Διοικητικό δίκαιοΣχολιασμοί δικαστικών αποφάσεωνΑΠ 1314/2018 Αποζημίωση υπαλλήλων ΕΤΕ κατά την εθελουσία έξοδο

13 Δεκεμβρίου 2020

Ι)  ΑΠ 1314/2018 Αποζημίωση υπαλλήλων ΕΤΕ κατά την εθελουσία έξοδο

– Αποχώρηση από την υπηρεσία με τις προϋποθέσεις του άρθρου 8 εδ. α΄ ν. 3198/1955. Εθελουσία έξοδος. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος.
– Προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως αυτής, που συνεχίζει να ισχύει, είναι: α) σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας, β) συμπλήρωση δεκαπενταετούς υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη ή συμπλήρωση του προβλεπόμενου από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό ορίου ηλικίας και σε περίπτωση έλλειψης τέτοιου του 65ου έτους της ηλικίας και γ) αποχώρηση από την υπηρεσία με τη συγκατάθεση του εργοδότη. Εφόσον συντρέξουν οι προϋποθέσεις αυτές ο μισθωτός δικαιούται το ήμισυ της αποζημιώσεως του ν. 2112 ή του β.δ. του 1920.
– Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των άρθρων 648, 669, 672 και 673 ΑΚ, σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου υπάρχει και όταν από τον κανονισμό ή τον οργανισμό λειτουργίας των υπηρεσιών του εργοδότη προβλέπεται η αυτοδίκαιη αποχώρηση του υπαλλήλου από την υπηρεσία λόγω συμπλήρωσης του καθοριζομένου ορίου ηλικίας. Αν όμως με τον κανονισμό έχουν παράλληλα προβλεφθεί περιπτώσεις πρόωρης λύσεως της συμβάσεως, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, αν δε αυτή πληρωθεί η σύμβαση μεταπίπτει εξαρχής σε αορίστου χρόνου (ΟλΑΠ 1110/1986).
– Κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 435/1976 με την οποία αντικαταστάθηκε το δεύτερο εδ. του άρθρου 8 του ν. 3198/1955 που είχε προστεθεί με την παρ. 4 του άρθρου 8 του ν.δ. 3789/57: “Μισθωτοί εν γένει, υπαγόμενοι εις την ασφάλισιν οιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού δια την χορήγησιν συντάξεως, συμπληρώσαντες ή συμπληρούντες τας προς χορήγησιν πλήρους συντάξεως γήρατος προϋποθέσεις δύνανται, εάν έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, να αποχωρήσουν της εργασίας ή να απομακρύνονται ταύτης παρά του εργοδότου των, λαμβάνοντες εις τας περιπτώσεις ταύτας, οι μεν επικουρικώς ασφαλισμένοι το 40%, οι δε μη ασφαλισμένοι επικουρικώς το 50% της υπό του νόμου 2112/20 οριζομένης απροειδοποιήτου αποζημιώσεως” και κατά τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου “τυχόν ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι περιεχόμενοι σε άλλες διατάξεις, συλλογικές συμβάσεις εργασίας, κανονισμούς ή ατομικές συμβάσεις εργασίας, κατισχύουν των διατάξεων της παρ. 1 του παρόντος”. Η τελευταία διάταξη, η οποία απηχεί τη γενικότερη αρχή του εργατικού δικαίου (άρθρα 680 ΑΚ, 3 παρ. 1 ν. 3239/1955, 7 παρ. 2 ν. 1876/1990, 8 παρ. 1 ν. 2112/20) της εύνοιας υπέρ του μισθωτού, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου έχει ανάλογη εφαρμογή και στην περίπτωση του εδαφίου α’ του παραπάνω άρθρου 8 του Ν. 3198/1955, το οποίο, όπως από το ανωτέρω άρθρο 5 (παρ. 1) του ν. 435/1976 προκύπτει, έχει ως σκοπό να διευκολύνει την αποχώρηση και ανανέωση του προσωπικού των επιχειρήσεων και εκμεταλλεύσεων, κατά την έννοια δε της διατάξεως αυτής “ως ευνοϊκότεροι όροι νοούνται όλες οι προϋποθέσεις λειτουργίας της συμβάσεως, οι οποίες τέθηκαν υπέρ του μισθωτού είτε ανάγονται στο ύψος της αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας της είτε στο ίδιο το δικαίωμα καταγγελίας (ΟλΑΠ 26/1992).

 

ΙΙ) ΑΠ 1314/2018

Διατάξεις: 
ΑΚ: 648, 669, 672, 673, 680,
Νόμοι: 2112/1920 άρθ. 3, 8, 3239/1955 άρθ. 3, 435/1976 άρθ. 5, 1876/1990 άρθ. 7, Αριθμός 1314/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1′ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Μάριο – Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Χ1, 2) Χ2 και 3) Χ3, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Στρίμπερη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.”, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κων/νο Λένη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-6-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1912/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 3258/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-6-2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη, διάβασε την από 8-5-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, το άρθρο 8 του ν. 3198/1955 στο εδάφιο α’ ορίζει ότι “μισθωτοί συνδεόμενοι δια σχέσεως εργασίας αορίστου διαρκείας, συμπληρώσαντες δεκαπενταετή υπηρεσίαν παρά τω αυτώ εργοδότη, υπό την έννοιαν της παρ. 1 του άρθρου 6 του ν. 2112 ή το υπό του οικείου ασφαλιστικού οργανισμού προβλεπόμενον όριον ηλικίας, εν ελλείψει δε τοιούτου το 65ον έτος της ηλικίας των, αποχωρούντες της υπηρεσίας τη συγκαταθέσει του εργοδότου δικαιούνται του ημίσεως της υπό του ν. 2112, ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως, η του β.δ. της 16/18.7.1920 οριζομένης αποζημιώσεως δια την περίπτωσιν απροειδοποιήτου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας υπολογιζομένης βάσει των παρ. 1 και 2 του άρθρου 5 του παρόντος”. Προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως αυτής, που συνεχίζει να ισχύει, είναι: α) σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας, β) συμπλήρωση δεκαπενταετούς υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη ή συμπλήρωση του προβλεπόμενου από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό ορίου ηλικίας και σε περίπτωση έλλειψης τέτοιου του 65ου έτους της ηλικίας και γ) αποχώρηση από την υπηρεσία με τη συγκατάθεση του εργοδότη. Εφόσον συντρέξουν οι προϋποθέσεις αυτές ο μισθωτός δικαιούται το ήμισυ της αποζημιώσεως του ν. 2112 ή του β.δ. του 1920. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των άρθρων 648, 669, 672 και 673 ΑΚ, σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου υπάρχει και όταν από τον κανονισμό ή τον οργανισμό λειτουργίας των υπηρεσιών του εργοδότη προβλέπεται η αυτοδίκαιη αποχώρηση του υπαλλήλου από την υπηρεσία λόγω συμπλήρωσης του καθοριζομένου ορίου ηλικίας. Αν όμως με τον κανονισμό έχουν παράλληλα προβλεφθεί περιπτώσεις πρόωρης λύσεως της συμβάσεως, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, αν δε αυτή πληρωθεί η σύμβαση μεταπίπτει εξαρχής σε αορίστου χρόνου (ΟλΑΠ 1110/1986). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 435/1976 με την οποία αντικαταστάθηκε το δεύτερο εδ. του άρθρου 8 του ν. 3198/1955 που είχε προστεθεί με την παρ. 4 του άρθρου 8 του ν.δ. 3789/57: “Μισθωτοί εν γένει, υπαγόμενοι εις την ασφάλισιν οιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού δια την χορήγησιν συντάξεως, συμπληρώσαντες ή συμπληρούντες τας προς χορήγησιν πλήρους συντάξεως γήρατος προϋποθέσεις δύνανται, εάν έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, να αποχωρήσουν της εργασίας ή να απομακρύνονται ταύτης παρά του εργοδότου των, λαμβάνοντες εις τας περιπτώσεις ταύτας, οι μεν επικουρικώς ασφαλισμένοι το 40%, οι δε μη ασφαλισμένοι επικουρικώς το 50% της υπό του νόμου 2112/20 οριζομένης απροειδοποιήτου αποζημιώσεως” και κατά τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου “τυχόν ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι περιεχόμενοι σε άλλες διατάξεις, συλλογικές συμβάσεις εργασίας, κανονισμούς ή ατομικές συμβάσεις εργασίας, κατισχύουν των διατάξεων της παρ. 1 του παρόντος”. Η τελευταία διάταξη, η οποία απηχεί τη γενικότερη αρχή του εργατικού δικαίου (άρθρα 680 ΑΚ, 3 παρ. 1 ν. 3239/1955, 7 παρ. 2 ν. 1876/1990, 8 παρ. 1 ν. 2112/20) της εύνοιας υπέρ του μισθωτού, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου έχει ανάλογη εφαρμογή και στην περίπτωση του εδαφίου α’ του παραπάνω άρθρου 8 του Ν. 3198/1955, το οποίο, όπως από το ανωτέρω άρθρο 5 (παρ. 1) του ν. 435/1976 προκύπτει, έχει ως σκοπό να διευκολύνει την αποχώρηση και ανανέωση του προσωπικού των επιχειρήσεων και εκμεταλλεύσεων, κατά την έννοια δε της διατάξεως αυτής “ως ευνοϊκότεροι όροι νοούνται όλες οι προϋποθέσεις λειτουργίας της συμβάσεως, οι οποίες τέθηκαν υπέρ του μισθωτού είτε ανάγονται στο ύψος της αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας της είτε στο ίδιο το δικαίωμα καταγγελίας (Ολ. ΑΠ 26/1992). Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 26 του Οργανισμού της Υπηρεσίας της “Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και Αθηνών ΑΕ”, που καταρτίσθηκε από το διοικητικό συμβούλιο αυτής και κυρώθηκε με το β.δ. της 17/26.9.1953, κατ` εφαρμογή του άρθρου 1 του ν.δ. 2510/1953 δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Α 267/26.9.1953) και έχει ισχύ νόμου, η μετά του προσωπικού της Τραπέζης σύμβαση εργασίας λύεται, εκτός από άλλους αναφερόμενους σ` αυτό λόγους, και 1) δια του θανάτου του υπαλλήλου, 2) δια καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας κατά τα υπό της εργατικής νομοθεσίας οριζόμενα, σε κάθε δε περίπτωση με την συμπλήρωση των κάτωθι οριζομένων ορίων ηλικίας α) του 62ου έτους δια τους Διευθυντάς, Υποδιευθυντάς, Συμπράττοντας Υποδιευθυντάς και Τμηματάρχας, β) … γ) … δ) … Επίσης στο ίδιο άρθρο (26 αριθ. 2δ εδ. β`) ορίζεται και ότι “οι προ της συμπληρώσεως του ως άνω ορίου ηλικίας απολυόμενοι δια καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας δικαιούνται και της κατά νόμον αποζημιώσεως”. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε ανελέγκτως τα εξής: Οι εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες προσλήφθηκαν από την εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία “Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.” με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας κατά τις πιο κάτω ημερομηνίες και προσχώρησαν στον κανονισμό εργασίας αυτής, ήτοι: η πρώτη την 25-5-1985, ο δεύτερος την 10-3-1975 και η τρίτη την 8-6-1977. Με την υπ’ αριθμ. ΧΧΧ Υπηρεσιακή Εγκύκλιο της Διεύθυνσης Προσωπικού της αναιρεσίβλητης καθορίστηκαν λεπτομερώς οι όροι εθελούσιας αποχώρησης από την υπηρεσία όσων είχαν θεμελιώσει δικαίωμα άμεσης λήψης σύνταξης μέχρι την 31-12-2004. Οι παροχές που θα μπορούσαν να έχουν οι μετέχοντες στο εν λόγω πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου ήταν οι παρακάτω: Α) Προαγωγή στον επόμενο βαθμό του κλάδου στον οποίο ανήκουν, υπό την απαραίτητη προϋπόθεση ότι αυτοί (οι μετέχοντες) έχουν συμπληρώσει την 1-7-2004 τον απαιτούμενο προς προαγωγή κατά τον ισχύοντα Κανονισμό Εργασίας χρόνο στον κατεχόμενο βαθμό. Η εν λόγω προαγωγή θα χορηγούνταν με χρόνο ισχύος (valeur) την 1-7-2004, εκτός και επιπλέον των προβλεπομένων από τον Κανονισμό Εργασίας οργανικών θέσεων. Της ανωτέρω παροχής (προαγωγής) εξαιρούντο οι κατέχοντες βαθμό Υποδιευθυντή Α’ του Κλάδου Κύριου Προσωπικού και Αρχιμηχανικού της κατηγορίας Μηχανικών του κλάδου Τεχνικού Προσωπικού. Β) Αποζημίωση κατά περίπτωση, ως εξής: 1) σε όσους θα συμπληρώσουν το 53ο έτος της ηλικίας και 35 έτη συντάξιμης υπηρεσίας στην Τράπεζα μέχρι 31-12-2005, το 20% της δικαιούμενης κατά τον Κανονισμό του Ταμείου Αυτασφάλειας, εφάπαξ παροχής με ελάχιστο ποσό 30.000 ευρώ, 2) σε όσους θα συμπλήρωναν το 58ο της ηλικίας τους και 35 έτη συντάξιμης υπηρεσίας στην Τράπεζα μέχρι 31-12-2007, το 80% της δικαιούμενης κατά τον Κανονισμό του Ταμείου Αυτασφάλειας, εφάπαξ παροχής με ελάχιστο ποσό 30.000 ευρώ, 2) σε όσους θα συμπλήρωναν το 58ο έτος της ηλικίας τους και 35 έτη συντάξιμης υπηρεσίας στην Τράπεζα μέχρι 31-12-2007 το 80% της δικαιούμενης κατά τον Κανονισμό του Ταμείου αυτασφάλειας, εφάπαξ παροχής με ελάχιστο ποσό 40.000 ευρώ, γ) σε όσους θα συμπλήρωναν το 58ο της ηλικίας και 35 έτη συντάξιμης υπηρεσίας στην Τράπεζα μέχρι 31-12-2009 το 100% της δικαιούμενης κατά τον πιο πάνω Κανονισμό εφάπαξ παροχής με ελάχιστο ποσό 50.000 ευρώ, δ) σε όσους θα συμπλήρωναν το 58ο έτος της ηλικίας τους και 35 έτη συντάξιμης υπηρεσία μέχρι 31-12-2012 το 100% της εφάπαξ παροχής με ελάχιστο ποσό 60.000 ευρώ, ε) σε όσους θα συμπλήρωναν το 58ο έτος της ηλικίας και 35 έτη συντάξιμης υπηρεσίας στην Τράπεζα από 31-12-20013 και μετά το 100% της δικαιούμενης πιο πάνω εφάπαξ παροχής με ελάχιστο ποσό 70.000 ευρώ. Αντίστοιχη με την ως άνω αποζημίωση θα ελάμβαναν και όσοι υπάλληλοι θα συμπλήρωναν 35 έτη συντάξιμης υπηρεσίας στην Τράπεζα κατά τις προαναφερόμενες ημερομηνίες, έχοντας υπερβεί το 58ο έτος της ηλικίας τους. Επίσης όσοι από τους υπαλλήλους υπάγονταν στις ρυθμίσεις αυτές, δεν ήταν όμως ασφαλισμένοι στο Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού ΕΤΕ ή δεν είχαν δικαίωμα να λάβουν εφάπαξ παροχή ελλείψει επαρκούς χρόνου ασφάλισης σ’ αυτό, θα λάμβαναν ως αποζημίωση το προβλεπόμενο ως ελάχιστο ποσό της κατηγορίας στην οποία αντίστοιχα υπάγονταν. Τέλος οι καθαρίστριες, οι οποίες δικαιούνταν άμεσης λήψης σύνταξης μέχρι 31-12-2004, ανεξαρτήτως χρόνου συμπληρώσεως των ανωτέρω ορίων, θα λάμβαναν ως αποζημίωση το ποσό των 20.000 ευρώ, εφόσον ήταν πλήρους απασχολήσεως ή των 10.000 ευρώ, εφόσον ήταν μερικής απασχόλησης. Περαιτέρω, η ίδια εγκύκλιος στο Κεφάλαιο Α παρ. 3 όριζε ότι η παροχή που θα λάβουν οι αποχωρούντες υπάλληλοι, σύμφωνα με τους όρους αυτής, συνιστούσε αποζημίωση για τη λύση της σχέσεως εργασίας τους με συνέπεια οι αποχωρούντες κατ’ εφαρμογή της εγκυκλίου αυτής, “δεν θα δικαιούνταν καμίας άλλης, εκτός της μιας και μόνο εκ των προβλεπομένων στο άρθρο 1 της παρούσας παροχών και ενδεικτικά ούτε την αποζημίωση του άρθρου 8 του ν. 3198/1955, ούτε την αποζημίωση που προβλέπει η από 14-12-1988 απόφαση της Διοικήσεως, όπως ισχύει και εφαρμόζεται”. Οι αναιρεσείοντες έκαναν χρήση της ως άνω ευχέρειας και κατέθεσαν προς τη Διεύθυνση προσωπικού της αναιρεσίβλητης χωριστές δηλώσεις τους με τις οποίες δήλωσαν ότι, έχοντας τις σχετικές προϋποθέσεις, επιθυμούσαν να υπαχθούν στις προβλεπόμενες από την ως άνω απόφαση (εγκύκλιο) ρυθμίσεις. Προς τούτο δε κατήγγειλαν μονομερώς τη σύμβαση εργασίας τους με την Τράπεζα, ώστε, εφόσον γίνει αποδεκτή η παραίτηση τους από την υπηρεσία, να ολοκληρωθεί η λύση της σχέσης εργασίας τους την 31-12-2004 και να επέλθουν οι προβλεπόμενες από την ως άνω απόφαση συνέπειες. Ειδικότερα, όλοι δήλωσαν ότι επιθυμούσαν να λάβουν το προβλεπόμενο από την ανωτέρω απόφαση χρηματικό ποσό αποζημίωσης, ενώ ρητά δήλωσαν ότι “η ως άνω επιλεγείσα παροχή συνιστά την αποζημίωση τους για τη λύση της σύμβασης εργασίας τους και καμία άλλη αξίωση δεν είχαν κατά της Τράπεζας για το λόγο αυτό”. Οι πιο πάνω δηλώσεις έγιναν δεκτές από την εφεσίβλητη και έτσι, μετά τη λύση της σχέσεως εργασίας τους την 31-12-2004, καταβλήθηκαν σ’ αυτούς σύμφωνα με την επιλογή τους, οι ως άνω προβλεπόμενες αποζημιώσεις και συγκεκριμένα τα εξής ποσά: α) στην πρώτη 70.000 ευρώ, β) στον δεύτερο 64.900,76 ευρώ και γ) στην τρίτη 70.000 ευρώ. Στη συνέχεια, με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι οι αναιρεσείοντες δεν δικαιούνται να λάβουν εκτός από την πιο πάνω παροχή και την προβλεπόμενη από την διάταξη του άρθρου 8 του ν. 3198/1955 αποζημίωση, δεδομένου ότι οι όροι της πιο πάνω Υπηρεσιακής Εγκυκλίου περί παροχής κινήτρων για την εθελουσία αποχώρηση προσωπικού ήταν ευνοϊκότεροι των διατάξεων που επικαλούνται για την καταβολή σ’ αυτούς της ως άνω αποζημιώσεως γεγονός που δεν αμφισβητούν οι ίδιοι.
Συνεπώς η ανωτέρω επιλογή αυτών να λάβουν την προαναφερόμενη υπέρτερη παροχή τους στερεί το δικαίωμα να λάβουν και την προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 8 του ν. 3198/1955 παροχή, αφού υπάρχει ταυτότητα ως προς το αντικείμενο και το σκοπό των εν λόγω δύο παροχών. Επιπλέον, εφόσον οι όροι της προαναφερόμενης συμβατικής ρυθμίσεως περί εθελουσίας εξόδου του προσωπικού από την αναιρεσίβλητη την 31-12-2004, είναι ευνοϊκότεροι για τους εργαζόμενους κατισχύουν αυτών που προβλέπονται από τη νόμιμη ρύθμιση του άρθρου 8 του ν. 3198/1955. Επομένως, οι αναιρεσείοντες δεν δικαιούνται να αξιώσουν αθροιστικώς και την αποζημίωση του άρθρου 8 του ν. 3198/1955 και τις παροχές που προβλέπει η ως άνω συμβατική ρύθμιση, δεδομένου ότι δεν επικαλούνται, αλλά ούτε και αποδεικνύεται αντίθετη συμφωνία. Μετά ταύτα το Εφετείο απέρριψε την έφεση που είχαν ασκήσει οι αναιρεσείοντες και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή για τους ίδιους λόγους. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού οι ως άνω παροχές που επέλεξαν να λάβουν οι αναιρεσείοντες ως ευνοϊκότερες, ταυτίζονται με την αποζημίωση κατά την έννοια του ν. 2112/1920, ως ισχύει τώρα μετά την τροποποίηση του και ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Εξάλλου, με τις πιο πάνω παραδοχές του, το Εφετείο διέλαβε πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των ως άνω διατάξεων και απορριπτέος είναι και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-6-2007 αίτηση των Χ1, Χ2 και Χ3 περί αναιρέσεως της 3258/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΙΙΙ) ΣτΕ Α΄ Τμ. 2429/2018 επταμ. Κοινωνική ασφάλιση – Αρχή της ισότητας – Αρχή της ασφάλειας δικαίου – ΚΥΑ του 2013 περί αναδρομικής μείωσης του εφάπαξ του Ταμείου Αυτασφάλειας Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας (ΤΑΠΕΤΕ)

 

(Α) Λόγος ότι η επιδείνωση των οικονομικών του Ταμείου οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό, στο πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου που πραγματοποιήθηκε στην ΕΤΕ το έτος 2013, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αλυσιτελής, διότι με αυτόν δεν αμφισβητείται, πάντως, ότι είχε κλονισθεί η αναλογιστική ισορροπία του Ταμείου και ότι για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας του ασφαλιστικού του κεφαλαίου ήταν αναγκαία η λήψη μέτρων. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 εδαφ. δ΄ του Καταστατικού του Ταμείου, σε περίπτωση εθελούσιας αποχώρησης υπαλλήλων της ΕΤΕ, η Τράπεζα καταβάλλει το σύνολο των εισφορών που υπολείπονται για τη θεμελίωση δικαιώματος λήψεως εφάπαξ παροχής, προκειμένου να μην διαταραχθεί η αναλογιστική ισορροπία του Ταμείου.
(Β) Ενόψει της επιδεινώσεως της οικονομικής καταστάσεως του ΤΑΠΕΤΕ και προκειμένου να εξασφαλισθεί η βιωσιμότητα του φορέα αυτού και η “διατηρησιμότητα” του ασφαλιστικού κεφαλαίου, το ΤΑΠΕΤΕ, πριν από την ένδικη αναπροσαρμογή της απονεμόμενης από το Ταμείο εφάπαξ παροχής είχε εφαρμόσει σειρά μέτρων, προκειμένου να αποκαταστήσει την αναλογιστική του ισορροπία και συγκεκριμένα, αρχικά είχε προβεί: α) στην αναστολή χορηγήσεως προκαταβολών εφάπαξ παροχών, β) στην σταδιακή αύξηση της εισφοράς των ασφαλισμένων, γ) στην επιμήκυνση του χρόνου καταβολής της εφάπαξ παροχής και δ) στην αναστολή καταβολής της εφάπαξ παροχής για χρονικό διάστημα προσδιοριζόμενο κατ’ ανώτατο όριο. Τα μέτρα όμως αυτά, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, απέτυχαν να αποκαταστήσουν την αναλογιστική ισορροπία του Ταμείου, σε δεύτερη δε φάση θεσπίσθηκε περαιτέρω αύξηση των πόρων του ΤΑΠΕΤΕ, με την επαναφορά της εργοδοτικής εισφοράς της ΕΤΕ (2% επί των αποδοχών του ασφαλισμένου από 1.1.2014) και την ένδικη μείωση των προβλεπόμενων στο άρθρο 7 του Καταστατικού του Ταμείου ποσοστών αναπλήρωσης για τον υπολογισμό των απονεμόμενων από το Ταμείο εφάπαξ βοηθημάτων. Ειδικότερα, με την προσβαλλόμενη ΚΥΑ υιοθετήθηκε το “βασικό σενάριο” της αναλογιστικής μελέτης της εταιρείας Ernst & Young, τα αποτελέσματα της οποίας δεν μπορούν να ελεχθούν ακυρωτικά λόγω του τεχνικού τους χαρακτήρα, και μειώθηκαν τα προβλεπόμενα στο άρθρο 7 του Καταστατικού του ΤΑΠΕΤΕ ποσοστά αναπληρώσεως, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα, μεταξύ άλλων, στο βασικό σενάριο της ανωτέρω αναλογιστικής μελέτης, τα οποία εφαρμόζονται στον ασφαλιστικό μισθό κάθε έτους ασφαλίσεως προκειμένου να υπολογιστεί το ποσόν του εφάπαξ βοηθήματος που θα απονεμηθεί τελικώς στον αποχωρούντα από την υπηρεσία υπάλληλο της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ασφαλισμένο του Ταμείου, κατά τα οριζόμενα στην ίδια διάταξη. Συγκεκριμένα, με την ως άνω απόφαση δεν θεσπίζεται ανώτατο όριο στο απονεμόμενο από το ΤΑΠΕΤΕ εφάπαξ βοήθημα, αλλά μειώνονται τα ποσά εφάπαξ βοηθημάτων, που θα λαμβάνουν οι ασφαλισμένοι του Ταμείου τόσο οι υπαχθέντες στην ασφάλιση μέχρι 31.12.1992, όσο και οι υπαχθέντες στην ασφάλιση από 1.1.1993 και εφεξής, λόγω του ότι θεσπίζονται με την προσβαλλόμενη ΚΥΑ μικρότερα ποσοστά αναπληρώσεως, σε σχέση με το προϊσχύον καθεστώς. Παρά την μείωση των ποσοστών αναπληρώσεως, το χορηγούμενο από το ΤΑΠΕΤΕ εφάπαξ βοήθημα, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 7 παρ. 2 του Καταστατικού του Ταμείου, εξακολουθεί και υπό το νέο καθεστώς να εξευρίσκεται, όπως και με το προϊσχύον καθεστώς, αφενός μεν επί τη βάσει του μηνιαίου ασφαλιστέου μισθού κατά το χρόνο εξόδου του ασφαλισμένου από την υπηρεσία του, όπως αυτός ορίζεται στην παρ. 2 του άρθρου 7 του Καταστατικού του Ταμείου, αφετέρου δε και επί τη βάσει του συνολικού χρόνου ασφαλίσεως του κάθε ασφαλισμένου. Με τα δεδομένα αυτά, το χορηγούμενο από το ΤΑΠΕΤΕ εφάπαξ βοήθημα και υπό το νέο καθεστώς που θεσπίζεται με την προσβαλλόμενη ΚΥΑ διαφοροποιείται ανάλογα με τις εν ενεργεία αποδοχές του ασφαλισμένου και το χρόνο ασφαλίσεως αυτού, άρα είναι ανάλογο με τις καταβληθείσες εισφορές αυτού. Συνεπώς, με το νέο τρόπο υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος που θεσπίζει η προσβαλλόμενη ΚΥΑ δεν θίγεται ούτε η αρχή της ανταποδοτικότητας ούτε η αρχή της ισότητας, υπό την έννοια ότι, ναι μεν μειούται κατά ποσόν το ήδη απονεμόμενο εφάπαξ βοήθημα σε σχέση με εκείνο που ελάμβαναν οι ασφαλισμένοι του ταμείου υπό το προϊσχύον καθεστώς, όμως το ήδη καταβαλλόμενο ποσόν εφάπαξ παροχής συναρτάται με τις αποδοχές του ασφαλισμένου κατά το χρόνο εξόδου του από την υπηρεσία, άρα είναι ανάλογο προς τις αποδοχές αυτές, συνεπώς και προς τις καταβληθείσες από αυτόν εισφορές, αυξάνεται δε ανάλογα με το χρόνο ασφαλίσεως του ασφαλισμένου. Η ως άνω δε μείωση δικαιολογείται από λόγο δημοσίου συμφέροντος που είναι η προστασία της βιωσιμότητας του ΤΑΠΕΤΕ και της συνεχίσεως της καταβολής από αυτό εφάπαξ βοηθημάτων προς όφελος των μελλοντικών ασφαλισμένων του, δεδομένου ότι το Ταμείο, ήδη από το έτος 2008, είχε λάβει σειρά μέτρων για να αντιμετωπίσει την οικονομική κατάσταση, στην οποία είχε περιέλθει, συνεπεία της οποίας υπήρχε αδυναμία απονομής των εφάπαξ βοηθημάτων των ασφαλισμένων του.
(Γ) Λόγος ότι οι διατάξεις της προσβαλλόμενης ΚΥΑ αντίκεινται στο άρθρο 4 Σ., για τον ειδικότερο λόγο ότι με αυτές εισάγεται, αυθαιρέτως, δυσμενής διάκριση σε βάρος υπαλλήλων-μελών του ΤΑΠΕΤΕ, οι οποίοι εξέρχονται από την υπηρεσία ύστερα από την έναρξη της ισχύος της προσβαλλόμενης ΚΥΑ και εκείνων οι οποίοι απεχώρησαν από την υπηρεσία σε προγενέστερο της ημερομηνίας αυτής χρονικό σημείο, για το λόγο ότι οι δύο αυτές κατηγορίες υπαλλήλων κατέβαλλαν τις ίδιες ή και ανάλογες εισφορές αλλά θα λάβουν, ως εκ του χρόνου αποχωρήσεως από την υπηρεσία, που αποτελεί αυθαίρετο, σύμφωνα με τα προβαλλόμενα, κριτήριο, διαφορετικό ποσό εφάπαξ παροχής. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι ο χρόνος εξόδου από την υπηρεσία αποτελεί παράγοντα αρκούντως αντικειμενικό, ο οποίος δικαιολογεί τη διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των ασφαλισμένων του αυτού ασφαλιστικού φορέα σε περίπτωση μεταβολής του τρόπου υπολογισμού της απονεμόμενης από το φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως ασφαλιστικής παροχής, εν προκειμένω δε της εφάπαξ παροχής που απονέμει το ΤΑΠΕΤΕ. Και ναι μεν το εφάπαξ βοήθημα που χορηγεί το ΤΑΠΕΤΕ έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα (ΑΕΔ 4/2007), πλην το νέο σύστημα υπολογισμού του βοηθήματος αυτού που καθιερώνει η προσβαλλόμενη ΚΥΑ συνάδει προς το συνταγματικώς κατοχυρωμένο κανόνα που θεμελιώνεται στα άρθρα 4 και 22 παρ. 5 Σ., σύμφωνα με τον οποίο το ποσό του εφάπαξ βοηθήματος, υπολογιζόμενο με βάση το χρόνο υπηρεσίας και τις αποδοχές του εργαζομένου πρέπει να είναι ανάλογο προς τις εισφορές που καταβλήθηκαν από αυτόν. Εξάλλου, η προσβαλλόμενη ΚΥΑ είναι σύμφωνη με το άρθρο 17 Σ. και με το άρθρο 1 ΠΠΠ της ΕΣΔΑ, διότι η μείωση του εφάπαξ βοηθήματος, η οποία προκύπτει ως αποτέλεσμα της εφαρμογής της προσβαλλόμενης ΚΥΑ, δεν συνιστά υπέρμετρη επιβάρυνση της περιουσίας των ασφαλισμένων του Ταμείου ούτε ανατρέπεται η δίκαιη ισορροπία μεταξύ του γενικού συμφέροντος και του συμφέροντος αυτών, εφόσον η μείωση αυτή έγινε για τους προεκτεθέντες σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος και ιδίως λόγω της αδυναμίας του Ταμείου να ανταποκριθεί επικαίρως στις υποχρεώσεις του. Τέλος, οι αρχές της ασφάλειας δικαίου, της προστατευόμενης εμπιστοσύνης και της χρηστής διοικήσεως δεν αποκλείουν τη μεταβολή ευνοϊκού για τους ασφαλισμένους καθεστώτος για το μέλλον είτε και για το παρελθόν, όταν τούτο επιτρέπεται από τη συνταγματική τάξη.

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ

Τα ζητήματα που θέτουν οι ως άνω αποφάσεις αφορούν υπαλλήλους Εθνικής Τράπεζας και ειδικότερα την αποζημίωση αυτών κατά την εθελούσια έξοδο από την υπηρεσία τους καθώς και την εφάπαξ παροχή . Με την Απόφαση του Αρείου Πάγου κρίθηκε ότι δεν δύνανται οι υπάλληλοι της ΕΤΕ να αξιώνουν πέραν της καταστατικώς προβλεπόμενης αποζημίωσης και αυτήν του άρθρου 8 Ν. 3198/1955 καθώς , στα πλαίσια της αρχής της ευνοϊκότερης ρύθμισης- που εν προκειμένω είναι οι καταστατικές διατάξεις του Ταμείου της ΕΤΕ που θεσπίζουν υπέρτερη αποζημίωση εθελουσίας εξόδου από αυτήν που προβλέπει ο Ν. 3198/1955- που επικρατεί , και, εφόσον δεν υφίσταται αντίθετη συμφωνία με τον εργοδότη- τράπεζα, δεν μπορούν σωρρευτικώς να καταβληθούν και οι δύο παροχές. 

Με την Απόφαση του ΣΤΕ, οριοθετούνται τα ζητήματα που αφορούν στο όριο-πλαφόν του εφάπαξ υπαλλήλων ΕΤΕ που αποχωρούν από την υπηρεσία τους με εθελούσια έξοδο το έτος 2013. Με το απόσπασμα της παρατιθέμενης απόφασης προκρίνεται η νομιμότητα της εν λόγω μείωσης   ως συμφυούς στην αρχή της ανταποδοτικότητας , καθώς το Ταμείο εφάρμοσε σειρά μέτρων προς διατήρηση της βιωσιμότητάς του, εκπόνησε αναλογιστικές μελέτες και εξέδωσε τελικώς  ΚΥΑ με την οποία μειώνεται το ποσό της εφάπαξ παροχής για αποχωρούντες μετά τη ισχύ της ως άνω κοινής υπουργικής απόφασης.  Τυχόν αντίθεση με την αρχή της ισότητας -επί τη βάσει της δυσμενούς και άνισης μεταχείρισης των αποχωρούντων πριν και μετά την ισχύ της προσβαλλόμενης ΚΥΑ , κατά τρόπο με τον οποίο καίτοι είχαν εισφέρει αντίστοιχες εισφορές, οι αποχωρούντες μετά την έκδοση και ισχύ της υπουργικής απόφασης μείωσης του εφάπαξ λάμβαναν μειωμένο ποσό της αυτής παροχής- κρίθηκε εκ του Δικαστηρίου ότι δεν επέρχεται , αφού «ο χρόνος εξόδου από την υπηρεσία αποτελεί παράγοντα αρκούντως αντικειμενικό, ο οποίος δικαιολογεί τη διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των ασφαλισμένων του αυτού ασφαλιστικού φορέα σε περίπτωση μεταβολής του τρόπου υπολογισμού της απονεμόμενης από το φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως ασφαλιστικής παροχής, εν προκειμένω δε της εφάπαξ παροχής που απονέμει το ΤΑΠΕΤΕ». Η ανταποδοτικότητα της εφάπαξ παροχής πρέπει  συνάδει με τη βιωσιμότητα των παροχών του ΤΑΠΕΤΕ  και να εναρμονίζεται με το γενικότερο δημόσιο συμφέρον ιδίως όταν διακυβεύονται οικονομικά και περιουσιακά κεκτημένα δικαιώματα. Στο μέτρο, λοιπόν, που το Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού της ΕΤΕ διαπίστωσε ελλείμματα , προκειμένου να περιφρουρήσει το δικαίωμα καταβολής εφάπαξ παροχής κατά την εθελούσια έξοδο , ως δικαίωμα προσδοκίας και για τα επόμενα έτη, προέβην σε εξακολούθηση καταβολής του με τους ίδιους όρους αλλά κατά μείωση του ποσού προκειμένου να περιφρουρήσει τη βιωσιμότητα των εν λόγω παροχών και υπό επιτρεπτές συνθήκες χωρίς να θίγει συνταγματικά δικαιώματα( άρθρα 4, 22 Σ/ντος), τηρώντας τις αρχές της χρηστής διοίκησης και της δικαιϊκής ασφάλειας , και καθιερώνοντας ένα περιορισμό εύλογο και αντικειμενικό  επί τη βάσει των αρχών της ανταποδοτικότητας, της ισότητας και του δημοσίου συμφέροντος. 

Χρήσιμο είναι να εξετάσουμε και την υπ’αριθμ. ΑΠ 597/2017 απόφαση με την οποία επισημαίνονται  συναφή ζητήματα με την εθελούσια έξοδο  στον δημόσιο τομέα . Σύμφωνα με την ανωτέρω αρεοπαγητική απόφαση, η αποζημίωση στην εθελούσια έξοδο καθορίζεται από παράγοντες και ειδικά κριτήρια, λόγου χάριν τη θέση του εργαζομένου, το ύψος των αποδοχών του αλλά και τον χρόνο που απομένει έως τη συνταξιοδότησή του . Κατά το σκεπτικό της ανωτέρω απόφασης, η αποζημίωση που δίνεται στα προγράμματα εθελουσίας εξόδου ν.π.δ.δ., δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών δε φέρει αποκαταστατικό αλλά μισθολογικό χαρακτήρα , ήτοι συνιστά κίνητρο προς εξυγίανση και εξορθολογισμό της επιχείρησης με γνώμονα το συμφέρον αυτής αλλά και την αναδιάταξη των θέσεων εργασίας σύμφωνα με την ελεύθερη ανάπτυξη προσωπικότητας όπως συνταγματικώς κατοχυρώνεται( άρθρο 5) αλλά την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων που συνιστά ειδικότερη έκφανση της οικονομικής ελευθερίας( ΑΚ 361) . Αντιδιαστέλλει , επιπλέον, την αποζημίωση λόγω εθελουσίας εξόδου από την αποζημίωση του Ν. 2112/1920 που καταβάλλεται συνεπεία καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και ως ειδικότερη προϋπόθεση του εγκύρου της καταγγελίας. Κατά το σκεπτικό της ως άνω απόφασης : «Η αποζημίωση που δικαιούνται οι μισθωτοί, υπάλληλοι ή εργάτες, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των άλλων δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, βάσει των διατάξεων του Ν 2112/1920, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 2 παρ. 2 ΑΝ 173/1967 και δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, ακόμη και αν η καταβολή υψηλότερης αποζημίωσης προβλέπεται είτε από άλλη διάταξη νόμου ή κανονισμού είτε από σύμβαση οποιασδήποτε μορφής ή εθιμικό κανόνα. Για την ταυτότητα του νομικού λόγου, διάταξη αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια αποτελεί και αυτή του άρθρου 3 παρ. 3 ΑΝ 173/1967, με την οποία θεσπίζεται περιορισμός στο ύψος των πρόσθετων, σε σχέση με αυτές που χορηγούνται βάσει του Ν 2112/1920, αποζημιώσεων που καταβάλλονται στους εργαζομένους κατά τον χρόνο απομάκρυνσής τους από την υπηρεσία, οι οποίες δεν μπορούν να υπερβαίνουν το ποσό των 2.250 ευρώ. Η χρηματική παροχή που καταβάλλεται στο τακτικό προσωπικό της αναιρεσίβλητης ΔΕΥΑ για την εθελούσια έξοδό του από την υπηρεσία στο πλαίσιο επιχειρησιακής στρατηγικής ή σχεδιασμού βάσει του Οργανισμού της, δεν συνιστά αποζημίωση, αλλά μισθολογική παροχή – κίνητρο αποχώρησης, δεν είναι πρόσθετη παροχή σε σχέση με την αποζημίωση που καταβάλλεται λόγω καταγγελίας της εργασιακής σχέσης και δεν υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 3 του ΑΝ 173/1967». 

Κρίσιμο στην εν λόγω απόφαση είναι να  επισημανθεί ότι ο χαρακτήρας της εθελούσιας εξόδου στον στενό δημόσιο τομέα φέρει μισθολογικό σκοπό συμβαδίζοντας με τα εννοιολογικά χαρακτηριστικά της εθελούσιας εξόδου ως καταργητικής σύμβασης που συντελείται με συμφωνία όλων των μερών  , αλλά  δεν εξομοιούται με καταγγελία η οποία συνιστά μονομερή απευθυντέα δήλωση βούλησης.   Επομένως, η αποζημίωση λόγω καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης φέρει αποκαταστατικό χαρακτήρα εξ ου και δεν υπόκειται σε περιορισμούς, ενώ η αποζημίωση λόγω εθελουσίας εξόδου έχει μισθολογικά κίνητρα , χορηγείται από τον εργοδότη στα πλαίσια ειδικών σκοπών( εξυγίανση επιχείρησης, αναδιοργάνωση αυτής και αναδιάταξη προσωπικού) , οπότε και δύναται να εμπίπτει σε ειδικούς περιορισμούς. 

Αν η πρόταση για την κατάρτιση καταργητικής σύμβασης (συμφωνημένη απόλυση) διατυπωθεί ανεπιφύλακτα, τότε ο εργοδότης δεσμεύεται σε περίπτωση που γίνει αποδεκτή με δήλωση τού εργαζομένου. Η λύση επέρχεται μετά από τη δήλωση τού εργαζομένου ότι αποδέχεται το πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου.(παρ. 10) Αν αντίθετα ο εργοδότης επιφυλαχθεί ως προς τη δυνατότητα να αρνηθεί την υπαγωγή στην εθελουσία έξοδο, τότε θα πρόκειται για απλή πρόσκληση (εκδήλωση ενδιαφέροντος) για υποβολή σχετικής προτάσεως από την πλευρά τού εργαζομένου. Η επιφύλαξη αυτή δεν είναι ικανή να αναιρέσει τον εθελούσιο χαρακτήρα τής αποχώρησης τού μισθωτού.

Τα προγράμματα εθελουσίας εξόδου δεν εντάσσονται στις απολύσεις,(παρ. 11) αφού όσοι εργαζόμενοι αρνούνται την προσφορά, δεν απολύονται, αλλά μπορούν να συνεχίσουν την απασχόλησή τους, χωρίς άμεση απειλή καταγγελίας τής σχέσης εργασίας τους. Οι εθελούσιες έξοδοι εξομοιώνονται με τις «συμφωνημένες απολύσεις» μετά από πρωτοβουλία τού εργοδότη και εκκινούν από την ανάγκη μειώσεως τού προσωπικού. Γίνονται για οικονομοτεχνικούς λόγους και όχι για λόγους που αναφέρονται στο πρόσωπο τού εργαζομένου. Σε περίπτωση μη εφαρμογής τους, είναι πιθανόν ο εργοδότης να αναγκαστεί να προβεί σε απολύσεις. Σε περίπτωση εθελουσίων εξόδων όσων συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης, η νομολογία δέχεται ότι διατηρείται το δικαίωμα αποζημίωσης κατ’ άρθρο 8 τού Ν. 3198/55.(παρ. 12) Η μη καταβολή τής αυξημένης αποζημίωσης επιφέρει την ακυρότητα.(παρ. 13)( Γνωμοδότηση Α. Στεργίου, Το πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου ως ανεπίτρεπτη  προσβολή κοινωνικοασφαλιστικών σκοπών, 2017) .

nomocultus
Βασιλέως Αλεξάνδρου 114 Περιστέρι, ΤΚ 12134, Αθήνα
+30 2155304867
kat85saiti@yahoo.gr

ΤΗΛΕΦΩΝΟ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Copyright © Nomocultus 2020

https://nomocultus.gr/wp-content/uploads/2023/02/e-banner_orizontio60X468.jpg