ΕΝΣΤΑΣΗ

Του  συνταξιούχου λόγω γήρατος    ………………….( ΑΦΜ:  …………..   ΑΜΚΑ:  ……………..), κατοίκου ……………οδός ………………,  αρ. ….( 

ΚΑΤΑ

Της υπ’ αριθμ.  ……………….. Απόφασης της ……..Διεύθυνσης του ………..Τμήματος Απονομής Συντάξεων  του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «  Ενιαίο  Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης και Εφάπαξ Παροχών ( ΕΤΕΑΕΠ)»  , που εδρεύει στην Αθήνα επί της οδού Φιλελλήνων 13-15 κι εκπροσωπείται νομίμως από τον Διοικητή του 

                                                       ΕΝΩΠΙΟΝ 

Του Δ.Σ. του ως άνω Ν.Π.Δ.Δ.

     Ενίσταμαι κατά της ανωτέρω Απόφασης Διευθυντή- η οποία κοινοποιήθηκε σε μένα στις …………… ( Σχετικό ….)-     για τους κάτωθι νόμιμους, δικαιολογημένους, βάσιμους και αληθείς λόγους και για όσους άλλους πρόκειται να αναπτυχθούν κατά την αναθεώρηση της παρούσας άλλως,  τε ,  την εκδίκασή της.

Α. ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΥΠΟΘΕΣΗΣ

Κατέστην συνταξιούχος λόγω γήρατος δια της υπ’αριθμ. ……………. Απόφασης Δ/ντή…………………. , με μηνιαίο ποσό κύριας σύνταξης …………  €,  κατόπιν υποβολής  σχετικού  συνταξιοδοτικού  αιτήματος   , προσέτι, δε,  στις ………….και δια του υπ’αριθμ. πρωτ. …………. αιτήματός μου  αιτήθηκα από το ΕΤΕΑΕΠ  τη χορήγηση επικουρικής σύνταξης, απότοκος της οποίας ήταν η έκδοση της υπ’αριθμ. …………… Απόφαση ΕΤΕΑΕΠ με την οποία ορίστηκε ποσό μηνιαίας επικουρικής παροχής για το  σύνολο των  ετών ασφάλισής μου και  με ποσό πληρωτέο ………….  , (Σχετικό……). 

Το σύνολο κύριας και επικουρικής σύνταξης που μου χορηγήθηκε , δυνάμει των ανωτέρω  αποφάσεων,  ήταν πλέον των 1300€ ,  ωστόσο τα καταβαλλόμενα σε εμένα ποσά κατόπιν σχετικών φόρων, κράτησης ασθενείας(6%), Ν. 4093/2012  και ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης Ν. 3869/2010, ήταν , ως προς την μεν, κύρια σύνταξη το ποσό των ……….€ και ως προς την επικουρική σύνταξη το ποσό των …………€. 

Β. ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ  ΠΛΑΙΣΙΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 96 Ν. 4387/2016, ορίζονται τα κάτωθι: «5. α. Για τους ασφαλισμένους από την 1.1.2014 και εφεξής το ποσό της επικουρικής σύνταξης υπολογίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου αυτού.
β. Για τους ασφαλισμένους μέχρι 31.12.2013, οι οποίοι καταθέτουν αίτηση συνταξιοδότησης από την 1.1.2015 και εφεξής, το ποσό της επικουρικής σύνταξης αποτελείται από το άθροισμα δύο τμημάτων:
βα. το τμήμα της σύνταξης που αντιστοιχεί στο χρόνο ασφάλισής τους έως 31.12.2014 υπολογίζεται με βάση ποσοστό αναπλήρωσης, το οποίο για κάθε χρόνο ασφάλισης αντιστοιχεί σε ποσοστό 0,45% υπολογιζομένου επί των συντάξιμων αποδοχών εκάστου ασφαλισμένου, όπως αυτές υπολογίζονται και για την έκδοση της κύριας σύνταξης.
ββ. το τμήμα της σύνταξης που αντιστοιχεί στο χρόνο ασφάλισής τους από 1.1.2015 και εφεξής υπολογίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου αυτού…………………… 4. Οι ήδη καταβαλλόμενες κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου επικουρικές συντάξεις αναπροσαρμόζονται με εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου, εφόσον το άθροισμα κύριας και επικουρικής σύνταξης του δικαιούχου υπερβαίνει το ποσό των χιλίων τριακοσίων (1300) ευρώ. Τα ανωτέρω στοιχεία αποτυπώνονται για κάθε ασφαλισμένο στο οικείο πληροφοριακό σύστημα. Για την εφαρμογή του ορίου αυτού, λαμβάνεται υπόψη το καταβαλλόμενο ποσό των συντάξεων συμπεριλαμβανομένης της εισφοράς υγειονομικής περίθαλψης και της Εισφοράς Αλληλεγγύης Συνταξιούχων του άρθρου 38 του ν. 3863/2010 (Α’ 115), όπως ισχύει, και των παραγράφων 11, 12 και 13 του άρθρου 44 του ν. 3986/2011 (Α’ 152), όπως ισχύει. Σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται, μετά την αναπροσαρμογή, το άθροισμα κύριας και επικουρικής σύνταξης να μειωθεί πέραν του ανωτέρω ορίου των χιλίων τριακοσίων (1.300) ευρώ, του υπερβάλλοντος ποσού καταβαλλομένου ως προσωπική διαφορά. Στον υπολογισμό του ανώτατου ορίου καταβολής σύνταξης που αφορά στα άτομα με αναπηρία ή χρόνια πάθηση και των οικογενειών που έχουν μέλη τους άτομα με αναπηρία δεν λαμβάνονται υπόψη τα πάσης φύσεως επιδόματα αναπηρίας». 

Γ. ΛΟΓΟΙ ΕΝΣΤΑΣΗΣ

 Από τη συνδυαστική εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι, προκειμένου να επέλθει αναπροσαρμογή επικουρικών συντάξεων, απαιτείται το άθροισμα κύριας και επικουρικής σύνταξης , όπως αυτές καταβάλλονται, να μην υπερβαίνει το ποσό των 1300€. Υπό τον όρο « καταβαλλόμενα», δε, και κατά γραμματική ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 96 Ν. 4387/2016, συνάγεται ότι νοούνται τα ποσά συντάξεων όπως αυτά προκύπτουν βάσει των πληρωτέων ποσών , αφαιρουμένων των κρατήσεων , καθώς στα εν λόγω ποσά περιέχονται ήδη οι κρατήσεις ασθενείας, η ειδική εισφορά αλληλεγγύης,  και κρατήσεις οι οποίες έχουν κριθεί αντισυνταγματικές( Απόφαση Ολομέλειας Συμβουλίου Επικρατείας 2285/2015, που έκρινε παράνομη και αντίθετη στο Σύνταγμα την κράτηση του Ν. 4093/2012). 

Σημειώνεται, εν προκειμένω, ότι,  η επικουρική  σύνταξη  που μου απονεμήθηκε στις …………… – για την οποία δεν έλαβα γνώση ως προς το μικτό μηναίο ποσό σύνταξης λόγω μη κοινοποίησης σε μένα της  σχετικής διαπιστωτικής πράξης, ως έπρεπε,  οπότε και  δεν ήταν δυνατός ο οποιοσδήποτε   δικαστικός έλεγχος της ενέργειας της διοίκησης 

– προέκυψε μετά από υποβολή αιτήματος που έλαβε χώρα στις …………. ήτοι πριν την εφαρμογή του Ν. 4387/2016 .  Επομένως,  εάν υποτεθεί ότι έπρεπε να γίνει επαναϋπολογισμός βάσει των ανωτέρω νομοθετικώς οριζόμενων,    λόγω εκκρεμότητας της υποθέσεώς μου-  για την οποία και προφανώς δε φέρω ουδεμία υπαιτιότητα ως διοικούμενος και πάσχων από χρόνιο και σοβαρό πρόβλημα υγείας –    , οι σχετικές ενέργειες του καθού η ένσταση έπρεπε να είχαν γίνει ευθύς εξ’ αρχής, καθώς ο νόμος 4387/2016 βρισκόταν εν πλήρη ισχύ κατά το χρόνο έκδοσης της αρχικής απόφασης συνταξιοδότησης. 

Ως εκ τούτου,  και με την προσβαλλόμενη δια της παρούσας ένστασής μου διοικητικής πράξης παραβιάζεται αρχικώς η αρχή της αιτιολογίας των διοικητικών πράξεων, αφού η απλή παράθεση νομοθετικών διατάξεων δε συνιστά σαφή και επαρκή αιτιολόγηση  . Σύμφωνα με   το άρθρο 17 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, κατοχυρώνεται  νομοθετικά, η  υποχρέωση αιτιολογίας όλων των ατομικών διοικητικών πράξεων (ευμενών και δυσμενών) ορίζοντας στην παρ. 1 αυτού ότι «Η ατομική διοικητική πράξη πρέπει να περιέχει αιτιολογία, η οποία να περιλαμβάνει τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά νόμο προϋποθέσεων για την έκδοσή της.». Αιτιολογία είναι, γενικά, η αναφορά των κανόνων δικαίου που ρυθμίζουν την έκδοση της διοικητικής πράξης και της ερμηνείας τους, της διαπίστωσης ότι συντρέχουν οι πραγματικές και νομικές καταστάσεις ενόψει των οποίων επιβάλλεται ή επιτρέπεται η έκδοση της πράξης κατ’ εφαρμογή των κανόνων αυτών, τη διαπίστωση της συνδρομής και την εκτίμηση των σχετικών πραγματικών περιστατικών, καθώς και των σκέψεων του διοικητικού οργάνου που οδήγησαν στην έκδοση ή την άρνηση της έκδοσης της διοικητικής πράξης.  Κατά  πάγια, δε,  νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας( ΣΤΕ59/1930)  καθιερώνεται  υποχρέωση αιτιολόγησης των διοικητικών πράξεων , διαπλάθοντας σταδιακά την κατασκευή των «εκ φύσεως αιτιολογητέων πράξεων», στις οποίες περιλαμβάνονταν κυρίως οι δυσμενείς πράξεις και οι πράξεις διακριτικής ευχέρειας. 

Περαιτέρω, πέραν των επιβαρυντικών και δυσμενών αποτελεσμάτων που προέρχονται από την μη προσήκουσα αιτιολόγηση των εφαρμοζόμενων διατάξεων, η προσβαλλόμενη αναιρεί βασικές συνταγματικές αρχές και ειδικότερα παραβιάζει την αρχή του κράτους δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, που συνιστούν θεμελιώδεις αρχές στο δίκαιο της κοινωνικής ασφάλισης. 

Άλλωστε,  το περιεχόμενο της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του ιδιώτη συνοπτικά δεσμεύει τον κοινό νομοθέτη και την διοίκηση να μην ανατρέπει παγιωμένες νομικές καταστάσεις στη διατήρηση των οποίων οι διοικούμενοι απέβλεψαν καλόπιστα, ιδίως αν προσάρμοσαν την δράση τους σε αυτές, ή τουλάχιστον να παρέχει μέσω μεταβατικών διατάξεων επαρκή χρόνο για να προσαρμοστούν οι διοικούμενοι στην αλλαγή αυτή (βλ. 703/90 Πρακτικό Επεξεργασίας του Ε Τμήματος Συμβουλίου Επικρατείας, Δ.Δίκη 1991, σελ. 379)

Είναι αξιοσημείωτο ότι η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης φέρει υπερνομοθετική ισχύ , είτε ως συνιστώσα του κράτους δικαίου, είτε ως συνέπεια της προστασίας της ανθρώπινης αξίας, γεγονός που  δέχονται εδώ και πολλά χρόνια θεωρία και νομολογία (αρ.2 παρ.1 του Συντάγματος.”Παραρά, Corpus, άρθρο 2, αρ.12 και. Παραρά, Corpus, άρθρο 2, αρ.13) καθώς και ΣτΕ 2261/1984 )

Ειδικώς, στην περίπτωση κατά την οποία οι διατάξεις που εφαρμόζονται έχουν σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις στους διοικούμενους, απαιτείται σαφήνεια  και τήρηση των εν λόγω αρχών με ιδιαίτερη αυστηρότητα : «Επειδή, η αρχή της ασφάλειας του δικαίου, η οποία απορρέει από την αρχή του κράτους δικαίου και ιδίως από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδ. α’ του Συντάγματος (πρβλ. ΑΕΔ 14/2013, ΣτΕ 2034/2011 Ολ., 4731/2014, 640/2015 κ.ά.) και ειδικότερη εκδήλωση της οποίας αποτελεί η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου (ΣτΕ 2034/2011 Ολ., 1508/2002,
3777/2008, 4731/2014, 640/2015 κ.ά.), επιβάλλει, ιδίως, τη σαφήνεια και την
προβλέψιμη εφαρμογή των εκάστοτε θεσπιζομένων κανονιστικών ρυθμίσεων (πρβλ. ΣτΕ
2811/2012 7μ., 144, 1976/2015 με τις εκεί παραπομπές σε νομολογία ΔΕΕ και Ε.Δ.Δ.Α.) και πρέπει να τηρείται με ιδιαίτερη αυστηρότητα, όταν πρόκειται για διατάξεις που μπορούν να έχουν σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις στους 
ενδιαφερόμενους (πρβλ. Συμβούλιο Επικρατείας αποφάσεις υπ’αριθμ.  144, 1976/2015, 1623/2016&  Απόφαση Συμβουλίου Επικρατείας 7μελούς σύνθεσης 675/2017, σχετικό και το υπ’ αριθμ. 218336/7787/20-02-2018 έγγραφο του Συνηγόρου του Πολίτη). 

Επιπλέον, με την προσβαλλόμενη θίγεται κατάφωρα η αρχή της αναλογικότητας, που έχει  ρητή κατοχύρωση  στο άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος ,  σύμφωνα με την οποία-   και  σε συνδυασμό   με το   δικαίωμα στην ανάπτυξη της προσωπικότητας-  οι περιορισμοί που επιβάλλονται στα δικαιώματα του ιδιώτη πρέπει να είναι πρόσφοροι και απολύτως αναγκαίοι για την εξυπηρέτηση του επιδιωκόμενου σκοπού και όχι επαχθέστεροι από ότι είναι απολύτως απαραίτητο (ενδεικτικά Αρείου Πάγου . Ολ. 6/2009- Α.Π. (Ολ.) 43/2005- ΣτΕ 2112/84 – ΣτΕ 4051/90).  

Στη συγκεκριμένη περίπτωση εισάγεται ,μέσω της αναπροσαρμογής,   ένας περιορισμός και μάλιστα ιδιαίτερα σκληρός καθώς αφενός φέρει αναδρομικότητα– και  σε μια περίοδο κατά την οποία όπως προκύπτει κατά τα διδάγματα της κοινής υπάρχει γενικότερη οικονομική κρίση και αντίστοιχα οι  συντάξεις όλων των κλάδων και δή, των ελεύθερων επαγγελματιών μηχανικών αντιμετωπίζουν οξύ περιορισμό- αφετέρου επιβάλλεται κατά τρόπο παράνομο λαμβάνοντας υπόψη ποσά τα οποία δεν αντιστοιχούν στα πραγματικώς καταβαλλόμενα( βλέπε σχετικώς και απόφαση ΣΤΕ 1890/2019 , με την οποία κρίθηκε παράνομος ο επαναϋπολογισμός επικουρικών συντάξεων ακυρώνοντας ως ανίσχυρη και άρα μη εφαρμοστέα  την Υπουργική Απόφαση του Υπουργού Εργασίας υπ’αριθμ.  25909/470/7-6-2016 ). 

Τέλος, αντίκειται στην αρχή της χρηστής διοίκησης – γενική αρχή που ισχύει στο δίκαιο της κοινωνικής ασφάλισηςη αναζήτηση από ασφαλιστικό οργανισμό περιοδικών παροχών μετά την πάροδο εύλογου χρόνου από την είσπραξη τους, αν οι παροχές έχουν μεν καταβληθεί αχρεωστήτως από τον ασφαλιστικό οργανισμό, ο ασφαλισμένος όμως τις έχει εισπράξει καλοπίστως. Η αναζήτηση των εν λόγω παροχών επιτρέπεται μόνον εφόσον κριθεί ότι αυτός που έχει εισπράξει τα αναζητούμενα ποσά τελούσε κατά την είσπραξη τους σε δόλο έναντι του οργανισμού. Η κρίση δε για τη συνδρομή του δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς (Αποφάσεις Συμβουλίου Επικρατείας : 590/2010, 3322/2008 – 2291/2009,154/2008,1835/2007, 3687/2005, 951/2005, 703/2004 , απόφαση Μονομελούς Διοικητικού Εφετείου Αθηνών 3531/2013, απόφαση Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών 4554/2014, βλ. σχετικό έγγραφο υπ’αριθμ. 1)

Επίσης προβάλλεται  ότι, κατά την πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, ότι  η αναζήτηση συνταξιοδοτικών παροχών που καταβλήθηκαν αχρεώστητα αντίκειται στις αρχές διοίκησης όταν, σωρευτικά, έχουν εισπραχθεί  καλόπιστα έχει παρέλθει μακρός χρόνος  από την είσπραξη τους και υφίσταται κίνδυνος δημιουργίας ανυπέρβλητων οικονομικών δυσχερειών από την από την επιστροφή τους.  

Από όσα προηγήθησαν καθίσταται σαφές ότι , η προσβαλλόμενη έσφαλε, επομένως παράνομα χώρησε η έκδοση της αναθεωρητικής απόφασης ,  με συνέπεια να προκαλείται άτοπο κατά το οποίο αμφισβητούνται ενιαίοι κανόνες δικαίου από τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης,  και τελικώς ανασφάλεια δικαίου για τον διοικούμενο και παράβαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως.( Συμβούλιο Επικρατείας, απόφαση 370/ 1997, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ). 

Επειδή η έκδοση της προσβαλλόμενης δια της  παρούσας απόφασης χώρησε παρανόμως 

Επειδή οι λόγοι που προβάλλω είναι νόμιμοι, βάσιμοι κι αληθείς

                                                  ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

                                                              ΑΙΤΟΥΜΑΙ

Να γίνει δεκτή η παρούσα  ένστασή μου

Να μεταρρυθμιστεί, άλλως, τέ εξαφανιστεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που ορίζει το ποσό σύνταξης σε ……………€ καθώς και κατά το τμήμα του συμψηφισμού με τα ήδη μέχρι τώρα καταβαλλόμενα ποσά. 

                                                                                   

                                                                                Αθήνα, …/…/……

                                                                               Η  Πληρεξούσια  Δικηγόρος

nomocultus
Βασιλέως Αλεξάνδρου 114 Περιστέρι, ΤΚ 12134, Αθήνα
+30 2155304867
kat85saiti@yahoo.gr

ΤΗΛΕΦΩΝΟ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Copyright © Nomocultus 2020

https://nomocultus.gr/wp-content/uploads/2023/02/e-banner_orizontio60X468.jpg