ΑρθρογραφίαΚοινωνικοασφαλιστικό δίκαιο - συντάξειςΕΝΤΑΞΗ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΣΕ ΕΦΚΑ- ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΜΗΜΑ ΙΙ ΑΠΟΦΑΣΗ 930/2019

13 Δεκεμβρίου 2020

Σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αξιοσημείωτα να ειπωθούν είναι τα εξής: Α) Το Τμήμα ΙΙ του Ελεγκτικού Συνεδρίου επισημαίνει αρχικώς ότι ο ΕΦΚΑ δε συνιστά οιωνεί καθολικό διάδοχο του Δημοσίου, γεγονός που σημαίνει ότι το Δημόσιο δεν εντάσσεται μεταξύ των Φορέων και Κλάδων που απορρόφησε ο ΕΦΚΑ , και, ως εκ τούτου, δε μπορεί να διεξάγει δίκες που αφορούν συνταξιούχους υπαλλήλους και λειτουργούς του Δημοσίου. Το Δικαστήριο στηρίζει τη δικαιοδοτική του κρίση στο ειδικό υπηρεσιακό και συνταξιοδοτικό καθεστώς που διέπει τους δημοσίους υπαλλήλους- πολιτικούς και στρατιωτικούς- με το Κράτος, καθώς η μεταξύ τους σχέση είναι ιδιαίτερη  νομική , μονομερώς θεσπιζόμενη και διεπόμενη από συνταγματικές διατάξεις, οπότε, και υπό μια τέτοια εκδοχή η οποιαδήποτε νομοθετική μεταβολή ως προς το εργασιακό , μισθολογικό και συνταξιοδοτικό καθεστώς του Δημοσίου και των υπ’αυτού υπαλλήλων και λειτουργών του τελεί υπό τους περιορισμούς της αναλογίας αποδοχών μισθού και σύνταξης σύμφωνα με τις οικείες συνταγματικές διατάξεις( άρθρα 16, 21 παρ. 3, 22 παρ. 2, 23 παρ. 2 45, 80, 87, 103, 104 Συντ/τος) . Β) Η ένταξη ασφαλισμένων του Δημοσίου στον ΕΦΚΑ , καθώς και όσων συνταξιοδοτήθηκαν από το Δημόσιο ή είχαν θεμελιωμένο δικαίωμα έως την ισχύ του Ν. 4387/2016(12-5-2016) αντίκειται, σύμφωνα με την ως άνω απόφαση , στις συνταγματικές αρχές της ασφάλειας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της αναλογικής ισότητας , αφού παρακάμπτεται η συνταγματική θεσμική εγγύηση του ειδικού συνταξιοδοτικού καθεστώτος των δημοσίων υπαλλήλων από μια αθέμιτη διάκριση του κοινού νομοθέτη με την οποία εντάσσονται όλοι οι ασφαλισμένοι( ιδιωτικού και δημοσίου τομέα, αυτοαπασχολούμενοι, ελεύθεροι επαγγελματίες, αγρότες) σε ενιαίο φορέα ασφάλισης και ειδικό συνταξιοδοτικό σύστημα το οποίο χαρακτηρίζεται από σχηματισμό ενιαίου ασφαλιστικού κεφαλαίου, υπαγωγή στους κινδύνους του κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος και  τριμερή χρηματοδότηση αυτού , χαρακτηριστικά που απέχουν κατά πολύ από τις θεσμικές εγγυήσεις του κοινωνικοασφαλιστικού καθεστώτος του Δημοσίου. Γ) Ως προς τις συντάξεις των δημοσίων υπαλλήλων και λειτουργών, το Ελεγκτικό Συνέδριο σημειώνει ότι η χορήγηση εθνικής σύνταξης ως παροχής βασικής- προνοιακής και ανταποδοτικής ως γνήσιας ασφαλιστικής , όπως προβλέπεται από τις διατάξεις του Ν. 4387/2016, πλήττει καίρια τους υπαλλήλους και λειτουργούς του Δημοσίου των οποίων η σύνταξη- στα πλαίσια της ιδιαίτερης συνταξιοδοτικής μεταχείρισής τους – επιβάλλει τον προσδιορισμό του  συντάξιμου μισθού τους με τις αποδοχές ενεργού υπηρεσίας τους ως αυτές είχαν διαμορφωθεί κατά τον χρόνο εξόδου τους από την υπηρεσία  βάσει βαθμού, κλάδου και ετών υπηρεσίας. Εν ολίγοις τονίζεται η προφανής διαφορά στον τρόπο υπολογισμού της σύνταξης για τους υπηρετούντες στο Δημόσιο και τα ΝΠΔΔ σε σχέση με τους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα, τους ελεύθερους επαγγελματίες, καθώς και όσους αυτοαπασχολούνται ή εμπίπτουν στην ασφάλιση του ΟΓΑ. Δ) Αξιοσημείωτο εν προκειμένω είναι ότι το Τμήμα ΙΙ αποαφαίνεται ότι οι αναλογιστικές μελέτες που ελήφθησαν υπόψη στα πλαίσια έκδοσης του Ν. 4387/2016, δεν συμπεριέλαβαν τις περικοπές των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων που είχαν επιβληθεί κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών δημοσιονομικής προσαρμογής της χώρας , ενώ παράλληλα ορίζεται ο χρόνος δημοσίευσης του Ν. 4387/2016( 12-5-2016) ως αφετηρία για τις επερχόμενες  νομοθετικώς αλλαγές, δίχως να λαμβάνεται υπόψη το καθεστώς θεμελίωσης συνταξιοδοτικού δικαιώματος, αλλά και η επιβάρυνση των συντάξεων δια των αλλεπάλληλων περικοπών αυτών ως ελέχθη, γεγονός που αντίκειται στην ασφάλεια δικαίου , τη σαφήνεια, τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ως θεμελειώδεις αρχές του δικαίου κοινωνικής ασφάλισης αλλά και στο Σύνταγμα( άρθρο 17) και το Α’ Πρόσθετο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ. Ε)Η έκδοση νομοθετικής πράξης από την κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση κατά νομοθετική εξουσιοδότηση , ήτοι η έκδοση υπουργικών αποφάσεων για θέματα που αφορούν τον προσδιορισμό του ύψους της σύνταξης, την πληρωμή και τον κανονισμό των συντ5άξεων του Δημοσίου αντίκειται στο Σύνταγμα , και, ειδικότερα στα άρθρα 73 παρ. 2 και 80, καθώς τα εν λόγω θέματα πρέπει να ρυθμίζονται με ειδικό συνταξιοδοτικό νόμο κατόπιν γνωμοδότησης του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Μέχρι την ολοκλήρωση της συμμόρφωσης της Διοίκησης , το Δικαστήριο κρίνει σύννομη τη μεταβατική λειτουργία του ΕΦΚΑ ως φορέα διφυούς χαρακτήρα , ήτοι ως συνταξιοδοτικού φορέα για δημοσίους υπαλλήλους και λειτουργούς και κοινωνικοασφαλιστικού φορέα για λοιπούς ασφαλισμένους προς αποτροπή τυχόν διασάλευσης συνταγματικών δικαιωμάτων και αξιοπρεπούς διαβίωσης των προσώπων που τελούν υπό το ασφαλιστικό ή συνταξιοδοτικό καθεστώς του ΕΦΚΑ. Ε) Τέλος, το Δικαστήριο ασχολείται κατά παρεμπίπτοντα έλεγχο με το θέμα της Εισφοράς Αλληλεγγύης Συνταξιούχων του Δημοσίου ( ΕΑΣ) (Ν. 3863/2010, 3865/2010) ,αφού με τον Ν. 4387/2016 θεωρήθηκε ότι η Διοίκηση συμμορφώθηκε πλήρως με τους όρους επιβολής της ΕΑΣ. Ωστόσο το Δικαστήριο κρίνει ότι , αν και η ΕΑΣ κρίθηκε ως προς τους υπαλλήλους και λειτουργούς του Δημοσίου αντισυνταγματική δια της Απόφασης της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου 244/2017, με την ένταξη των ανωτέρω προσώπων στον ΕΦΚΑ, στον οποίο η ΕΑΣ έχει κριθεί νόμιμη, ανακύπτει ζήτημα συνταγματικότητας ή μη αυτής από 01-01-2017 ότε και ξεκίνησε η λειτουργία του ΕΦΚΑ και εντεύθεν , οπότε και γίνεται παραπομπή στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου ώστε να αποφανθεί ως ζήτημα μείζονος σπουδαιότητας και γενικότερης σημασίας. 

Αναφορικώς με τη συνταγματικότητα υπαγωγής των υπαλλήλων του Δημοσίου στον ΕΦΚΑ, το Στε με την υπ’αριθμ. 1880/2019 απόφασή του αναφέρει τα εξής: «Το Δικαστήριο εξέτασε, αρχικώς, το ζήτημα του συνταγματικώς επιτρεπτού ή μη της υπαγωγής δημοσίων υπαλλήλων και λειτουργών σε καθεστώς υποχρεωτικής κοινωνικής ασφαλίσεως. Σε σχέση με αυτό, υπενθύμισε ότι με το άρθρο 22 παρ. 5 Σ., ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα της αρχής του κοινωνικού κράτους δικαίου, η οποία επίσης τυγχάνει συνταγματικής κατοχύρωσης,, ο θεσμός της κοινωνικής ασφάλισης δεν περιορίζεται στην ασφαλιστική κάλυψη μόνο των παρεχόντων εξαρτημένη εργασία δυνάμει σχέσεως ιδιωτικού δικαίου, αλλά και κάθε επαγγελματική κατηγορία του ιδιωτικού τομέα (όπως μισθωτοί, αυτοαπασχολούμενοι, ελεύθεροι επαγγελματίες και αγρότες) που αντιμετωπίζει τον ίδιο κίνδυνο απώλειας του εισοδήματος από την εργασία ή το επάγγελμα λόγω γήρατος, ασθένειας, αναπηρίας και θανάτου να έχει πρόσβαση σε ασφαλιστική κάλυψή του. Και ναι μεν η ερμηνεία της διατάξεως αυτής δεν δύναται να διασταλεί σε βαθμό που να περιλαμβάνει στο πεδίο εφαρμογής της και τους δημοσίους υπαλλήλους και λειτουργούς λόγω της δημοσίου δικαίου σχέσεως, υπό την οποία αυτοί παρέχουν τις υπηρεσίες τους, ωστόσο η αρχή του κοινωνικού κράτους δεν ανέχεται την μη υπαγωγή των δημοσίων υπαλλήλων και λειτουργών σε καθεστώς κοινωνικής ασφαλίσεως με σκοπό την προστασία από τους κινδύνους γήρατος, ασθένειας, αναπηρίας και θανάτου όταν ο κοινός νομοθέτης δεν τους παρέχει την προστασία αυτή με άλλο τρόπο. Περαιτέρω, το Δικαστήριο έκρινε, κατά πλειοψηφία, ότι με τις διατάξεις των άρθρων 103 και 104 του Συντάγματος τίθενται κανόνες για την στελέχωση της δημοσίας διοικήσεως με δημοσίους υπαλλήλους βάσει σχέσεως δημοσίου δικαίου, συνεπαγόμενης καθήκοντα και ιεραρχική εξάρτηση, οι οποίοι απολαύουν εγγυήσεων μονιμότητας και υπηρεσιακής καταστάσεως, καθ’ όσον αφορά την μετάθεση, τον υποβιβασμό και την παύση, καθώς και μισθολογικής εξελίξεως. Στις διατάξεις αυτές (όπως και στις διατάξεις του Συντάγματος που αφορούν το καθεστώς άλλων υπαλλήλων του Δημοσίου και δημοσίων λειτουργών) ουδεμία αναφορά γίνεται σε παροχές προς τους δημοσίους υπαλλήλους μετά την έξοδό τους από την υπηρεσία και, επομένως,  συνταγματική προστασία του τότε γνωστού στον συνταγματικό νομοθέτη συνταξιοδοτικού καθεστώτος των δημοσίων υπαλλήλων δεν βρίσκει έρεισμα στις εν λόγω διατάξεις. Ούτε από τις λοιπές προπαρατεθείσες διατάξεις του Συντάγματος συνάγεται, κατά λογική ακολουθία, συνταγματική προστασία του εν λόγω καθεστώτος, διότι αυτές δεν θέτουν κανόνες του ουσιαστικού δικαίου αλλά, πέραν της δικαιοδοσίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου επί διαφορών σχετικών με την απονομή συντάξεων, θεσπίζουν διαδικασία με σκοπό την διασφάλιση της διαφάνειας των δημόσιων οικονομικών και την προστασία του κρατικού προϋπολογισμού λόγω της σταθερής μέχρι τότε επιλογής του κοινού νομοθέτη να καλύπτει την προστασία των δημοσίων υπαλλήλων από τους κινδύνους γήρατος, ασθένειας, αναπηρίας και θανάτου, κατά το μεγαλύτερο μέρος, απ’ ευθείας μέσω του κρατικού προϋπολογισμού και συμπληρωματικώς, μόνο, από οργανισμούς κοινωνικής ασφαλίσεως. Η επίκληση δε των διαδικαστικών αυτών διατάξεων στην νομολογία ως διεπουσών την συνταξιοδότηση των δημοσίων υπαλλήλων από το Δημόσιο Ταμείο γίνεται προς αιτιολόγηση, και μόνο, του αποκλεισμού της εφαρμογής των αρχών της κοινωνικής ασφαλίσεως και της νομοθεσίας της επί του συνταξιοδοτικού καθεστώτος των δημοσίων υπαλλήλων, το οποίο είχε επιλέξει ο κοινός νομοθέτης για την προστασία τους από τους κινδύνους γήρατος, ασθένειας, αναπηρίας και θανάτου, με την παραδοχή, μέσω αυτής της επικλήσεως, ότι η σύνταξη των δημοσίων υπαλλήλων είναι γνωστή και στον συνταγματικό νομοθέτη ως παροχή με διαφορετικά χαρακτηριστικά σε σχέση με εκείνα της κοινωνικοασφαλιστικής παροχής. Εξ άλλου, ούτε η φύση της δημοσιοϋπαλληλικής σχέσεως επιβάλλει το εν λόγω συνταξιοδοτικό καθεστώς, το οποίο, άλλωστε, συνυπήρξε με το καθεστώς υποχρεωτικής επικουρικής κοινωνικής ασφαλίσεως στο οποίο είχαν υπαχθεί οι δημόσιοι υπάλληλοι, αλλά, αντιθέτως, το συνταξιοδοτικό αυτό καθεστώς, ως επιλογή του κοινού νομοθέτη για την προστασία των δημοσίων υπαλλήλων από τους ως άνω κινδύνους, βρήκε έρεισμα θεμελιώσεως στην φύση της δημοσιοϋπαλληλικής σχέσεως. Ό,τι επιβάλλει το Σύνταγμα είναι η προστασία των δημοσίων υπαλλήλων από τους κινδύνους αυτούς μετά το πέρας της σχέσεως δημοσίου δικαίου που τους συνδέει με το Δημόσιο, όπως επιβάλλει την προστασία των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα από τους ίδιους κινδύνους, αφήνει δε ελεύθερο τον  κοινό νομοθέτη να επιλέξει τον τρόπο της προστασίας. Είναι δε διάφορο ζήτημα ότι οποιαδήποτε σχετική επιλογή του κοινού νομοθέτη τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση του σεβασμού συνταγματικών διατάξεων από τις οποίες προκύπτει υποχρέωση διασφαλίσεως επιπέδου αξιοπρεπούς διαβιώσεως δημοσίων υπαλλήλων και λειτουργών και μετά την έξοδό τους από την δημόσια υπηρεσία και το λειτούργημά τους. Υπό το πρίσμα αυτό,  η κατ’ αρχήν υπαγωγή δημοσίων υπαλλήλων και λειτουργών σε καθεστώς υποχρεωτικής κύριας κοινωνικής ασφαλίσεως με τις επίμαχες διατάξεις του ν. 4387/2016, κατάληξη μιας μακράς πορείας συγκλίσεως του συνταξιοδοτικού καθεστώτος των δημοσίων υπαλλήλων με την κοινωνική ασφάλιση  (άρθρο 6 ν. 1902/1990, άρθρο 20 παρ. 2 ν. 2084/1992, άρθρο 27 παρ. 2 ν. 3863/2010), προς ουδεμία διάταξη του Συντάγματος αντίκειται. Μειοψήφησαν, ως προς το ζήτημα αυτό, ο Πρόεδρος και 6 μέλη του Δικαστηρίου, κατά τη γνώμη των οποίων από το ίδιο το ισχύον Σύνταγμα (όπως άλλωστε, και από τα προϊσχύσαντα Συντάγματα) καθιερώνεται ειδική δημοσίου δικαίου σχέση μεταξύ του Δημοσίου και των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων και, δυνάμει αυτής, ειδικό υπηρεσιακό αλλά και συνταξιοδοτικό καθεστώς αυτών, συνιστάμενο σε ενιαίους κανόνες προσαρμοσμένους στην ιδιομορφία της ανωτέρω δημοσίου δικαίου σχέσεως. Το εν λόγω ειδικό συνταξιοδοτικό καθεστώς των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, ερειδόμενο διαχρονικά στις προεκτεθείσες περί αυτών και περί απονομής συντάξεων συνταγματικές διατάξεις, είναι όλως διακεκριμένο από τον θεσμό της κοινωνικής ασφαλίσεως που καθιερώθηκε συνταγματικώς, για πρώτη φορά, με το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος του 1975, η συνταξιοδότηση δε των δημοσίων υπαλλήλων και λειτουργών, που έχει διαχρονικά το ως άνω αυτοτελές συνταγματικό έρεισμα, δεν εμπίπτει στην έννοια της κοινωνικής ασφαλίσεως «των εργαζομένων» και στην περί αυτής «μέριμνα» του Κράτους, οι οποίες καθιερώνονται με την τελευταία ως άνω συνταγματική διάταξη. Κατά συνέπεια, αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 1, 2 και 4, 104, 73 παρ. 2 και 3, 80 παρ. 1 και 98 παρ. 1 περ. δ΄ και στ΄ Σ. οι διατάξεις του ν. 4387/2016, με τις οποίες οι δημόσιοι υπάλληλοι και λειτουργοί υπάγονται σε καθεστώς κοινωνικής ασφαλίσεως κατά το άρθρο 22 παρ. 5 Σ. και, μάλιστα, σε κοινό φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως και υπό ενιαίους κανόνες εισφορών και παροχών με πρόσωπα παρέχοντα υπηρεσίες βάσει σχέσεως ιδιωτικού δικαίου, όπως είναι οι εργαζόμενοι με σχέση εξαρτημένης εργασίας και οι αυτοτελώς απασχολούμενοι». 

Από τα παραπάνω καθίσταται εμφανής η διχογνωμία μεταξύ Ελεγκτικού Συνεδρίου και Συμβουλίου Επικρατείας αναφορικώς με την ένταξη των δημοσίων υπαλλήλων και λειτουργών στον ΕΦΚΑ , στο μέτρο που σχετίζεται με τη συνταγματικότητα ή μη της υπαγωγής τους σε ένα πλαίσιο ασφάλισης και σύνταξης στο οποίο εντάσσονται και λοιπές κατηγορίες ασφαλισμένων εντασσόμενων στον ΕΦΚΑ Φορέων, Κλάδων και Λογαριασμών Ασφάλισης. Αφενός το Ελεγκτικό Συνέδριο επιχειρηματολογεί υπέρ της αντισυνταγματικότητας κατά τα ειδικότερα σημεία που εξετάσαμε παραπάνω, αφετέρου το ΣΤΕ τάσσεται – καίτοι με μειοψηφία- υπέρ της συνταγματικότητας της εν λόγω ένταξης υποστηρίζοντας ότι «Ό,τι επιβάλλει το Σύνταγμα είναι η προστασία των δημοσίων υπαλλήλων από τους κινδύνους αυτούς μετά το πέρας της σχέσεως δημοσίου δικαίου που τους συνδέει με το Δημόσιο, όπως επιβάλλει την προστασία των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα από τους ίδιους κινδύνους, αφήνει δε ελεύθερο τον  κοινό νομοθέτη να επιλέξει τον τρόπο της προστασίας…………….Είναι δε διάφορο ζήτημα ότι οποιαδήποτε σχετική επιλογή του κοινού νομοθέτη τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση του σεβασμού συνταγματικών διατάξεων από τις οποίες προκύπτει υποχρέωση διασφαλίσεως επιπέδου αξιοπρεπούς διαβιώσεως δημοσίων υπαλλήλων και λειτουργών και μετά την έξοδό τους από την δημόσια υπηρεσία και το λειτούργημά τους. Υπό το πρίσμα αυτό,  η κατ’ αρχήν υπαγωγή δημοσίων υπαλλήλων και λειτουργών σε καθεστώς υποχρεωτικής κύριας κοινωνικής ασφαλίσεως με τις επίμαχες διατάξεις του ν. 4387/2016, κατάληξη μιας μακράς πορείας συγκλίσεως του συνταξιοδοτικού καθεστώτος των δημοσίων υπαλλήλων με την κοινωνική ασφάλιση  (άρθρο 6 ν. 1902/1990, άρθρο 20 παρ. 2 ν. 2084/1992, άρθρο 27 παρ. 2 ν. 3863/2010), προς ουδεμία διάταξη του Συντάγματος αντίκειται». 

Επικρατούσα είναι κατά πρακτική η απόφαση του ΣΤΕ, αφού έως σήμερα εξακολουθούν οι δημόσιοι υπάλληλοι και λειτουργοί να διέπονται ως προς το συνταξιοδοτικό τους καθεστώς από τις διατάξεις του Ν. 4387/2016 ως ισχύει μετά την τροποποίησή του από τον Ν. 4670/2020 , στο άρθρο 5Β του οποίου ορίζεται αποκλειστική  δικαιοδοτική κρίση και αρμοδιότητα του Ελεγκτικού Συνεδρίου να κρίνει επί διαφορών που αφορούν την ασφάλιση υπαλλήλων του Δημοσίου, εξωκοινοβουλευτικών μελών , υφυπουργών, μετακλητών υπαλλήλων, συντάξεων και αναπροσαρμογών αυτών, απασχόλησης συνταξιούχων του Δημοσίου, χωρίς να θίγεται ή να αφαιρείται αρμοδιότητα του Ελεγκτικού Συνεδρίου επί διαφορών απονομής και κανονισμού σύνταξης σε δημοσίους πολιτικούς και στρατιωτικούς υπαλλήλους. Προφανώς ο κοινός νομοθέτης με την εν λόγω διάταξη επιχείρησε να συγκεράσει τις νομικές έρειδες των ανωτάτων δικαστηρίων υϊοθετώντας την κρίση του ΣΤΕ ως προς τη συνταγματικότητα ένταξης των δημοσίων υπαλλήλων στον ΕΦΚΑ και καθορίζοντας την δικαιοδοτική αρμοδιότητα υπέρ του Ελεγκτικού Συνεδρίου να αποφαίνεται για διαφορές απορρέουσες από πράξεις κανονισμού συνταξιοδοτικών παροχών των πάσης φύσεως υπαλλήλων και λειτουργών του Δημοσίου, ώστε να επέλθει μια δίκαιη εξισορρόπηση ρόλων και αρμοδιοτήτων. 

nomocultus
Βασιλέως Αλεξάνδρου 114 Περιστέρι, ΤΚ 12134, Αθήνα
+30 2155304867
kat85saiti@yahoo.gr

ΤΗΛΕΦΩΝΟ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Copyright © Nomocultus 2020

https://nomocultus.gr/wp-content/uploads/2023/02/e-banner_orizontio60X468.jpg