Κοινωνικοασφαλιστικό δίκαιο - συντάξειςΠρακτικά ζητήματα κοινωνικής ασφάλισηςΕΠΑΝΑΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ Ν. 4670/2020

25 Ιανουαρίου 2021

Κατά το ανωτέρω νομοθετικό πλαίσιο , και , δυνάμει των υπ’ αυτού εκδοθεισών εγκυκλίων οδηγιών τόσο του Υπουργείου Εργασίας( Φ 80000/ΟΙΚ. 15982/596/07-12-2020) καθώς και της υπ’αριθμ. 52/16-12-2020 εγκυκλίου ΕΦΚΑ , ορίζονται τα ειδικότερα διαδικαστικά ζητήματα του επαναϋπολογισμού συντάξεων και, ειδικότερα, όσων υπολογίστηκαν από 01-10-2019( έναρξη εφαρμογής διατάξεων άρθρων 24,25,29 Ν. 4670/2020)  κι εφεξής όσων επαναϋπολιγίστηκαν από 01-10-2019 και είχαν απονεμηθεί στο διάστημα από 13-05-2016 ( έναρξη ισχύος Ν. 4387/2016) μέχρι 30-09-2019( προηγουμένη της έναρξης ισχύος των διατάξεων των άρθρων 24,25,29 Ν. 4670/2020). Συνταξιοδοτικές παροχές απονεμηθείσες κατά τις πρότερες του Ν. 4387/2016 διατάξεις και επαναϋπολογιζόμενες βάσει του Ν. 4387/2016 ( άρθρα 14, 33) δεν εντάσσονται στο πεδίο εφαρμογής των ως άνω εγκυκλίων οδηγιών , ενώ, ως προς αυτές τις περιπτώσεις αναμένονται νεότερες οδηγίες από πλευράς της Διοίκησης του e- ΕΦΚΑ. 

Σύμφωνα με όσα επισημαίνονται τόσο στο κανονιστικό πλαίσιο του Ν. 4670/2020, όσο και στα ερμηνευτικά έγγραφα, διαπιστώνονται τα κάτωθι: Α) Τα συγκρινόμενα μεγέθη που αποτελούν βάση επαναϋπολογισμού είναι η σύνταξη με τα ποσοστά αναπλήρωσης βάσει του Ν. 4387/2016 και η σύνταξη με τα ποσοστά αναπλήρωσης βάσει του Ν. 4670/2020, αφού με τον τελευταίο αυτό νόμο αυξήθηκαν οι συντελεστές για ασφαλισμένους που έχοηυν διανύσει από 33,01 έως 40 έτη ασφαλιστικού βίου αποκαθιστώντας τη δικαιϊκή ισότητα στους εργαζόμενους που είχαν πλέον των 33 ετών ασφάλισης και, ως εκ τούτου, συγκέντρωναν μεγάλο ασφαλιστικό χρόνο, αλλά , και σχετικώς υψηλές αποδοχές στην πλειονότητα των περιπτώσεων. Επομένως , και για να επέλθει ο επαναϋπολογισμός, συκγρίνεται το ποσό σύνταξης προ ισχύος του Ν. 4387/2016. Κατόπιν γίνεται ο υπολογισμός κατά τα οριζόμενα από τον Ν.4387/2016( εθνική και ανταποδοτική σύνταξη). Εφόσον προκύπτει διαφορά άνω του 20% μεταξύ αυτών των ποσών, η εν λόγω διαφορά διαιρείται δια 2 και αυτό το ποσό είναι η προσωπική διαφορά( π.χ υποπερίπτωση α’:  εάν η σύνταξη προ του καθεστώτος του Ν 4387/2016  ήταν 2000€ , και κατά τον Ν. 4387/2016 ήταν 1500€, η διαφορά (500€) είναι άνω του 20% και , επομένως, το ποσό των 250€, ήτοι 500/2 είναι η προσωπική διαφορά. Το ποσό σύνταξης είναι 1500€+250€= 1750€)  Μετά τον Ν. 4670/2020, ότε και αναπροσαρμόζονται οι συντελεστές αναπλήρωσης για τους ασφαλισμένους με πλέον των 33 ετών ασφάλισης , εφόσον προκύπτει πάλι προσωπική διαφορά μικρότερου ύψους( π.χ. υποπερίπτωση β’:  2000€ ποσό σύνταξης πριν τον Ν. 4387/2016, 1600 € ποσό σύνταξης με Ν. 4670/2020, διαφορά 400€, προσωπική διαφορά 400/2=200€, ποσό σύνταξης 1600+200=1800€) , συγκρίνονται τα ποσά των υποπεριπτώσεων α’ και β’ ( 1800-1750=50€) και αυτή είναι η νέα θετική  προσωπική διαφορά και, κατά συνέπεια, το σύνολο της προσωπικής διαφοράς που θα ληφθεί στο σχετικό παράδειγμα θα είναι το 200 ευρώ , ήτοι το ποσό της προσωπικής διαφοράς που προέκυψε μετά την εφαρμογή του Ν. 4670/2020 και την αύξηση των συντελεστών αναπλήρωσης. Β) Εάν το ποσό σύνταξης με βάση τον Ν. 4670/20 είναι μικρότερο σε σύγκριση με αυτό που καταβαλλόταν δυνάμει του Ν. 4387/2016, λαμβάνεται ως αρνητική προσωπική διαφορά μαζί με τη θετική προσωπική διαφορά του άρθρου 94 Ν. 4387/2016. Γ)Τελευταία περίπτωση που μπορεί να ανακύψει κατά τη διαδικασία του επαναϋπολογισμού είναι αυτή την οποία δεν προκύπτει προσωπική διαφορά με βάση τον Ν. 4670/20. Υπό μια τέτοια εκδοχή, δίδεται ως προσωπική διαφορά  το ποσό που θα προκύψει μετά από την αφαίρεση του ποσού σύνταξης ως υπολογίστηκε με τον Ν. 4387/16 και του ποσού που προκύπτει με εφαρμογή του Ν. 4670/20.

Στο σημείο αυτό πρέπει να παρατηρήσουμε ότι κατ’ αρχήν οι υπολογισμοί διενεργούνται μεταξύ των καθαρών, ήτοι προ φόρων ποσών και αποτυπώνονται στα ενημερωτικά σημειώματα πληρωμών συντάξεων των ασφαλισμένων του e –ΕΦΚΑ, χωρίς να εκδίδεται νέα διαπιστωτική πράξη , ήτοι τροποποιητική απόφαση απονομής σύνταξης , με συνέπεια να μην υφίσταται η δυνατότητα ενδικοφανούς προσφυγής κατά διοικητικής πράξης με αποτέλεσμα να πλήττεται ως ένα βαθμό η ασφάλεια δικαίου: η αρχή της ασφάλειας του δικαίου, η οποία απορρέει από την αρχή του κράτους δικαίου και ιδίως από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδ. α’ του Συντάγματος (πρβλ. ΑΕΔ 14/2013, ΣτΕ 2034/2011 Ολ., 4731/2014, 640/2015 κ.ά.) και ειδικότερη εκδήλωση της οποίας αποτελεί η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου (ΣτΕ 2034/2011 Ολ., 1508/2002,
3777/2008, 4731/2014, 640/2015 κ.ά.), επιβάλλει, ιδίως, τη σαφήνεια και την
προβλέψιμη εφαρμογή των εκάστοτε θεσπιζομένων κανονιστικών ρυθμίσεων (πρβλ. ΣτΕ
2811/2012 7μ., 144, 1976/2015 με τις εκεί παραπομπές σε νομολογία ΔΕΕ και Ε.Δ.Δ.Α.) και πρέπει να τηρείται με ιδιαίτερη αυστηρότητα, όταν πρόκειται για διατάξεις που μπορούν να έχουν σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις στους 
ενδιαφερόμενους (πρβλ. Συμβούλιο Επικρατείας αποφάσεις υπ’αριθμ.  144, 1976/2015, 1623/2016&  Απόφαση Συμβουλίου Επικρατείας 7μελούς σύνθεσης 675/2017, σχετικό και το υπ’ αριθμ. 218336/7787/20-02-2018 έγγραφο του Συνηγόρου του Πολίτη). 

Ειδικώς , δε, ως προς τις συντάξεις στρατιωτικών ειδικών κατηγοριών κατά τα ισχύοντα βάσει του ΠΔ 169/2007 άρθρο 41, ισχύει αύξηση των συντελεστών αναπλήρωσης για χρόνο ασφάλισης πλέον των 45 ετών. 

nomocultus
Βασιλέως Αλεξάνδρου 114 Περιστέρι, ΤΚ 12134, Αθήνα
+30 2155304867
kat85saiti@yahoo.gr

ΤΗΛΕΦΩΝΟ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Copyright © Nomocultus 2020

https://nomocultus.gr/wp-content/uploads/2023/02/e-banner_orizontio60X468.jpg