Εργατικό δίκαιοΣχολιασμοί δικαστικών αποφάσεωνΕΠΙΣΧΕΣΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΙΣ ΑΠ 1153/2009, ΣΤΕ 697/2010, ΣΤΕ 3864/2009

9 Ιανουαρίου 2021

Στα πλαίσια της σύναψης της σύμβασης εργασίας, ο εργοδότης υποχρεούται σε πληρωμή του εργαζομένου κατά τις συμφωνηθείσες δια της συμβάσεως αποδοχές και μετά την παροχή εργασίας αυτού, ενώ κατά τη λειτουργία της εργασιακής σύμβασης υποχρεούται σε τήρηση των όρων που έχουν συνομολογηθεί και έχουν γίνει αμοιβαίως αποδεκτοί( ΑΚ 648). Περαιτέρω, δε, κατά τις διατάξεις του γενικού ενοχικού δικαίου εφαρμοζόμενες συμπληρωματικώς στη σχέση εργασίας( ΑΚ 325, 329, 353, 656), όταν ο μισθωτός έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη συναφή με την εργασιακή σχέση, δικαιούται . ασκώντας νομίμως το δικαίωμα επίσχεσης, να αρνηθεί την εκπλήρωση της παροχής του( παροχή εργασίας), μέχρι ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει( καταβολή τρέχοντος μισθού, δεδουλευμένων μισθών μετά πάσης φύσεως επιδομάτων κλπ). Σε αυτή την περίπτωση, όπου με εξώδικη δήλωση ο μισθωτός ασκεί δικαίωμα επίσχεσης, δεν περιέρχεται σε υπερημερία αυτός, αλλά ο εργοδότης, ο οποίος και φέρει καθόλο το χρόνο επίσχεσης την υποχρέωση πληρωμής του εργαζομένου ως να παρείχε εργασία κανονικώς υπό τους όρους και περιορισμούς της ΑΚ 281( καλή πίστη, χρηστά ήθη, κοινωνικοοικονομικός σκοπός δικαιώματος) ,  ιδίως, ως προς την παροχή μέλλουσας εργασίας. Η καταχρηστικότητα στην άσκηση του δικαιώματος επισχέσεως της εργασίας του μισθωτού συνίσταται είτε σε μη χρονικώς αξιόλογη καθυστέρηση καταβολής του μισθού, είτε σε περιπτώσεις που η καθυστέρηση ανάγεται σε λόγους ανωτέρας βίας , απρόβλεπτες συνθήκες, προσωρινή δυσπραγία, οικονομικώς δυσανάλογη ζημία του εργοδότη, ήτοι γενικώς σε αίτια εκτός της σφαίρας επιρροής και, κατά συνέπεια, εκτός υπαιτιότητάς του( σοβαρά προβλήματα υγείας διευθύνοντος συμβούλου ΑΕ ,  που επηρεάζουν τη λειτουργία της επιχείρησης, προκαλώντας σε αυτήν οικονομική δυσπραξία). Χρειάζεται να επισημάνουμε ότι το δικαίωμα επίσχεσης προϋποθέτει κατ’ αρχήν αξίωση γεννηθείσα που έχει καταστεί απαιτητή και ληξιπρόθεσμη, και εξειδικεύεται πλήρως κατά ποσό , είδος και αιτία οφειλής στη σχετική εξώδικη δήλωση . 

Αναφορικώς με τον τρόπο ασφάλισης κατά το διάστημα της επίσχεσης, η ΣΤΕ 697/2010, αναγνωρίζει ως μέρες ασφάλισης υπαγόμενες στην ασφάλιση του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, και οι μέρες κατά τις οποίες ο εργαζόμενος δεν παρέχει εργασία συνεπεία νομότυπης άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης, καθώς, εφόσον η εργασιακή σχέση είναι ενεργή και ο εργοδότης εξακολουθεί να βαρύνεται με την υποχρέωση καταβολής μισθού, παραμένει ενεργός και η ασφαλιστική σχέση- στην περίπτωση της υπαγωγής του ασφαλισμένου στο καθεστώς του ΚΒΑΕ( Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα), οι σχετικές διατάξεις αυτού εφαρμόζονται κανονικώς και για το διάστημα επίσχεσης και ο χρόνος επίσχεσης υπολογίζεται ως χρόνος ασφάλισης διανυθείς στην ως άνω ειδικότητα. Σε αντίθεση με το ανώτατο όριο ασφάλισης στον χρόνο απουσίας που οφείλεται σε κανονική άδεια ή ασθένεια του μισθωτού που τίθεται ευλόγως, καθώς σε τέτοιες περιπτώσεις η μη παροχή εργασίας ανάγεται στο πρόσωπο του μισθωτού , ενώ η επίσχεση αφορά το πρόσωπο του εργοδότη( ΣΤΕ 2987/2009) και ασκείται από τον μισθωτό στα πλαίσια διατήρησης των δικαιωμάτων του που απορρέουν από τη σύμβαση εργασίας με την προσδοκία διατήρησής τους επί ομαλούς εξέλιξης της συμβατικής σχέσης. 

Ιδιάζουσα περίπτωση επίσχεσης εργασίας έχουμε όταν μετά την άσκησή της ο εργοδότης εξακολουθεί να ευρίσκεται σε υπερημερία οφειλών από δεδουλευμένες αξιώσεις των εργαζομένων, και, ενώ εκδίδεται σχετική δικαστική απόφαση, δεν προβαίνει σε καταβολή αυτών, ούτε καταγγέλλει τη σύμβαση εργασίας, με αποτέλεσμα και η εργασιακή σχέση να είναι ενεργός , πλην όμως, να μη μπορεί να επέλθει ασφαλιστική τακτοποίηση των εργαζομένων. 

Τα πραγματικά περιστατικά στην εν λόγω υπόθεση είχαν ως εξής: 

Οι μισθωτοί μιας ΑΕ προσλήφθηκαν  με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στην εταιρία   παρέχοντας αδιάλειπτα τα καθήκοντά μας μέχρι του σημείου κατά το οποίο  προέβησαν  σε νόμιμη επίσχεση εργασίας κατ’ άρθρο 325 ΑΚ, καθώς και στη διεκδίκηση δεδουλευμένων αποδοχών τους.  

Απότοκος των εν λόγω νομίμων ενεργειών μας ήταν η έκδοση απόφασης Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η οποία κηρύχθηκε  προσωρινώς εκτελεστή  που  διέταξε  την  καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών τους  καθώς και η απόφαση του  Μονομελούς Πλημμελιοδικείου Αθηνών με την οποία επήλθαν ποινικές κυρώσεις στον νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας. 

Οι εργαζόμενοι έλαβαν  εκ του ΟΑΕΔ τις αναλογούσες σε αυτούς παροχές συνεπεία της επίσχεσης, ωστόσο η εργασιακή τους  σχέση με την εταιρία ήταν  ενεργός,  αναφορικώς , δε,  με τους εργαζομένους  για  το χρονικό διάστημα από επισχέσεως έως σήμερα δεν υπάρχει ασφαλιστική τακτοποίηση από πλευράς της εταιρίας με αποτέλεσμα να μη λογίζεται ούτε ο χρόνος άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης ως ασφαλιστικό δικαίωμα, ενώ παράλληλα   απόλλυνται  ασφαλιστικά και συνταξιοδοτικά κατ΄επέκταση δικαιώματα για διάστημα 9 μηνών από την επίσχεση. 

Η εταιρία  λειτουργούσε υπό προσωρινή διοίκηση και με σχετική δικαστική απόφαση  τάχθηκε σε αυτήν  3μηνη προθεσμία από τη δημοσίευση της ως άνω απόφασης,  ώστε να συγκληθεί Γενική Συνέλευση προς εκλογή οριστικού διοικητικού συμβουλίου. 

Παρά το γεγονός ότι έγινε πρόσκληση σε έκτακτη  Γενική Συνέλευση – η οποία συνεδρίασε  και αποφάσισε την εκλογή ΔΣ με πενταετή θητεία, την πρόσληψη ορκωτού ελεγκτή για φυσική απογραφή και καταγραφή της περιουσιακής κατάστασης της ΑΕ καθώς και διευθέτηση όλων των εκκρεμών οικονομικών και εργασιακών ζητημάτων – η εν λόγω απόφαση για λόγους που ανάγονται σε θέματα δημοσιότητας του ΓΕΜΗ, εκ του οποίου έλαβε γνώση η εταιρία,  δεν περιλήφθηκε με σωστή καταχώριση και ως εκ τούτου στερείται των εννόμων αποτελεσμάτων της και της εκτελεστότητας των σε αυτήν περιλαμβανομένων αποφάσεων. 

Η εταιρία εν προκειμένω έδρασε ολωσδιόλου παρελκυστική,  λόγω της αδράνειας του διαχειριστικού οργάνου της ΑΕ να τακτοποιήσει τα ζητήματα δημοσιότητας στο ΓΕΜΗ ώστε να υπάρξει και τυπικά  λύση της εργασιακής  σχέσης, με καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης με έννομη συνέπεια να υφίσταται προσωπική ευθύνη του νομίμου εκπροσώπου της ΑΕ σε αποζημίωση  συνεπεία της δημιουργηθείσας κατάστασης με την οποία αίρεται η αυτοτέλεια του νομικού προσώπου και υφίσταται πλέον προσωπική ευθύνη του νομίμου εκπροσώπου ( ΑΚ 71, 914) , αφού η αδράνειά του να προβεί στις προσήκουσες ενέργειες στο ΓΕΜΗ- το οποίο τον έχει ενημερώσει σχετικώς- ώστε να συγκληθεί νομίμως σε σώμα το ΔΣ της ΑΕ , συνιστά δόλια συμπεριφορά πληρούσα τους όρους του ενεργού της ΑΚ 914,  και αντικείμενη στα συναλλακτικά και χρηστά ήθη( ΑΠ 29/2006), με συνέπεια να γεννώνται από μέρους των εργαζομένων  αξιώσεις αποζημίωσης κατά ΑΚ 914, αφού  η συμπεριφορά του νομίμου εκπροσώπου συνιστά πράξη παράνομη και  υπαίτια,  εκ της οποίας απώλλυνται βασικά κεκτημένα αυτών , ήτοι μισθολογικής , ασφαλιστικής και συνταξιοδοτικής φύσης απαιτήσεις, καθώς ο ΕΦΚΑ , ως ασφαλιστικός φορέας, δεν μας αναγνωρίζει  ημέρες εργασίας από επισχέσεως και εφεξής λόγω των πολλαπλών ζητημάτων που αφορούν τη λειτουργία της εταιρίας

Ως εκ τούτων, τα θέματα που αναφύονται είναι θεμελιώδους σημασίας για  τους μισθωτούς της εταιρίας, για την ασφαλιστική τακτοποίηση και περαιτέρω θεμελίωση μελλοντικών συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων- αφού η εξεύρεση εργασίας καθίσταται πλέον εξαιρετικά δυσχερής σε αυτούς  λόγω ηλικίας κα ιοικονομικών συγκυριών,  ενώ επιπλέον αντιμετωπίζουν και εργασιακή ομηρία που παρεμποδίζει την διεκδίκησή των. 

Με την Γνωμοδότηση 136/2016 του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ρυθμίζονται τα ειδικότερα ζητήματα ασφάλισης που άπτονται της επίσχεσης εργασίας που αφορούν στα κάτωθι ζητήματα: 

1)  εάν η ασφάλιση συνεχίζεται κανονικά καθ’όλο το διάστημα που ασκείται επίσχεση εργασίας ή αν υπάρχουν σχετικοί περιορισμοί,

 2) αν τα ασφαλιστικά όργανα έχουν αρμοδιότητα να ελέγχουν την τυχόν καταχρηστικότητα της ασκούμενης επίσχεσης εργασίας, 

3) ποιές είναι οι ενδεδειγμένες ενέργειες των ασφαλιστικών οργάνων όταν τους γνωστοποιείται η άσκηση επίσχεσης εργασίας και 

4) ποιές είναι οι ενδεδειγμένες ενέργειες των ασφαλιστικών οργάνων, όταν γνωστοποιηθεί σε αυτά, απόφαση πολιτικού δικαστηρίου που αποφαίνεται σχετικά με το αν η επίσχεση ασκήθηκε εγκύρως. 

Επί αυτών δόθηκαν οι εξής απαντήσεις:

1) Κατά την διάρκεια της επίσχεσης εργασίας διατηρείται η αξίωση του εργαζόμενου επί του μισθού του και, συνεπώς, παραμένει ενεργή και η ασφαλιστική σχέση αυτού, η οποία (και ανεξαρτήτως του εάν η ασφαλιστέα εργασία ήταν υπακτέα στη κοινή ασφάλιση του Ι.Κ.Α. ή στον ΚΒΑΕ αυτού), συνεχίζει να λειτουργεί υπό τους ίδιους όρους και με όλες τις συνέπειες από την άποψη καταβολής εισφορών στο Ι.Κ.Α., που θα ίσχυαν, ως εάν ο εργαζόμενος παρείχε κανονικά την εργασία του (άρα ο χρόνος της επίσχεσης των υπακτέων στον ΚΒΑΕ, θεωρείται χρόνος διανυθείς στην ασφάλιση των βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων και βεβαιώνεται ως τέτοιος). Χρονικός περιορισμός ως προς την διάρκεια της εργασιακής σχέσης (άρα και της συμπίπτουσας με αυτή ασφαλιστικής σχέσης) επί επισχέσεως εργασίας, δεν τίθεται, κατ’ αρχήν, από τις εφαρμοστέες, εν προκειμένω, διατάξεις των άρθρων 325 και 656 εδ. α’ του Α.Κ., 2 παρ. 2, 8 παρ. 2 και 28 παρ. 3 περ. β’ του α.ν. 1846/1951. Ωστόσο όμως, και με το δεδομένο ότι τα παρεχόμενα στον μισθωτό δικαιώματα δεν είναι χρονικώς απεριόριστα, εφόσον η επίσχεση είναι νόμιμη, η ασφάλιση στο Ι.Κ.Α συνεχίζεται, προσδιοριζόμενη εκάστοτε με βάση τα στοιχεία που διαθέτουν τα ασφαλιστικά όργανα και πάντοτε σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών ηθών (άρθρα 200, 288 Α.Κ.), όχι όμως πέραν του ευλόγου χρόνου διάρκειας αυτής, κατά τον οποίο οφείλονται αποδοχές, ο οποίος (εύλογος χρόνος) δεν μπορεί να υπερβεί τους πέντε μήνες, αφού μετά από αυτόν, η αποχή του μισθωτού από την εργασία του, συνιστά, κατά κρίση αντικειμενική, σιωπηρή εκ μέρους του καταγγελία της σύμβασης, εκτός εάν προσκομισθεί αντίθετη δικαστική απόφαση από την οποία να προκύπτει η μη λύση της εργασιακής σχέσης και η συνέχιση της επίσχεσης και πέραν του πενταμήνου αυτού και υπό την προϋπόθεση, βεβαίως, ότι τα ασφαλιστικά όργανα του Ι.Κ.Α. θα υιοθετήσουν τις παραδοχές της.

2) Τα ασφαλιστικά όργανα του Ι.Κ.Α., έχουν, στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων τους, διακεκριμένη και αυτοτελή (μη εξαρτώμενη δηλαδή από την τυχόν προσφυγή των ενδιαφερομένων μερών – εργοδότη και μισθωτού – στα πολιτικά δικαστήρια για την διευθέτηση των μεταξύ τους εργασιακών διαφορών) αρμοδιότητα να ελέγχουν όλες τις παραμέτρους υπαγωγής των απασχολουμένων στην ασφάλιση τούτου.

3) Επί νόμιμης επίσχεσης, τα εν λόγω όργανα του Ι.Κ.Α., οφείλουν για το ανωτέρω χρονικό αυτό διάστημα (των πέντε μηνών), να βεβαιώνουν χωρίς προσκόμματα, τον χρόνο ασφάλισης αυτού ( του μισθωτού), με βάση το ασφαλιστικό καθεστώς που αντιστοιχεί στην ειδικότητά του, καθώς επίσης και να εκδίδουν Πράξεις Επιβολής Εισφορών κατά του αρνούμενου να καταβάλει οικειοθελώς τις οφειλόμενες εισφορές του εν λόγω χρονικού διαστήματος εργοδότη.

4) Η προσκόμιση ενώπιον των ασφαλιστικών οργάνων του Ι.Κ.Α. απόφασης πολιτικού δικαστηρίου, που εκδόθηκε μεταξύ εργοδότη και μισθωτού και αποφαίνεται για τη χρονική διάρκεια της επίσχεσης, δεν τα δεσμεύει, οπότε δύνανται αυτά, είτε να συμφωνήσουν με τις παραδοχές της απόφασης αυτής και να προβούν σε όλες τις ως άνω ενδεδειγμένες ενέργειές τους (πλήρης ασφαλιστική κάλυψη του μισθωτού και μετά το πεντάμηνο, έκδοση Π.Ε.Ε. σε βάρος του εργοδότη του κ.λ.π.), είτε να κρίνουν αντιθέτως, αιτιολογώντας όμως ειδικώς την αντίθετη αυτή κρίση τους.

nomocultus
Βασιλέως Αλεξάνδρου 114 Περιστέρι, ΤΚ 12134, Αθήνα
+30 2155304867
kat85saiti@yahoo.gr

ΤΗΛΕΦΩΝΟ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Copyright © Nomocultus 2020

https://nomocultus.gr/wp-content/uploads/2023/02/e-banner_orizontio60X468.jpg