης της αναιρεσείουσας μέχρι την καταβολή των οφειλομένων σε αυτήν αποδοχών υπερημερίας, ο αναιρετικός αυτός λόγος εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το Δικαστήριο δεν δέχθηκε ότι υπήρχε κενό κατά την ερμηνεία των εξωδίκων απαιτήσεων ώστε να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες 173 και 200ΑΚ, όπως ισχυρίζεται και η αναιρεσείουσα. Αντίθετα με σαφήνεια και πλήρεις αιτιολογίες και με ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου δέχθηκε ότι δεν υπήρχε τέτοια δήλωση (περί επίσχεσης), καταλήγοντας στην κρίση περί άρσης της υπερημερίας της αναιρεσίβλητης. Επίσης και ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ (κατ’ ορθή εκτίμησή του) αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Και τούτο διότι ισχυρισμός (ένσταση) εκ μέρους της τότε εφεσίβλητης – ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας περί άσκησης από αυτήν του ως άνω δικαιώματος επίσχεσης προς αντίκρουση του σχετικού λόγου έφεσης της τότε εκκαλούσας – εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας περί άρσης της υπερημερίας αυτής με την δήλωσή της για αποδοχή της εργασίας της πρώτης (άρθ. 527 αριθ. 1 του ΚΠολΔ) ουδόλως προβλήθηκε και δη κατά τρόπο σαφή ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των προτάσεων της τελευταίας ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, που διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο, όπου η ενάγουσα – εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα, διαλαμβάνοντας αποσπασματικά μέρος των πιο πάνω εξώδικων απαντήσεων αυτής, περιορίσθηκε στο να πλήξει την δήλωση της εκκαλούσας εταιρείας για αποδοχή της εργασίας της ως γενομένη κατά το φαινόμενο και προσχηματική. Επισημαίνεται δε ότι αναφορά σε “επίσχεση εργασίας” γίνεται το πρώτο με την ένδικη αίτηση αναίρεσης. Από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 330, 299, 932, 914, 281, 648, 672 του ΑΚ, 5 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος, συνάγεται ότι, εάν η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη συντελέστηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του εργαζομένου (μείωση της υπόληψης αυτού ως εργαζομένου, καθώς και της επαγγελματικής δραστηριότητάς του, ενόψει του είδους της εργασίας και του ιδιαίτερα έντονου συμφέροντος αυτού για πραγματική απασχόληση) ή που συνιστούν αδικοπραξία (καταχρηστική καταγγελία), ο εργοδότης μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει στον εργαζόμενο και χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης αυτού, το ποσό της οποίας καθορίζεται από το δικαστήριο κατ` εύλογη κρίση (ΑΠ 22/2014, ΑΠ 1289/2013, ΑΠ 958/2007). Δεν στοιχειοθετούν όμως προσβολή της προσωπικότητας του εργαζομένου οι τυχόν, έστω και επανειλημμένες, τηλεφωνικές κλήσεις του εργοδότη προς τον τελούντα υπό αναρρωτική άδεια μισθωτό περί του χρόνου επιστροφής στην εργασία του, εκτός επί εξαιρετικών περιστάσεων, ή οι τυχόν επιπτώσεις στην υγεία του μισθωτού από τη συναισθηματική φόρτιση που υφίσταται ο τελευταίος από την απόλυσή του και το φάσμα της ανεργίας, εφ’ όσον δεν συνοδεύονται από συγκεκριμένες εκδηλώσεις εκ μέρους του εργοδότη, μειωτικές ή προσβλητικές της προσωπικότητας του μισθωτού. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως “πράγματα” θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996). Σε περίπτωση δε που για τη στήριξη συγκεκριμένου ισχυρισμού προβάλλονται περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά που πρέπει να εκτιμηθούν συνολικά, η μη λήψη υπόψη και μερικών μόνο από αυτά ιδρύει τον πιο πάνω αναιρετικό λόγο (ΑΠ 356/2011, ΑΠ 623/2011, ΑΠ 2255/2009, ΑΠ 1703/2008, ΑΠ 38/2004). Αντιθέτως δεν θεωρούνται “πράγματα” κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν πραγματικά επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 76/2016, ΑΠ 139/2014, 1720/2013, 232/2009). Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του ακόμη ότι: “Περαιτέρω, από ουδένα στοιχείο αποδείχθηκε ότι η εναγομένη είχε σκοπό να προσβάλλει την προσωπικότητα της ενάγουσας, αλλά ούτε ότι επήλθε τοιαύτη προσβολή, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι η προμνησθείσα καταγγελία της εναγομένης σε βάρος της ενάγουσας έγινε με τέτοιο τρόπο που μπορούσε να επιφέρει μείωση της τιμής, της υπόληψης και της επαγγελματικής αξίας της ενάγουσας, αλλά ούτε και ότι την εξέθεσε και τη διέσυρε στο κοινωνικό της περιβάλλον, δεδομένου ότι επρόκειτο για μία συνήθη αντιδικία μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου, χωρίς στοιχεία αδικοπραξίας. Άλλωστε, όπως προεκτέθηκε, η εναγομένη αναγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας και την κάλεσε τόσο προφορικά (βλ. και ένορκη κατάθεση του μάρτυρα αναταπόδειξης Χ. Κ. του Θ. – Προϊσταμένου του λογιστηρίου της εναγομένης), όσο και έγγραφα με τις ως άνω εξώδικες δηλώσεις να επανέλθει στην εργασία της και να αναλάβει καθήκοντα με τους ίδιους και πριν την απόλυσή της όρους”. Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε κρίνει αντιθέτως και είχε επιδικάσει στην ενάγουσα το ποσό των 1.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, λόγω απώλειας της εργασίας της, απέρριψε την αγωγή κατά το κεφάλαιο αυτό ως αβάσιμη κατ’ ουσία.
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 281, 330, 914 και 932 του ΑΚ και 5 παρ. 1 του Συντάγματος και παράλληλα διέλαβε πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογία, ως προς τη μη συνδρομή περίπτωσης καταβολής χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης της ενάγουσας ως εκ των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αυτής, εφόσον κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές η άκυρη απόλυση της αναιρεσείουσας έλαβε χώρα υπό συνθήκες υπό τις οποίες δεν υπήρξε προσβολή της προσωπικότητας της. Δεν ήταν δε αναγκαία η περαιτέρω αιτιολόγηση του εν λόγω σκεπτικού της προσβαλλομένης απόφασης ως προς το απορριπτικό της πόρισμα, καθότι αυτό διατυπώνεται σαφώς, εφόσον για την πληρότητα της αιτιολογίας και τη συνακόλουθη συνδρομή ή μη αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, με συνέπεια να μην ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος όταν υφίστανται ελλείψεις στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές (ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 24/1992). Η ειδικότερη αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι κατά τους προβληθέντες ισχυρισμούς της συνέτρεξε τοιαύτη προσβολή, καθότι λίγες ημέρες μετά την καταγγελία και ενόψει αυτής η ίδια υπέστη επιδείνωση της υγείας της και αναγκάσθηκε να υποβληθεί σε θεραπευτική απόξεση του κυοφορούμενου εμβρύου, ισχυρισμό τον οποίο δεν έλαβε υπ’ όψη το δικαστήριο, δεν αποτελεί “πράγμα” κατά τα ανωτέρω προεκτεθέντα, εφόσον δεν συναρτάται από προηγούμενες συμπεριφορές εκ μέρους του εργοδότη, μειωτικές ή προσβλητικές της προσωπικότητας του μισθωτού, οι οποίες κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν υπήρξαν. Οι δε διαλαμβανόμενοι στον οικείο αναιρετικό λόγο περαιτέρω ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας ότι οι εκπρόσωποι της αναιρεσίβλητης δεν έδειξαν κατανόηση στο πρόβλημα υγείας που αυτή αντιμετώπιζε στο πλαίσιο εξωσωματικής γονιμοποίησης, ότι κατά τη διάρκεια της αναρρωτικής της άδειας αυτή δεχόταν επανειλημμένες τηλεφωνικές κλήσεις αναφορικά με το χρόνο επιστροφής της στην εργασία [για τις οποίες δεν αναφέρεται η συχνότητα], ότι κατά την τηλεφωνική αναγγελία της μη ανανέωσης της σύμβασης εργασίας της την συμβούλευσαν να μην ανησυχεί, αφού θα λαμβάνει πλέον το επίδομα ανεργίας και θα μπορεί παράλληλα ν’ αναπαύεται και ότι το γεγονός της απόλυσής της, όταν έγινε γνωστό, κοινολογήθηκε σε ευρύ κύκλο γνωστών και προσώπων της κοινωνίας της …. δεν συνιστούν αυτά καθεαυτά περιστατικά θεμελιωτικά προσβολής προσωπικότητας και κατά συνέπεια δεν ήταν ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης. Επομένως ο περί του αντιθέτου από τους αριθμούς 1, 8 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερος και τελευταίος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αναίρεση. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης εταιρείας, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας της (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11.7.2018 και με αριθ. κατάθ. 2419/204/20.7.2018 αίτηση αναίρεσης της υπ’ αριθ. 508/1.3.2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης εταιρείας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουλίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ

Στην εν λόγω απόφαση  κυρίαρχο ζήτημα αποτελεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας καθώς και η υπερημερία του εργοδότη με τους ειδικότερους όρους της άρσης αυτής. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν τηρείται ο έγγραφος συστατικός τύπος της καταγγελίας , δεν καταβάλλεται η νόμιμη αποζημίωση ή συντρέχει απαγόρευση απόλυσης( κατά το διάστημα κυήσεως, σε περιπτώσεις συνδικαλιστικών στελεχών κοκ) , η καταγγελία της σύμβασης καθίσταται άκυρη και ο εργοδότης ευθύνεται ως υπερήμερος δανειστής με βάση τις γενικές αρχές που ισχύον επί αμφοτεροβαρών συμβάσεων( ΑΚ 338 επ., 382επ.) αλλά και βάσει των ειδικότερων διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας. Η υπερημερία αίρεται στις κάτωθι περιπτώσεις: ) με την αποδοχή της εργασίας του εργαζόμενου  β) με τη δήλωση του εργοδότη ότι αποδέχεται τις υπηρεσίες του εργαζομένου, σύμφωνα με τους πριν την απόλυση όρους, γ) με την περιέλευση του εργαζομένου για πραγματικούς ή νομικούς λόγους σε αδυναμία παροχής της εργασίας του, εκτός εάν η αδυναμία αυτή οφείλεται σε γεγονός για το οποίο ο εργοδότης υπέχει ευθύνη και δ) με την καθοιονδήποτε τρόπο έγκυρη λύση της σύμβασης εργασίας, χωρίς να ενδιαφέρει ο λόγος λύσης.

Στο υπό κρίση ιστορικό της υπόθεσης ο εργοδότης καλεί με εξώδικη δήλωση – πρόσκλησή του την ενάγουσα υπάλληλο σε ανάληψη εργασίας υπό τους όρους που αυτή παρεχόταν μέχρι την απόλυση, επομένως προκύπτει ευθέως και χωρίς αμφιβολία ότι η υπερημερία έχει αρθεί , αφού σύμφωνα με το περιεχόμενο της δηλώσεως του εργοδότη διαφαίνεται  η αληθής και πραγματική βούλησή του στην απασχόληση της εργαζόμενης και δεν  αποδεικνύεται από κάποιο εκ των λεγομένων του ότι καθίσταται προσχηματική ή εικονική προκειμένου να αποφύγει τις νόμιμες υποχρεώσεις του.

Εγείρεται εύλογα , λοιπόν, το ερώτημα της καταχρηστικότητας  των συμβαλλόμενων μερών  ως προς την άσκηση των δικαιωμάτων τους που απορρέουν από την έννομη σχέση της εργασιακής σύμβασης και ειδικότερα, εάν ο εργοδότης στα πλαίσια άσκησης του διευθυντικού του δικαιώματος μπορεί να αρνηθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού και κατά πόσο μια τέτοια συμπεριφορά είναι σύμφωνη με τα κριτήρια του ΑΚ 281( καλή πίστη, χρηστά ήθη, κοινωνικοοικονομικός σκοπός του δικαιώματος).

Το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ’ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε ουσιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου. Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει ν’ αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματος του. (Ολ.ΑΠ 12/2004).

Στην υπό κρίση υπόθεση δε διαφαίνεται ότι ο εργοδότης άσκησε καταχρηστικώς τα δικαιώματά του , καθώς αφενός με επανειλημμένες προφορικές δηλώσεις και εξώδικες προσκλήσεις εξάντλησε κάθε περιθώριο καλής πίστης ώστε να αποφευχθεί η απόλυση της ενάγουσας , καλώντας προς εργασίας και εκδηλώνοντας σαφή πρόθεση απασχόλησής της , αφετέρου η συμπεριφορά του δεν σχετίζεται με ταπεινά κίνητρα ( π.χ.  εμπάθεια, έχθρα, μίσος, εκδίκηση, ή προτέρα νόμιμη συμπεριφορά του εργαζομένου μη αρεστή στον εργοδότη, οικονομικοτεχνικοί λόγοι που αφορούν την αναδιοργάνωση της επιχείρησης ) ούτε υπαγορεύεται από προσχηματικούς λόγους , όπως επικαλείται στο δικόγραφο της αγωγής της η ενάγουσα( ΑΠ 277/2016, 1249/2014, 460/2013, 987/2013, 483/2019) .

Στην υποθετική περίπτωση κατά την οποία ο εργοδότης  αρνείται νομίμως να αποδεχθεί την εργασία του μισθωτού, ελέγχεται πάλι η συμπεριφορά του δυνάμει ΑΚ 281 και η καταχρηστικότητα συνίσταται  στην προσβολή της προσωπικότητας του μισθωτού κατά ΑΚ 57, 59, 914, 932 οπότε και ο τελευταίος αξιώνει δικαστικώς την άρση της προσβολής και παράλειψή της στο μέλλον καθώς και  χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης , εφόσον επικαλεστεί και αποδείξει συγκεκριμένα ad hoc πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν το πραγματικό των ανωτέρω δικαιϊκών κανόνων ( ΑΠ 952/2019).

Εν κατακλείδι και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες προβάλλεται ένσταση καταχρηστικής άσκησης διευθυντικού δικαιώματος πρέπει να εκτίθενται και να αποδεικνύονται τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που στοιχειοθετούν συμπεριφορά ευθέως αντίθετη στην καλή πίστη και τα χρηστά ήθη κατά τις ειδικότερες περιπτώσεις που εκτίθενται και παραπάνω σύμφωνα με τα νομολογιακώς οριζόμενα.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

nomocultus
Βασιλέως Αλεξάνδρου 114 Περιστέρι, ΤΚ 12134, Αθήνα
+30 2155304867
kat85saiti@yahoo.gr

ΤΗΛΕΦΩΝΟ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Copyright © Nomocultus 2020

https://nomocultus.gr/wp-content/uploads/2023/02/e-banner_orizontio60X468.jpg