Διοικητικό δίκαιοΥποδείγματα δικογράφωνΠροσφυγή κατά παράλειψης οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας

4 Δεκεμβρίου 2020

ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΜΟΝΟΜΕΛΟΥΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ

                                             ΠΡΟΣΦΥΓΗ 

Του…………………………, κατοίκου ………………………….οδός  ….., αρ. …., ΑΦΜ….. ΔΟΥ……………..

                                                   ΚΑΤΑ

    Παράλειψης οφειλομένης νόμιμης ενέργειας του οργάνου του ΟΑΕΕ, που εκπροσωπείται νομίμως εκ του Διοικητή του ΟΑΕΕ, που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού Ακαδημίας, αρ. 22,  να εκδώσει απόφαση επί τη βάσει της από ………………. και υπ’αριθμ. …………………απόφασης Β’Βαθμιας Υγειονομικής Επιτροπής ΚΕΠΑ με την οποία  απορρίφθηκε κατόπιν προσφυγής μου το  αίτημά μου για χορήγηση  εξωϊδρυματικού επιδόματος κατά το χρονικό διάστημα ……………

     Κάθε συναφούς πράξης προερχομένης εκ της ως άνω παραλείψεως 

      Προσφεύγω κατά  της παραλείψεως του οργάνου του ΟΑΕΕ ως προς την έκδοση διοικητικής πράξης και αφού   απορρίφθηκε από την Β’Βαθμια Υγειονομική Επιτροπή ΚΕΠΑ,  κατόπιν  προσφυγής  μου , η  χορήγηση σε εμένα εξωϊδρυματικού επιδόματος βάσει των διατάξεων του Ν. 1140/1981(άρθρο 42), Ν. 3518/2006(άρθρο 60&61), Ν. 3232/2004 (άρθρο 5), για το χρονικό διάστημα …………………………………………………

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΥΠΟΘΕΣΗΣ

   Το έτος 2005 και διανύοντας το 32ο  έτος ηλικίας μου διαγνώσθηκα με ………………………………..συνεπεία σπαστικής τετραπληγίας κι έκτοτε λαμβάνω  συστηματικώς φαρμακευτική αγωγή………………………  καθώς επίσης παρακολουθούμαι ιατρικώς είτε με εισαγωγές σε εξωτερικά ιατρεία δημοσίων νοσοκομείων- ………………….-είτε με νοσηλείες από το έτος ……………κι εφεξής λόγω σοβαρής επιδείνωσης της νόσου. 

    Δια της υπ’αριθμ. πρωτ. …………………αιτήσεώς μου προς τον ΟΑΕΕ , αιτήθηκα την καταβολή σύνταξης λόγω αναπηρίας καθώς και την καταβολή εξωϊδρυματικού επιδόματος του Ν. 1140/1981 . Με την  υπ’αριθμ. ………………………….απόφαση ΟAΕΕ απονεμήθηκε σε εμένα σύνταξη λόγω αναπηρίας με ποσοστό ……………. για το χρονικό διάστημα από ……………….έως ……………..οπότε και έπρεπε να επανεξετασθώ , με τη δε υπ’αριθμ. ………………..απόφαση του Διευθυντή Συντάξεων ΟΑΕΕ, μου χορηγήθηκε και το εξωϊδρυματικό επίδομα για το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα. Μετά τη λήξη του παραπάνω χρονικού διαστήματος επανεξετάσθηκα προσκομίζοντας ιατρικά πιστοποιητικά και εξετάσεις δημοσίων νοσοκομείων που καταδείκνυαν την υποτροπή τη νόσου εκ της οποίας πάσχω. Δια της υπ’αριθμ. ……………………..απόφασης του Προϊσταμένου του ΟΑΕΕ, έγινε δεκτή η υπ’αριθμ……………….γνωμάτευση της Α’Βαθμιας Υγειονομικής Επιτροπής (ΑΥΕ)  και παρατάθηκε η σύνταξη αναπηρίας μου ποσοστού ……………  για χρονικό διάστημα από ………………….έως …………… εξακολουθώντας να λαμβάνω το εξωϊδρυματικό επίδομα. 

Δια της υπ’αριθμ. ………………..απόφασης ΑΥΕ ΚΕΠΑ , παρατάθηκε τόσο η καταβολή σε εμένα των ως άνω παροχών- σύνταξης και εξωϊδρυματικού επιδόματος- για το χρονικό διάστημα από …………….έως ……………….καθώς έφερα σύμφωνα με αυτήν ποσοστό αναπηρίας …… Μετά τη λήξη της ως άνω παράτασης υποβλήθηκε από εμένα εκ νέου αίτηση απότοκος της οποίας ήταν η υπ’αριθμ. ………………..απόφαση ΑΥΕ ΚΕΠΑ  η οποία ορίζει το ποσοστό αναπηρίας σε 67%, ωστόσο επισημαίνει ότι ποσοστό 15% οφείλεται σε ψυχιατρική πάθηση κι ως εκ τούτου το αμιγές ποσοστό της πάθησέως μουείναι 55%, με αποτέλεσμα απορριφθεί το αίτημά μου για χορήγηση εξωϊδρυματικού επιδόματος. Μετά από άσκηση προσφυγής μου στην Β’Βαθμια Υγειονομική Επιτροπή (ΒΥΕ)  ορίστηκε το ποσοστό αναπηρίας μου σε 67% από ………………..έως………………., απορρίφθηκε δε η χορήγηση εξωϊδρυματικού επιδόματος για το χρονικό διάστημα από 01-08-2015 έως 31-07-2016. Το εν λόγω αποτέλεσμα κατατέθηκε στον ΟΑΕΕ …………..δια του υπ’αριθμ. πρωτ. …………………αιτήματός μου.  Δια του υπ’αριθμ. πρωτ. ……………..εγγράφου μου προς τον ΟΑΕΕ-Περ/κό Τμήμα……………., αιτήθηκα  του πρακτικού συνεδρίασης της ΒΥΕ ΚΕΠΑ  καθώς είχα εύλογο κι άμεσο έννομο συμφέρον να ενημερωθώ επί αυτών, καθώς και την έκδοση από τον ΟΑΕΕ σχετικής απόφασης,  πλην όμως η Υπηρεσία του ΟΑΕΕ αρκέστηκε σε επανάληψη των όσων προφορικώς είχε επισημάνει. Ειδικότερα,  δια του υπ’αριθμ. πρωτ. …………………..εγγράφου ,- το οποίο έλαβα στις …………….με απλό ταχυδρομείο- ανέφερε ότι δεν θα προβεί σε έκδοση εκ νέου απόφασης καθώς ισχύει η από ……………και υπ’αριθμ. …………απόφασή του , αφού  το αποτέλεσμα μετά την έκδοση της ΒΥΕ ΚΕΠΑ ήταν το ίδιο με αυτό της ΑΥΕ ΚΕΠΑ, οπότε και παρέλκει η έκδοση διαπιστωτικής πράξης εκ μέρους  του ΟΑΕΕ, ενώ στο παρελθόν οι αποφάσεις του οργάνου του ΟΑΕΕ εκδίδονταν τόσο αναφορικώς με την χορήγηση σύνταξης, όσο και με την χορήγηση του εξωϊδρυματικού επιδόματος. 

 Προσφεύγω δυνάμει των άρθρων 63 παρ. 2&66 παρ. 1 περ Β ΚΔΔ/μίας  κατά της παράλειψης του ΟΑΕΕ να εκδόσει από …………..-ημερομηνία κατά την οποία κοινοποιήθηκε σε αυτό το αποτέλεσμα της ΒΥΕ ΚΕΠΑ- κι εφεξής σχετική εκτελεστή ατομική διοικητική πράξη μετά την έκδοση απόφασης της Β’Βαθμιας Επιτροπής ΚΕΠΑ και   προς ρύθμιση έννομης σχέσης μου και  ειδικότερα αναφορικώς με την χορήγηση εξωϊδρυματικού επιδόματος, καθώς η μη χορήγηση αυτού εχώρησε  παρανόμως και ειδικότερα χωρίς απόφαση διοικητικού οργάνου και στηριζόμενο σε γνωστοποίηση αποτελέσματος αναπηρίας που δεν φέρει πλήρη αιτιολογία,   για τους κάτωθι νόμιμους, βάσιμους κι αληθείς λόγους κι όσους πρόκειται να προστεθούν κατά τη συζήτηση της παρούσας

ΛΟΓΟΙ ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΚΤΟΥ ΚΑΙ ΝΟΜΩ ΒΑΣΙΜΟΥ

I)ΠΑΡΑΛΕΙΨΗ ΕΚΔΟΣΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ& ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ ΕΚ ΤΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΑΣΚΗΣΗΣ  ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ-ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΕΙΔΙΚΟΥ ΣΤΟΙΧΕΙΟΥ ΤΥΠΟΥ ΤΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΠΡΑΞΗΣ

Το καθού  παρέλειψε να εκδώσει ατομική πράξη , ως όφειλε, βάσει του Κανονισμού Ασφαλιστικής Λειτουργίας ΟΑΕΕ( Φ10035/17289/934/04-09-2009, ΦΕΚ/Β/1998/15-09-2009) στο άρθρο 25 παρ. 5 του οποίου ορίζεται ότι: « Η Δευτεροβάθμια Υγειονομική Επιτροπή αποφαίνεται επί εφέσεων ασφαλισμένων του Οργανισμού κατά αποφάσεων Πρωτοβάθμιων Υγειονομικών Επιτροπών αυτού που αναφέρονται στην εξακρίβωση ή την βεβαίωση περί της ύπαρξης αναπηρίας και γενικά περί της ανικανότητας προς άσκηση επαγγέλματος .Μετά την έκδοση της τελικής απόφασης διαβιβάζεται εκ νέου ο φάκελος στο αρμόδιο ασφαλιστικό όργανο για ενέργεια των δεόντων επί τη βάσει της απόφασης της Δευτεροβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής η οποία είναι τελεσίδικη» 

Σύμφωνα ,δε,  με το πδ 258/2005( Καταστατικό ΟΑΕΕ), ορίζεται ότι η κρίση της ΒΥΕ είναι δεσμευτική επί του ποσοστού αναπηρίας εφόσον είναι αιτιολογημένη, τόσο για το ασφαλιστικό όργανο όσο και για το διοικητικό δικαστήριο .

Εκ των ανωτέρω συνάγεται , αφενός ότι η έκδοση  ατομικής πράξης είναι υποχρεωτική για το ασφαλιστικό όργανο, αφετέρου ότι αυτό δέχεται την τελεσίδικη απόφαση της ΒΥΕ, εφόσον αυτή είναι πλήρως αιτιολογημένη( ΣΤΕ 2182/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Κατά συνέπεια, το καθού παρέβη την υποχρέωσή του να εκδώσει νέα απόφαση καθώς και να διαφοροποιήσει την κρίση του από την τελεσίδικη απόφαση της Β’βαθμιας Υγειονομικής Επιτροπής, αφού η τελευταία δεν έφερε πλήρη αιτιολογία. 

Άλλωστε το καθού με την παράλειψή του να εκδώσει απόφαση και με την εκ νέου γνωστοποίηση της από 14-09-2015 απόφασής του, παρέλειψε να  διαλάβει κατά τους ορισμούς που αφορούν  τον τύπο της  εκτελεστής ατομικής διοικητικής πράξης ότι υφίσταται προθεσμία για την άσκηση  προσφυγής ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών εντός 60 ημερών από την κοινοποίησή της δυνάμει του άρθρου 19 παρ. 2 ΠΔ/τος 341/1978(ΦΕΚ Α/71) , κι ως εκ τούτου υπέπεσε σε πλημμέλεια , καθώς, κατά τη θεωρία του διοικητικού δικαίου , τα ειδικότερα στοιχεία που πρέπει να φέρει μια ατομική πράξη (άρθρο 45 παρ,2 Π.Δ. 18/989 και άρθρο 63 παρ. 3 ΚΔΔ) είναι η αναφορά της δυνατότητας άσκησης ειδικής διοικητικής ή ενδικοφανούς προσφυγής, η μνεία του αρμοδίου για την εξέτασή της οργάνου , η προθεσμία άσκησης και οι συνέπειες παράλειψής της. 

Συνεπώς, η Διοίκηση υποχρεούται να γνωστοποιεί στο πρόσωπο το οποίο αφορά η υποκείμενη σε προσφυγή πράξη , ότι κατά της πράξης αυτής προβλέπεται ενδικοφανής προσφυγή , την προθεσμία καθώς και το όργανο ενώπιον του οποίου πρέπει να ασκηθεί αυτή . Η εν λόγω γνωστοποίηση πρέπει να γίνεται με σχετική αναφορά στο σώμα της υποκείμενης σε προσφυγή εκτελεστής πράξης ( βλ. και άρθρο 16 παρ. 1 ΚΔΔ/σίας που κυρώθηκε δια του Ν. 2690/1999), είτε με αναφορά στο έγγγραφο κοινοποίησης της πράξης αυτής. Αν, όμως η Διοίκηση, δεν ενημερώσει για τα εν λόγω θέματα με τον ως άνω τρόπο το ενδιαφερόμενο πρόσωπο , το οποίο αφορά η υποκείμενη σε ενδικοφανή  προσφυγή εκτελεστή πράξη, η παράλειψη του διοικουμένου να ασκήσει ενδικοφανή προσφυγή κατ’αυτής της πράξης , δεν συνεπάγεται το απαράδεκτο του ενδίκου βοηθήματος που ασκείται από αυτόν( ΣΤΕ 268/2003).

Το καθού , δεν γνωστοποίησε- ως όφειλε-  στο σώμα της πράξης που εξέδωσε στις 14-09-2015 ,  και μου κοινοποίησε με απλή επιστολή στις 31-12-2015  ότι υφίσταται δικαίωμά μου για άσκηση  προσφυγής κατά της προσβαλλόμενης εντός 60 ημερών από την κοινοποίησή της , ενώπιον του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου, κι ως εκ τούτου, παραβίασε ειδικότερο στοιχείο του τύπου της διοικητικής πράξης.  

I) ΕΛΛΕΙΨΗ ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑΣ ΕΚ ΤΗΣ  ΠΑΡΑΛΕΙΨΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ ΠΡΑΞΗΣ

       Το άρθρο 17 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, κατοχυρώνει νομοθετικά, την υποχρέωση αιτιολογίας όλων των ατομικών διοικητικών πράξεων (ευμενών και δυσμενών) ορίζοντας στην παρ. 1 αυτού ότι «Η ατομική διοικητική πράξη πρέπει να περιέχει αιτιολογία, η οποία να περιλαμβάνει τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά νόμο προϋποθέσεων για την έκδοσή της.». Αιτιολογία είναι, γενικά, η αναφορά των κανόνων δικαίου που ρυθμίζουν την έκδοση της διοικητικής πράξης και της ερμηνείας τους, της διαπίστωσης ότι συντρέχουν οι πραγματικές και νομικές καταστάσεις ενόψει των οποίων επιβάλλεται ή επιτρέπεται η έκδοση της πράξης κατ’ εφαρμογή των κανόνων αυτών, τη διαπίστωση της συνδρομής και την εκτίμηση των σχετικών πραγματικών περιστατικών, καθώς και των σκέψεων του διοικητικού οργάνου που οδήγησαν στην έκδοση ή την άρνηση της έκδοσης της διοικητικής πράξης.  Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας( ΣΤΕ59/1930)  καθιερώνεται  υποχρέωση αιτιολόγησης των διοικητικών πράξεων , διαπλάθοντας σταδιακά την κατασκευή των «εκ φύσεως αιτιολογητέων πράξεων», στις οποίες περιλαμβάνονταν κυρίως οι δυσμενείς πράξεις και οι πράξεις διακριτικής ευχέρειας. 

     Σε ενωσιακό επίπεδο, η υποχρέωση της διοίκησης για αιτιολογία των πράξεών της κατοχυρώνεται στο άρθρο 41 παρ. 1 περ. γ’ του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, στο πλαίσιο του δικαιώματος χρηστής διοίκησης, επιτυγχάνοντας, μ’ αυτόν τον τρόπο, τη σύνδεση της εν λόγω υποχρέωσης με τα δικαιώματα άμυνας του διοικουμένου και ιδίως με το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης. Την αιτιολογία όλων των πράξεων των θεσμικών οργάνων της Ένωσης προβλέπει και το άρθρο 296 ΣΛΕΕ (πρώην άρθρο 253 ΕΚ).

      Η υποχρέωση της διοίκησης για αιτιολογία έχει μεγάλη χρησιμότητα σε πολλά επίπεδα: Στο διαδικαστικό στάδιο, η παράθεση των νομικών και πραγματικών λόγων που στηρίζουν τις μονομερείς αποφάσεις της διοίκησης, ως τυπική απαίτηση της κατάρτισης των ατομικών πράξεων, αναπτύσσει προστατευτική λειτουργία για τους διοικουμένους καθώς συμβάλλει στην εγγύηση των ατομικών τους δικαιωμάτων και συμφερόντων, αποτελεί πηγή ενημέρωσής τους και συντελεί στον εξορθολογισμό των διοικητικών αποφάσεων καθώς το εκάστοτε διοικητικό όργανο «εξαναγκάζεται» να εξετάσει σοβαρά την κάθε υπόθεση και να καταστρώσει έναν νομικό συλλογισμό που θα διασφαλίσει τη σωστή εφαρμογή του νόμου. Εξάλλου, μέσω της αιτιολογίας ελέγχεται η άσκηση του δικαιώματος της προηγούμενης ακρόασης του διοικουμένου, αφού η λήψη υπόψη των ουσιωδών ισχυρισμών του και ο σχολιασμός τους από τη διοίκηση θα αποτυπωθεί στην αιτιολογία της διοικητικής πράξης. Από την άλλη, ενώπιον των δικαστηρίων, η παράθεση αιτιολογίας λειτουργεί επιβοηθητικά τόσο ως προς τον δικαστή, ο οποίος μέσω του ελέγχου της διευρύνει τα όρια του δικού του ελέγχου και έχει την ευκαιρία να υπεισέλθει στα ζητήματα ουσιαστικής παρανομίας της κάθε υπόθεσης και να τα επιλύσει, όσο και ως προς τον διοικούμενο, ο οποίος μπορεί να αναπτύξει πληρέστερα τα επιχειρήματά του για να επιδιώξει την ικανοποίηση του συμφέροντός του.

    Βάσει της διάταξης του άρθρου 17 παρ. 3 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, η αιτιολογία σχετίζεται, αναπόφευκτα, με το βάρος απόδειξης για τη συνδρομή των πραγματικών περιστατικών που είναι προϋπόθεση της έκδοσης της πράξης, αφού όταν η πράξη εκδίδεται αυτεπαγγέλτως, η συγκέντρωση των αποδεικτικών στοιχείων επαφίεται στο αρμόδιο όργανο ενώ όταν εκδίδεται μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου τη σχετική υποχρέωση φέρει ο τελευταίος. Ιδίως ως προς τις  διοικητικές πράξεις με τις οποίες ανακαλούνται ευμενείς για τους διοικουμένους πράξεις θεωρούνται εκ φύσεως αιτιοληγητέες.  (ΣτΕ 3457/2007, 3310/2006, 2554/2005   Γενικό Διοικητικό ΔίκαιοΕμβάθυνση Δημοσίου Δικαίου (Διοικητικό Δίκαιο)Μαθήματα 2013-2014,Υποστήριξη Διδασκαλίας  , Ευγενία Β. Πρεβεδούρου) . Τέλος, βάσει του ΠΔ 258/2005( ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟ ΟΑΕΕ) προβλέπεται ότι η  κρίση της ΒΥΕ είναι δεσμευτική επί του ποσοστού αναπηρίας εφόσον είναι αιτιολογημένη, τόσο για το ασφαλιστικό όργανο όσο και για το διοικητικό δικαστήριο. 

      Σύμφωνα  με  πορίσματα συνταγματικώς προβλεπόμενων –  Ανεξάρτητων Διοικητικών Αρχών( Έκθεση Συνηγόρου του Πολίτη σχετικά με τη λειτουργία των ΚΕΠΑ, Φεβρουάριος 2013, www.synιgoros.gr), επισημαίνεται ότι : «Ειδικότερα, η αποτελεσµατική άσκηση του δικαιώµατος της ένστασης των ενδιαφεροµένων πολιτών φαίνεται να προσκρούει στη δυσκολία τεκµηρίωσης ……Λόγω της λακωνικότητας του περιεχοµένου των γνωµατεύσεων, όπως έχει επισηµανθεί ήδη ανωτέρω, και των ελαχίστων αναφορών στα δικαιολογητικά που υποβλήθηκαν, το πρακτικό της Επιτροπής είναι εκ των ων ουκ άνευ για την υποβολή ενστάσεως ή/και την υποβολή νέου αιτήµατος για αξιολόγηση αναπηρίας. Επιβάλλεται η παρατήρηση ότι ακόµη και µετά από αιτήµατα της Ανεξάρτητης Αρχής για αποστολή των πρακτικών και λοιπών ιατρικών σηµειωµάτων, ως τώρα δεν υπήρξε ανταπόκριση . Σε ενδεχόµενη δικαστική κρίση, αναµφίβολα θα υπάρξει πρόβληµα στοιχειοθέτησης των πράξεων της ∆ιοίκησης που βασίζονται σε συνοπτικές γνωµατεύσεις. Οι ασφαλιστικοί φορείς θα έχουν συνεπώς πρόβληµα νοµιµοποίησης των δυσµενών (απορριπτικών) διοικητικών πράξεών τους και εξ όσων έχουν πέσει στην αντίληψη του ΣτΠ ήδη ζήτησαν να λαµβάνουν πληρέστερες γνωµατεύσεις.» 

    Κατόπιν των ανωτέρω καθίσταται εμφανές ότι  το καθού με την παράλειψή του να εκδώσει διαπιστωτική πράξη, και εμμένοντας στην  αρχική του απόφαση , δεν διέλαβε ούτε τους νομικούς ούτε τους πραγματικούς λόγους που δικαιολογούσαν την μη συνδρομή στο πρόσωπό μου των προϋποθέσεων χορήγησης του εξωϊδρυματικού επιδόματος, αφού αρκέστηκε  σε επανάληψη της απόφασης ΒΥΕ ΚΕΠΑ η οποία είναι παντελώς αναιτιολόγητη  κάνοντας  αναφορά  σε ένα γενικό ποσοστό αναπηρίας (67%),  το οποίο μείωσε καταχρηστικά προκειμένου να στερηθώ του ως άνω επιδόματος (55%) προσέτι, δε, δεν παρέθεσε τους λόγους δυνάμει των οποίων καίτοι η κατάσταση της υγείας μου επιδεινώθηκε, δεν δύναμαι να λάβω παραπληγικό επίδομα, μη αξιολογώντας προσηκόντως και μη  διαλαμβάνοντας στο σκεπτικό της  τις νομοθετικές διατάξεις , τα  πραγματικά περιστατικά και  τα υποβληθέντα ιατρικά στοιχεία. Ενδεικτικά αναφέρομαι στην υπ’αριθμ. ……………….Ιατρική Γνωμάτευση του Γενικού Νοσοκομείου Αττικής…………, καθώς και την από ………..έκθεση ιατρού του ίδιου ως άνω νοσοκομείου, που επιβεβαιώνουν τόσο την νοσηλεία μου όσο και την ιατρική υποτροπή της νόσου εκ της οποία πάσχω καταδεικνύοντας την σοβαρότητα του προβλήματος της υγείας μου.  

II) ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΒΑΣΗΣ ΣΕ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΓΓΡΑΦΑ& ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΑΚΡΟΑΣΗΣ 

    Βάσει του άρθρου 5 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, καθιερώνεται δικαίωμα του διοικουμένου για πρόσβαση σε έγγραφα που τον αφορούν εφόσον έχει εύλογο ενδιαφέρον προς τούτο υπό τον όρο να μη θίγονται το απόρρητο της οικογενειακής ζωής τρίτων . Σε κάθε περίπτωση η Διοίκηση οφείλει να απαντά στα εν λόγω αιτήματα , ενώ σε περίπτωση απόρριψής τους απαιτείται αιτιολογία των και έγγραφη γνωστοποίηση στον ενδιαφερόμενο. Στο άρθρο 6 παρ. 4 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας ορίζεται ότι η δυνατότητα άσκησης από τον διοικούμενο διοικητικής προσφυγής μετά την έκδοση πράξης, δεν αναιρεί την υποχρέωση της Διοίκησης να τον καλεί σε ακρόαση πριν την έκδοση της πράξης, καθώς η παράλειψη τηρήσεως της διαδικασίας προηγούμενης ακρόασης δεν καλύπτεται με την άσκηση από μέρους του ενδικοφανούς προσφυγής κατά της εκδοθείσας πράξης( ΣΤΕ 2640/2001, 4302/2001, 380/2002, 1027/2002, Διοικητικό Δίκαιο Γέροντας, Λύτρας, Παυλόπουλος, Σιούτη, Φλογαΐτης, Εκδόσεις Αντ. Ν.Σάκκουλας, Αθήνα-Κομοτηνή, 2004)

     Καίτοι δια του υπ’αριθμ. πρωτ. ……………αιτήματός μου στον ΟΑΕΕ-  Περ/κό Τμήμα …………….αιτήθηκα  του πρακτικού συνεδρίασης της ΒΥΕ ,  καθώς και της έκδοσης απόφασης από το ασφαλιστικό όργανο του ΟΑΕΕ,  η Υπηρεσία του ΟΑΕΕ  ως προς το α’ αίτημα με παρέπεμψε στο ΚΕΠΑ ισχυριζόμενη ότι δεν τηρεί φάκελο υγειονομικού χαρακτήρα, αφετέρου δεν  εκδόθηκε από  το ασφαλιστικό όργανο  απορριπτική απόφαση , ως όφειλε στερώντας μου τόσο το δικαίωμα  πρόσβασης σε έγγραφο που με αφορά όσο και το συνταγματικώς κατοχυρωμένο (άρθρο 20Σ/τος)  δικαίωμα ακρόασης.  Το ζήτημα της άρνησης των ΚΕΠΑ και των διοικητικών αρχών να απαντούν επί τέτοιων ζητημάτων έχει επισημανθεί στην  από Φεβρουαρίου 2013 έκθεση του Συνηγόρου του Πολίτη «Επιβάλλεται η παρατήρηση ότι ακόµη και µετά από αιτήµατα της Ανεξάρτητης Αρχής για αποστολή των πρακτικών και λοιπών ιατρικών σηµειωµάτων, ως τώρα δεν υπήρξε ανταπόκριση12 . Σε ενδεχόµενη δικαστική κρίση, αναµφίβολα θα υπάρξει πρόβληµα στοιχειοθέτησης των πράξεων της ∆ιοίκησης που βασίζονται σε συνοπτικές γνωµατεύσεις. Οι ασφαλιστικοί φορείς θα έχουν συνεπώς πρόβληµα νοµιµοποίησης των δυσµενών (απορριπτικών) διοικητικών πράξεών τους και εξ όσων έχουν πέσει στην αντίληψη του ΣτΠ ήδη ζήτησαν να λαµβάνουν πληρέστερες γνωµατεύσεις. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από αναφερόµενες περιπτώσεις στο ΣτΠ, πολλές φορές οι αρµόδιοι ∆ιευθυντές Παροχών προβαίνουν σε ενστάσεις σε περιπτώσεις που έχει διαπιστωθεί οριακό ποσοστό αναπηρίας, για παράδειγµα σε ποσοστό 55% που δίνει δικαίωµα σε µερική σύνταξη αναπηρίας. Οι ενστάσεις αυτές γίνονται χωρίς ειδική επισήµανση της διαφωνίας µε την τεχνική κρίση της πρωτοβάθµιας υγειονοµικής επιτροπής του ΚΕ.Π.Α.  Επίσης, δεν συγκεκριµενοποιούνται οι λόγοι για τους οποίους ο ∆ιευθυντής προβαίνει στην άσκηση ένστασης, ούτε γίνεται παραποµπή σε συγκεκριµένα ιατρικά στοιχεία, τα οποία πιθανώς να θέτουν σε αµφισβήτηση την κρίση της υγειονοµικής επιτροπής. Το ίδιο έχει παρατηρηθεί και σε περιπτώσεις όπου ποσοστό απόλυτης αναπηρίας (100%) θεµελιώνει δικαίωµα σε µεγάλη προσαύξηση των χορηγούµενων συντάξεων, όπως συµβαίνει στην περίπτωση των ασφαλισµένων του ΟΓΑ. Η άκριτη άσκηση ένστασης σε συνδυασµό µε τις καθυστερήσεις στη λειτουργία των δευτεροβάθµιων υγειονοµικών επιτροπών έχει οδηγήσει σε πολύµηνη στέρηση των ασφαλισµένων από κοινωνικές παροχές που δικαιούνται και από παροχές ασθένειας για τους ίδιους και για τα εξαρτηµένα µέλη της οικογένειάς τους. Συνεπώς, η άσκηση ένστασης εκ µέρους του αρµοδίου ∆ιευθυντή αποβαίνει ανωφελής και επιβαρυντική τόσο για τους ασφαλισµένους όσο και για το ασφαλιστικό σύστηµα . Τέλος, έχει συχνά αναφερθεί στον ΣτΠ από ενδιαφερόµενους να ασκήσουν προσφυγή κατά γνωµάτευσης Α’/θµιας Υγειονοµικής Επιτροπής ότι παροτρύνονται προφορικά να µην  το πράξουν, µε την επισήµανση ότι το ποσοστό αναπηρίας ενδέχεται να µειωθεί περαιτέρω από τη Β΄/θµια Υγειονοµική Επιτροπή» 

ΕΠΙ ΤΟΥ ΟΥΣΙΑ ΒΑΣΙΜΟΥ

III) Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 42 παρ. 1 Ν. 1140/1981, δικαιούχοι του εξωϊδρυματικού επιδόματος είναι οι ασφαλισμένοι Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης  αρμοδιότητας Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας&Κοινωνικών Ασφαλίσεων κρινόμενοι από Ειδική Επιτροπή ως πάσχοντες εκ τετραπληγίας –παραπληγίας με ποσοστό ιατρικής  αναπηρίας 67% και άνω .Του αυτού επιδόματος δικαιούνται και τα μέλη οικογενείας των ησφαλισμένων τα πάσχοντα εκ της αυτής νόσου. Το επίδομα τούτο καταβάλλεται εκ μιας μόνου πηγής. Το ύψος του ως άνω επιδόματος, αι κατηγορίαι δικαιούχων, αι προϋποθέσεις και η διαδικασία χορηγήσεως και αναστολής καταβολής τούτο, ως και πάσα άλλη αναγκαία λεπτομέρεια, ρυθμίζονται δι’ αποφάσεων του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών, μετά γνώμην του Δ.Σ. εκάστου φορέως κυρίας ασφαλίσεως». Βάσει της ανωτέρω εξουσιοδότησης εκδόθηκε η από 29.9.1997 απόφαση του Υφυπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Β’ 908/14.10.1997), με την οποία ορίσθηκε ότι ειδική επιτροπή, κατά την παρ. 1 του άρθρου 42 του ν. 1140/1981, αρμόδια για την εξέταση των ασφαλισμένων του Τ.Ε.Β.Ε., των συνταξιούχων του και των μελών των οικογενειών τους, που πάσχουν από τετραπληγία – παραπληγία, είναι η κατά τόπο αρμόδια πρωτοβάθμια υγειονομική επιτροπή του Ταμείου αυτού, στην οποία μετέχει υποχρεωτικά ιατρός του Τ.Ε.Β.Ε. με την ειδικότητα του ορθοπεδικού ή του νευρολόγου. Περαιτέρω, στην ίδια υπουργική απόφαση προβλέφθηκε ότι κατά των αποφάσεων της ανωτέρω ειδικής υγειονομικής επιτροπής επιτρέπεται στον ασφαλισμένο και σε οποιοδήποτε αρμόδιο ασφαλιστικό όργανο η άσκηση προσφυγής, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 της 1559/25.4.1980 απόφασης του Υφυπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών «Περί των αρμοδιοτήτων, λειτουργίας κ.λπ. των Υγειονομικών Επιτροπών του Τ.Ε.Β.Ε.» (Β΄ 430/3.5.1980). Περαιτέρω στο άρθρο 5 του ν. 3232/2004 (Α΄ 48) ορίζεται ότι «1 … 2. Στις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 42 του Ν. 1140/1981 (ΦΕΚ 68 Α), όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά, υπάγονται και οι ασφαλισμένοι και συνταξιούχοι των ασφαλιστικών οργανισμών αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, καθώς και τα μέλη των οικογενειών τους, που: α. πάσχουν από μυασθένεια/μυοπάθεια με ποσοστό αναπηρίας 67% και άνω, β. έχουν ακρωτηριασμό κατά τα τέσσερα άκρα, από τον αστράγαλο και πάνω για τα δύο κάτω άκρα και από τον καρπό και πάνω για τα δύο άνω άκρα ή έχουν υψηλό μηριαίο ακρωτηριασμό των δύο κάτω άκρων ή πλήρη ακρωτηριασμό των δύο άνω άκρων ή αντίστοιχο ακρωτηριασμό του ενός κάτω άκρου και του ενός άνω άκρου, που δεν επιδέχονται εφαρμογής τεχνητού μέλους και γ. έχουν φωκομέλεια που επιφέρει τον ίδιο βαθμό κινητικής αναπηρίας με την παραπάνω περίπτωση β’ της παραγράφου αυτής, δ. πάσχουν από σκλήρυνση κατά πλάκας που επιφέρει παραπληγία τετραπληγία με ποσοστό αναπηρίας 67% και άνω, ε. έχουν πλήρη ακρωτηριασμό του ενός άνω ή κάτω άκρου με ποσοστό αναπηρίας 67% και άνω, που δεν επιδέχεται εφαρμογής τεχνητού μέλους. Το ύψος του επιδόματος στην περίπτωση αυτή καθορίζεται στο δεκαπλάσιο του κατώτατου ημερομισθίου ανειδίκευτου εργάτη, όπως ισχύει κάθε φορά».

Επειδή, από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι το εξωιδρυματικό επίδομα δικαιούνται όχι μόνον όσοι πάσχουν από τις ρητά αναφερόμενες στο νόμο παθήσεις, αλλά, για την ταυτότητα του λόγου, και όσοι πάσχουν από ασθένειες οι οποίες, κατά την κρίση της αρμόδιας υγειονομικής επιτροπής, επιφέρουν την ίδια, όπως οι παθήσεις αυτές, μορφή αναπηρίας. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 3 και των άρθρων 3, 4 και 6 της ανωτέρω 1559/25-4-1980 υπουργικής απόφασης συνάγεται ότι οι γνωματεύσεις των υγειονομικών επιτροπών του Τ.Ε.Β.Ε. (ήδη Ο.Α.Ε.Ε.), αν είναι αιτιολογημένες, δεσμεύουν για τα ιατρικής φύσεως ζητήματα, τα οποία ανήκουν στην αποκλειστική αρμοδιότητά τους, τόσο τα ασφαλιστικά όργανα του Ταμείου, όσο και τα επιλαμβανόμενα, μετά από άσκηση προσφυγής, διοικητικά δικαστήρια. Αιτιολογημένες είναι οι γνωματεύσεις των υγειονομικών επιτροπών που εκδίδονται επί αιτήματος για χορήγηση του πιο πάνω επιδόματος, όταν περιέχουν ειδική κρίση ότι η πάθηση που διαπιστώθηκε, αν αυτή είναι διαφορετική από τις παθήσεις που ορίζονται στην παρ. 1 του άρθρου 42 του ν. 1140/1981, επιφέρει ή όχι την ίδια, με τις οριζόμενες στην εν λόγω διάταξη παθήσεις, μορφή αναπηρίας, διότι στις περιπτώσεις αυτές η κρίση για την επερχόμενη από τη διαπιστωθείσα πάθηση μορφή αναπηρίας ανήκει, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, στην αποκλειστική αρμοδιότητα των υγειονομικών επιτροπών( ΔΕΦΘΕΣ 813/2014, ΣΤΕ 2182/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Άλλωστε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 16 του Ν. 2042/1992, το οποίο αντικατέστησε την παρ. 1 του άρθρου 42 του Ν. 1140/1981, ορίστηκε ότι: « Ασφαλισμένοι Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης κρινόμενοι από Ειδική Επιτροπή ως πάσχοντες εκ τετραπληγίας-παραπληγίας με ποσοστό  ιατρικής αναπηρίας 67% και άνω διακαιούνται μηνιαίου εξωϊδρυματικού επιδόματος. Δια του υπ’αριθμ. πρωτ. Π51/10/5-3-99 εγγράφου της Διοίκησης του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ , αποσαφηνίστηκαν οι όροι «παραπάρεση-παραπληγία, τετραπάρεση- τετραπληγία», ώστε σύμφωνα με το εν λόγω έγγραφο, του εξωϊδρυματικού επιδόματος δικαιούνται οι ασφαλισμένοι που πάσχουν από  παραπάρεση-παραπληγία, τετραπάρεση- τετραπληγία με ποσοστό ιατρικής αναπηρίας προερχόμενο αποκλειστικά εξ’αυτής 67% και άνω , χωρίς να ερευνάται η ικανότητά τους προς βιοπορισμό, εφόσον υφίσταται βλάβη του κινητικού νευρώνα(κεντρικού ή περιφερειακού. Το ΣΤΕ με πάγια νομολογία του( ΣΤΕ 5398/1987, 2033/1988,3478/1989,3619/1992) έχει δεχθεί ότι το εξωϊδρυματικό επίδομα χορηγείται στα άτομα εκείνα των οποίων η πάθηση έχει ως συνέπεια την αδυναμία χρήσης των κάτω άλρων , ανεξάρτητα από την ονομασία της ασθένειας με μόνη προϋπόθεση αυτή να επιφέρει την ίδια μορφής αναπηρία όπως της τετραπληγίας-παραπληγίας.

 Από τον συνδυασμό των ως άνω νομοθετικών  διατάξεων καθώς και των νομολογιακών δεδομένων, συνάγεται ότι το εξωϊδρυματικό επίδομα δικαιούνται οι πάσχοντες από ασθένεια, η οποία αναξαρτήτως της ονομασίας της επιφέρει βλάβη στα κάτω άκρα , οι δε γνωματεύσεις των Υγειονομικών Επιτροπών, μόνο εάν φέρουν ειδική αιτιολογία δεσμεύουν για τα ιατρικής φύσεως ζητήματα, τα οποία ανήκουν στην αποκλειστική αρμοδιότητά τους, τόσο τα ασφαλιστικά όργανα του Ταμείου, όσο και τα επιλαμβανόμενα, μετά από άσκηση προσφυγής, διοικητικά δικαστήρια.  Αιτιολογημένες είναι οι γνωματεύσεις των υγειονομικών επιτροπών που εκδίδονται επί αιτήματος για χορήγηση του πιο πάνω επιδόματος, όταν περιέχουν ειδική κρίση ότι η πάθηση που διαπιστώθηκε, αν αυτή είναι διαφορετική από τις παθήσεις που ορίζονται στην παρ. 1 του άρθρου 42 του ν. 1140/1981, επιφέρει ή όχι την ίδια, με τις οριζόμενες στην εν λόγω διάταξη παθήσεις, μορφή αναπηρίας. 

Στην υπό κρίση περίπτωση, , ήδη από το …………. κι εφεξής λαμβάνω σύνταξη αναπηρίας και εξωϊδρυματικό επίδομα λόγω παραπληγίας προκληθείσας από ………………….πληρώντας όλες τις κατά νόμο προϋποθέσεις.  Η  μη χορήγησή του εκ της παράλειψης έκδοσης απόφασης του καθού  και ενδίκων βοηθημάτων κατά των εκδοθεισών από αυτό πράξεων , καθιστά αδύνατη τη διαβίωσή μου, αφού το εν λόγω επίδομα   είναι απολύτως απαραίτητο για την αντιμετώπιση της παθήσής μου . Σημειώνω, δε, ότι  οι οικονομικοί μου πόροι , που προέρχονται από τη σύνταξή μου ,  εν έτει …… έφθαναν στο ετήσιο ποσό των …………€. Άλλωστε , η ύπαρξη ψυχιατρικού προβλήματος, το οποίο έλαβε υπόψη της η ΒΥΕ ΚΕΠΑ,  δεν εξειδικεύεται σε αυτήν δεν συνιστά από μόνο του επαρκή και τεκμηριωμένη ιατρική κρίση- και κατά συνέπεια, η κρίση της δεν είναι δεσμευτική για τα ασφαλιστικά όργανα ή τα μετέπειτα επιλαμβανόμενα διοικητικά δικαστήρια, τα οποία δύνανται να υπόκεινται σε διαφορετική κρίση επί του συγκεκριμένου ζητήματος. 

  

   Επειδή η παρούσα προσφυγή  μου   είναι εμπρόθεσμη και παραδεκτή

   Επειδή το Δικαστήριό Σας είναι καθ’ύλην και κατά τόπον αρμόδιο( άρθρα 7 παρ. 1 Ν. 702/1977, άρθρα 6-7 Ν. 2717/1999)

   Επειδή  το καθού πρέπει να υποχρεωθεί να  άρει την παράλειψη και να εκδώσει πράξη που αφορά την     χορήγηση εξωϊδρυματικού επιδόματος αφού η μη χορήγησή του γίνεται παρανόμως ήτοι δίχως απόφαση ασφαλιστικού οργάνου και δίχως αιτιολογία καθώς  και να ακυρώσει συναφείς πράξεις στις οποίες προέβη  για τους παραπάνω εκτεθέντες λόγους

                                            ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κι όσους πρόκειται να προσθέσω κατά τη συζήτηση και εκδίκαση της παρούσας

                                                     ΖΗΤΩ

 Να   ακυρωθεί-αρθεί η παράλειψη του ΟΑΕΕ  κατά το μέρος που αφορά στην απόρριψη αιτήματος χορήγησης εξωϊδρυματικού επιδόματος αφού η μη χορήγησή του γίνεται παρανόμως,  ήτοι δίχως απόφαση ασφαλιστικού οργάνου και δίχως αιτιολογία καθώς και να ακυρωθεί κάθε συναφής πράξη εξ’αυτού  του λόγου προερχόμενη 

Να καταδικαστεί το καθού στην δικαστική μου δαπάνη κι αμοιβή της πληρεξουσίας μου δικηγόρου.

                                                                              Αθήνα, …./…./2016

                                                                              Η Πληρεξούσια Δικηγόρος

nomocultus
Βασιλέως Αλεξάνδρου 114 Περιστέρι, ΤΚ 12134, Αθήνα
+30 2155304867
kat85saiti@yahoo.gr

ΤΗΛΕΦΩΝΟ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Copyright © Nomocultus 2020

https://nomocultus.gr/wp-content/uploads/2023/02/e-banner_orizontio60X468.jpg