ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»
ΔΕφΑθ 898/2021
ΕΦΚΑ – Περικοπές συντάξεων – Αντισυνταγματικότητα ρύθμισης –
Συνταγματικότητα ρύθμισης -.
Είναι αντισυνταγματικές οι περικοπές των συντάξεων που έχουν ως έρεισμα τις διατάξεις
των ν. 4051/2012 και 4093/2012. Αντιθέτως, είναι συνταγματικές οι περικοπές που
επιβλήθηκαν στις συντάξεις κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 14 παρ. β’ του ν.
4837/2016. Οι τελευταίες ρυθμίσεις έχουν κριθεί συνταγματικώς θεμιτές και σύμφωνες
με την ΕΣΔΑ.
Αριθμός απόφασης 898/2021
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Με δικαστή τον Αντώνιο Τσαμαρδίνο, Εφέτη Διοικητικών Δικαστηρίων, και γραμματέα
τον Δημήτριο Μενιάδη, δικαστικό υπάλληλο,
συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 1 Σεπτεμβρίου 2020 για να δικάσει την με
ημερομηνία καταχώρησης …………….. έφεση,
του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία «Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης»
που εδρεύει στην Αθήνα εκπροσωπούμενο από τον Διοικητή του, ο οποίος δεν
εμφανίσθηκε στο ακροατήριο, αλλά λογίζεται ότι παραστάθηκε με την από 29-7-2020
έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 133 παρ. 2 του Κ,Δ.Δ του πληρεξουσίου
δικηγόρου Δημητρίου Ρηγόπουλου,
κατά της ………, κατοίκου Αθηνών, η οποία δεν παραστάθηκε.
Η κρίση του είναι η εξής:
1. Επειδή, με την κρινόμενη έφεση, για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται κατά νόμο
η καταβολή παραβόλου, το εκκαλούν ΝΠΔΔ, καθολικός διάδοχος του ΝΠΔΔ με την
επωνυμία «Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολουμένων» (Ε.Τ.Α.Α. — ΤΑΝ), επιδιώκει
παραδεκτώς την εξαφάνιση της 15023/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς
Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το βλαπτικό γι’ αυτό μέρος της.
Με την απόφαση αυτή έγινε εν μέρει δεκτή η με χρονολογία κατάθεσης 31-1-2019
προσφυγή-αγωγή της ήδη εφεσίβλητης, συνταξιούχου του Τέως Ε.Τ.Α.Α. ΤΑΝ,
ακυρώθηκαν τα ενημερωτικά σημειώματα συντάξεων της, που εξέδωσε το εκκαλούν για
τους μήνες Ιούλιο του έτους 2015 έως Δεκέμβριο του έτους 2018, κατά το μέρος με το
οποίο έλαβαν χώρα μειώσεις στην σύνταξή της, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 6 του ν.
4051/2012 και του ʼρθρου Πρώτου παράγραφος ΙΑ υποπαράγραφος ΙΑ.5 περ. 1 του ν.
4093/2012, και περαιτέρω αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση του εκκαλούντος να καταβάλει
νομιμοτόκως στην εφεσίβλητη το ποσό των 6.249,78 ευρώ, ως οφειλόμενη διαφορά
συντάξεων για την ανωτέρω χρονική περίοδο.
2. Επειδή, η συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, νόμιμα έγινε παρά την
απουσία της εφεσίβλητης, η οποία κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα να παραστεί σε
αυτή (σχετ. η από 12-6-2020 έκθεση επίδοσης του Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου
..).4/22/2021 www.dsanet.gr/Epikairothta/Nomologia/DEfAth 898.2021.htm?cmid=a1688e41-72a6-4ac3-9bcb-9d025755e377
www.dsanet.gr/Epikairothta/Nomologia/DEfAth 898.2021.htm?cmid=a1688e41-72a6-4ac3-9bcb-9d025755e377 2/5
3. Επειδή, όπως κρίθηκε με τις 2287-2288/2015 αποφάσεις της Ολομέλειας του
Συμβουλίου της Επικρατείας, με την εμφάνιση της οξύτατης δημοσιονομικής κρίσης στις
αρχές του 2010, ο νομοθέτης, εκτιμώντας ότι υφίσταται άμεσος κίνδυνος κατάρρευσης
της οικονομίας και χρεοκοπίας της Χώρας και ότι ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπισθεί η
κατάσταση ήταν η προσφυγή στη χρηματοδοτική υποστήριξη από τα κράτη της
Ευρωζώνης και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, έλαβε, έναντι της υποστήριξης αυτής,
κυριαρχικώς, σειρά μέτρων περιστολής των δημοσίων δαπανών, μεταξύ των οποίων και η
διενέργεια περικοπών και μειώσεων συνταξιοδοτικών παροχών των συνταξιοδοτουμένων
από τους φορείς υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης. οι περικοπές και οι μειώσεις
αυτές, οι οποίες ξεκίνησαν από τα επιδόματα εορτών και αδείας των οργανισμών κύριας
ασφάλισης (άρθρο τρίτο παρ. 10-14 του ν. 3845/2010), και συνεχίσθηκαν σε σύντομο
χρονικό διάστημα με την εισφορά αλληλεγγύης των συνταξιούχων κύριας ασφάλισης
(άρθρο 38 του ν.3863/2010), την εν συνεχεία αναπροσαρμογή και τη συμπλήρωση της
εισφοράς αυτής και την επέκτασή της στην επικουρική ασφάλιση (άρθρο 44 παρ. 10-13
του ν. 3986/2011), καθώς και τις μειώσεις στις συντάξεις των κάτω των 55 ετών
συνταξιούχων και στις κύριες και επικουρικές συντάξεις που υπερβαίνουν, αντιστοίχως,
τα 1200 και τα 150 ευρώ (άρθρο 2 παρ. 1-5 του ν. 4024/2011), εντάσσονται στις δέσμες
μέτρων που έχουν ως βάση τις προβλέψεις του πρώτου «Μνημονίου» και του πρώτου
«Μεσοπροθέσμου Πλαισίου», και συνιστούν μέτρα «άμεσης απόδοσης» για την εξεύρεση
πόρων προς αντιμετώπιση της έκτακτης ανάγκης στην οποία βρέθηκε η Χώρα. Με τα
δεδομένα αυτά κρίθηκε ότι οι εν λόγω περικοπές, έχοντας αποφασισθεί υπό την πίεση
των ως άνω όλως εξαιρετικών περιστάσεων, και επιβαλλόμενες κατά την εκτίμηση του
νομοθέτη για την άμεση αντιμετώπιση της κρίσης, δεν παραβιάζουν τις διατάξεις των
άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5, 22 παρ,5, 25 παρ. 1 και 4 και 106 παρ. 1 του
Συντάγματος.
4. Επειδή, περαιτέρω με τις ανωτέρω 2287-2288/2015 αποφάσεις της Ολομέλειας
του Συμβουλίου της Επικρατείας, κρίθηκε ότι οι περικοπές του άρθρου 6 παρ. 2 ν.
4051/2012 και του άρθρου πρώτου παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ.5 περ, 1 και υποπαρ. ΙΑ.6 περ, 3
του ν. 4093/2012 αντίκεινται προς το Σύνταγμα. Ειδικότερα κρίθηκε ότι ο ν. 4051/2012,
με το άρθρο 6 του οποίου μειώθηκαν αναδρομικά κατά 12 % οι κύριες συντάξεις που
υπερβαίνουν τα 1300 ευρώ και οι επικουρικές συντάξεις με κλιμακωτές μειώσεις, και ο ν.
4093/2012, με το άρθρο πρώτο του οποίου αφενός μεν μειώθηκαν εκ νέου σε ποσοστά
από 5 % έως και 20 % οι από οποιαδήποτε πηγή και από οποιαδήποτε αιτία συντάξεις
που υπερβαίνουν αθροιστικώς τα 1000 ευρώ, αφετέρου δε καταργήθηκαν πλέον για
όλους τους συνταξιούχους τα επιδόματα και δώρα Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, δεν
είναι συμβατές με τα άρθρα 4 παρ. 1 και 5, 22 παρ, 5, 25 παρ. 1 και 4 του Συντάγματος
και επίσης αντίκεινται και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της
Ε.Σ.Δ.Α., διότι είχε παρέλθει διετία από τον αρχικό αιφνιδιασμό της οικονομικής κρίσης, ο
δε νομοθέτης δεν σχεδίασε εν τω μεταξύ με τον κατάλληλο τρόπο τα μέτρα για την
αντιμετώπισή της, δεν προέβη, ως όφειλε, σε συνολική εκτίμηση των παραγόντων που
προκάλεσαν το πρόβλημα, δεν κατάρτισε αναλογιστική μελέτη και δεν αξιολόγησε
αρκούντως την προσφορότητα των εισαγόμενων δια των παραπάνω νόμων ρυθμίσεων.
Τα αποτελέσματα της ακύρωσης περιορίστηκαν από τη δημοσίευση της ακυρωτικής
απόφασης και εφεξής.
5. Επειδή ακολούθως, με την 1891/2019 απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου
της Επικρατείας (που δημοσιεύτηκε στις 4.10.2019) και με τις εκεί αναφερόμενες σκέψεις
κρίθηκε ότι δεν κωλυόταν ο νομοθέτης από τις 2287-2288/2015 αποφάσεις της
Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, με τις οποίες κρίθηκαν αντισυνταγματικές
και αντίθετες προς το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. οι
επίμαχες περικοπές των νόμων 4051/2012 και 4093/2012, να προβεί σε νέες ρυθμίσεις
ως προς το ύψος των συντάξεων ή ακόμη και να επαναθεσπίσει τις κριθείσες ως
παράνομες, κατά τα ανωτέρω, περικοπές (υποκείμενος πάντως στους περιορισμούς που
απορρέουν από ειδικές συνταγματικές διατάξεις και στις εγγυήσεις που αυτές
καθιερώνουν, βλ. 1-4/2018 αποφάσεις του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 88 παρ. 2
του Συντάγματος), εφόσον λάμβανε υπόψη τα κριτήρια και ικανοποιούσε τις απαιτήσεις
που έθεσε με τις ανωτέρω αποφάσεις του το Δικαστήριο κατόπιν ερμηνείας των
μνημονευθεισών συνταγματικών διατάξεων, είτε, ακόμη, διατηρώντας τη σχετική προς
τούτο ευχέρειά του, να προβεί στη θέσπιση νέου ασφαλιστικού συστήματος, στο πλαίσιο
του οποίου, εφόσον επέλεγε να υιοθετήσει εκ νέου τις ανωτέρω κριθείσες ως
αντισυνταγματικές περικοπές των συντάξεων κατά τον επανυπολογισμό των συντάξεων
των παλαιών συνταξιούχων, όπως και έπραξε, υποχρεούνταν να αιτιολογήσει ειδικώς τον
λόγο, για τον οποίο ήταν τούτο αναγκαίο ενόψει της επιχειρούμενης συνολικής
μεταρρυθμίσεως του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως. Επίσης, κρίθηκε ότι είναι
θεμιτή η επιλογή του νομοθέτη να προβεί, στο πλαίσιο του νέου ασφαλιστικού
συστήματος και της ιδρύσεως ενιαίου φορέα απονομής των κύριων συνταξιοδοτικών
παροχών που εφαρμόζει ενιαίους κανόνες ως προς τον τρόπο υπολογισμού των
απονεμόμενων στο σύνολο του πληθυσμού συντάξεων, σε επανυπολογισμό των ήδη
καταβαλλόμενων κατά τη δημοσίευση του ν. 4387/2016 συντάξεων. Με την ίδια
απόφαση της Ολομέλειας του Δικαστηρίου κρίθηκε συμβατή με το Σύνταγμα και
αιτιολογημένη η επιλογή του νομοθέτη, προκειμένου να καθορίσει τις καταβλητέες, από4/22/2021 www.dsanet.gr/Epikairothta/Nomologia/DEfAth 898.2021.htm?cmid=a1688e41-72a6-4ac3-9bcb-9d025755e377
www.dsanet.gr/Epikairothta/Nomologia/DEfAth 898.2021.htm?cmid=a1688e41-72a6-4ac3-9bcb-9d025755e377 3/5
την έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016, στους ήδη κατά τη δημοσίευσή του συνταξιούχους,
συντάξεις, στο πλαίσιο του επανυπολογισμού τους, να ορίσει ότι το ύψος των συντάξεων
αυτών θα ανέρχεται στο ύψος στο οποίο οι εν λόγω συντάξεις είχαν διαμορφωθεί μετά
τις περικοπές των νόμων 4051/2012 4093/2012, οι οποίες είχαν κριθεί
αντισυνταγματικές με τις προαναφερθείσες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Και τούτο, αφενός μεν λόγω της ουσιαστικής συνεισφοράς της εν λόγω νομοθετικής
επιλογής στη συγκράτηση της συνταξιοδοτικής δαπάνης και, κατ’ επέκταση, στην
επίτευξη του επιδιωκόμενου στόχου της διατηρήσεως της βιωσιμότητας του ασφαλιστικού
συστήματος, αφετέρου δε ώστε να επωμιστούν και οι παλαιοί και όχι μόνο οι νέοι
συνταξιούχοι και οι νυν ασφαλισμένοι (με τη θεσπιζόμενη με τον ίδιο νόμο αύξηση των
εισφορών και τη μείωση των μελλοντικών συντάξεων) το βάρος της επιχειρούμενης
μεταρρυθμίσεως, για λόγους κοινωνικής δικαιοσύνης και διαγενεακής ισότητας και
αλληλεγγύης, δεδομένου ότι και αυτοί ωφελούνται εξ ίσου από την επιδιωκόμενη, με την
επιχειρούμενη ασφαλιστική μεταρρύθμιση, διασφάλιση της βιωσιμότητας του
ασφαλιστικού συστήματος, τη διατήρηση δηλαδή της ικανότητάς του να χορηγεί
συντάξεις στους υφιστάμενους και στους μελλοντικούς συνταξιούχους. Κρίθηκε, δηλαδή,
συμβατή με το Σύνταγμα η ρύθμιση του άρθρου 14 παρ. 2 περ. α του ν. 4387/2016
(εφαρμοζόμενη αναλόγως, κατ’ άρθρα 27 παρ. 1 και 33 παρ. 1 του νόμου αυτού, στους
συνταξιούχους των φορέων, τομέων, κλάδων και λογαριασμών των ασφαλισμένων του
ιδιωτικού τομέα, που εντάχθηκαν στον Ε.Φ.Κ,Α, με το άρθρο 53 του εν λόγω νόμου, και
κατ’ άρθρο 94 παρ. 1 στις εκκρεμείς αιτήσεις συνταξιοδοτήσεως), σύμφωνα με την οποία
οι κύριες συντάξεις που καταβάλλονταν κατά τη δημοσίευση του νόμου (παλαιές
συντάξεις) θα ανέρχονται, μέχρι την 31 .12.20181 στο ύψος, στο οποίο αυτές είχαν
διαμορφωθεί στις 31.12,2014 (με τις περικοπές, δηλαδή, των νόμων 4051/2012 και
4093/2012). Ειδικότερα, με τη 1891/2019 απόφαση της Ολομέλειας του Δικαστηρίου
έγινε δεκτό ότι η ανωτέρω ρύθμιση, η οποία κατ’ ουσίαν, ισοδυναμούσε με εκ νέου
υιοθέτηση με τον ν. 4387/2016 των περικοπών για τους ήδη συνταξιούχους κατά τη
δημοσίευσή του (παλαιούς συνταξιούχους), οι οποίες είχαν κριθεί αντισυνταγματικές με
τις αποφάσεις 2287 και 2288/2015 της Ολομέλειας του Δικαστηρίου, ήταν
συνταγματικώς θεμιτή και η θέσπισή της ήταν δικαιολογημένη στο πλαίσιο του νέου
ασφαλιστικού συστήματος, δηλαδή όχι ως μεμονωμένη, αυτοτελής ρύθμιση, επιφέρουσα
οριζόντιες περικοπές στις ήδη καταβαλλόμενες κατά τη δημοσίευση του ν. 4387/2016
συντάξεις, όπως είχε συμβεί στο παρελθόν με τη θέσπιση των περικοπών αυτών με τις
σχετικές διατάξεις των νόμων 4051/2012 και 4093/2012, αλλά ως ρύθμιση εντασσόμενη
σε ένα ευρύτερο πλέγμα μέτρων και διαρθρωτικών αλλαγών του νέου ριζικώς
αναμορφωμένου ασφαλιστικού συστήματος που θεσπίσθηκε με τον ν. 4387/2016 και ως
τμήμα της εισαχθείσας με αυτόν ασφαλιστικής μεταρρυθμίσεως, αποτέλεσμα της οποίας
είναι οι μελλοντικοί συνταξιούχοι να λαμβάνουν, κατά κανόνα, μικρότερες, σε σχέση με
τους παλαιούς συνταξιούχους, συνταξιοδοτικές παροχές. Περαιτέρω, κατά την έννοια της
αποφάσεως αυτής, η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 περ. α’ του ν. 4387/2016 είναι
σύμφωνη και με την Ε.Σ.Δ.Α. και, επομένως, από τη δημοσίευση του ν. 4387/2016
(12.5.2016) και εφεξής, οι ως άνω περικοπές, που έχουν ως νόμιμο έρεισμα την
ανωτέρω διάταξη του τελευταίου αυτού νόμου, είναι νόμιμες. Ομοίως, με τη 1890/2019
απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας (σκέψη 20), κρίθηκε
καταρχήν συνταγματικώς θεμιτή η εκ νέου κατ’ ουσίαν θέσπιση των ως άνω περικοπών
στο πλαίσιο επανυπολογισμού και των επικουρικών συντάξεων (βλ. ΣΤΕ 1439-
1442/2020 Ολομ.).
6. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας
προκύπτουν τα εξής: Με την ./18.9.2015 απόφαση του Διευθυντή Παροχών του Τομέα
Ασφάλισης Νομικών του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων απονεμήθηκε
στην εφεσίβλητη σύνταξη ποσού 642,54 ευρώ μηνιαίως, πληρωτέα από 1.72014. Επί
των ποσών της ως άνω σύνταξης της εφεσίβλητης επιβλήθηκε εισφορά αλληλεγγύης
καθώς και περικοπές κατ’ εφαρμογή των ν. 4051/2012 και ν, 4093/2012, το συνολικό
ύψος των οποίων ανέρχεται, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της σε 12.900,60 ευρώ,
για το χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο του έτους 2014 έως τον Δεκέμβριο του έτους
2018. Με την ένδικη προσφυγή-αγωγή της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου
υποστήριξε ότι οι ως άνω περικοπές που επιβλήθηκαν στο ποσό της λαμβανόμενης από
το εκκαλούν Ταμείο σύνταξης αντίκεινται στα άρθρα 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5, 22 παρ. 5,
25 παρ. 1 και 4 του Συντάγματος, καθώς και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου
Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και ζήτησε για το λόγο αυτό αφενός να ακυρωθούν τα
ενημερωτικά σημειώματα συντάξεων, που εξέδωσε το εκκαλούν κατά τους μήνες Ιούλιο
του έτους 2014 έως και Δεκέμβριο του έτους 2018, βάσει των οποίων διενεργήθηκαν στο
ποσό της καταβαλλόμενης από το ΤΑΝ. σύνταξής της οι προαναφερόμενες μειώσεις
κατόπιν εφαρμογής των, κατά τους ισχυρισμούς της, αντικείμενων στο Σύνταγμα και την
Ε.Σ.Δ.Α„ διατάξεων περί επιβολής εισφοράς αλληλεγγύης συνταξιούχων (ν, 3863 και
3865/2010), καθώς επίσης του άρθρου 6 του ν, 4051/2012 (Α’ 40) και του άρθρου
πρώτου παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ.5 του ν. 4093/2012 (Α 222), αφετέρου, δε, να αναγνωρισθεί
η υποχρέωση του εκκαλούντος να της καταβάλει νομιμοτόκως το προαναφερόμενο ποσό
των 12.900,60 ευρώ, ως αποζημίωση προς αποκατάσταση της ζημίας που αυτή υπέστη
λόγω των περικοπών που επιβλήθηκαν στην σύνταξή της, κατά το χρονικό διάστημα από
1.7.2014 έως και 31.12.2018, κατ’ εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων, Με την
εκκαλουμένη απόφαση κρίθηκε ότι οι θεσπισθείσες με τις διατάξεις του άρθρου 6 του ν.
4051/2012 και του άρθρου πρώτου παράγραφος ΙΑ υποπαράγραφος ΙΑ.5 του ν.
4093/2012 περικοπές αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5, 224/22/2021 www.dsanet.gr/Epikairothta/Nomologia/DEfAth 898.2021.htm?cmid=a1688e41-72a6-4ac3-9bcb-9d025755e377
www.dsanet.gr/Epikairothta/Nomologia/DEfAth 898.2021.htm?cmid=a1688e41-72a6-4ac3-9bcb-9d025755e377 4/5
παρ.5 και 25 παρ. 1 και 4 του Συντάγματος, επίσης δε, παραβιάζουν και το άρθρο 1 του
Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ως άνω Ευρωπαϊκής Σύμβασης και ότι ως εκ
τούτου, μη νομίμως περικόπηκαν, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων αυτών, από τα αρμόδια
όργανα του Ε.Τ.Α.Α. —ΤΑΝ και στη συνέχεια του ΕΦΚΑ, οι συντάξιμες αποδοχές της
εφεσίβλητης, κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-2015 έως 31-12-2018. Περαιτέρω
έκρινε ότι ο περιορισμός της σύνταξης της εφεσίβλητης κατά το ίδιο χρονικό διάστημα
που έγινε κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 38 του ν. 3863/2010 και 11 του ν.
3865/2010, είναι σύμφωνος με το Σύνταγμα και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου
Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. Κατόπιν των σκέψεων αυτών, με την εκκαλουμένη απόφαση
έγινε εν μέρει δεκτή η προσφυγή-αγωγή, ακυρώθηκαν τα ενημερωτικά σημειώματα
σύνταξης της εφεσίβλητης που αφορούσαν το χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο του
2015 έως το Δεκέμβριο του 2018, κατά το μέρος με το οποίο έλαβαν χώρα μειώσεις στην
σύνταξή της, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 6 του ν. 4051/2012 και του άρθρου πρώτου
παράγραφος ΙΑ υποπαράγραφος ΙΑ.5 του ν. 4093/2012, και περαιτέρω αναγνωρίσθηκε η
υποχρέωση του ΕΦΚΑ να καταβάλει νομιμοτόκως στην εφεσίβλητη τις περικοπείσες
συντάξιμες αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 1-7-2015 έως 31-12-2018
ανερχόμενες σε 6.249,78 ευρώ (47,56 + 101,00 ευρώ ανά μήνα για το χρονικό
διάστημα Ιουλίου 2015 — Σεπτεμβρίου 2016 και 48,03 και 100,91 ευρώ ανά μήνα για το
χρονικό διάστημα Οκτωβρίου 2016 —Δεκεμβρίου 2018).
7. Επειδή με την κρινόμενη έφεση το εκκαλούν υποστηρίζει ότι είναι συνταγματικές
οι περικοπές που αφορούν το χρονικό διάστημα μετά την 12-5-2016 κατ’ εφαρμογή των
διατάξεων του άρθρου 14 παρ. β του Κεφαλαίου Β’ του ν. 4837/2016, ο οποίος είναι
εφαρμοστέος στην περίπτωση της εφεσίβλητης. Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος και πρέπει
να γίνει δεκτός. Τούτο γιατί, ενόψει των όσων αναφέρθηκαν σε προηγούμενες σκέψεις,
οι περικοπές (μειώσεις) που διενεργήθηκαν στην σύνταξη της εφεσίβλητης μέχρι τις 11-
5-2016, έχουν ως έρεισμα τις διατάξεις των ν. 4051/2012 και ν, 4093/2012, που
κρίθηκαν αντισυνταγματικές με τις 2287 και 2288/2015 αποφάσεις του Συμβουλίου της
Επικρατείας και εκ του λόγου τούτου δεν είναι νόμιμες. Πλην όμως οι περικοπές
(μειώσεις) που διενεργήθηκαν στην σύνταξη της από 12-5-2016 και εφεξής έχουν ως
νόμιμο έρεισμα όχι τις αντισυνταγματικές διατάξεις του πιο πάνω νόμου, αλλά τις
διατάξεις του ν. 4387/2016, οι ρυθμίσεις των οποίων εντασσόμενες στο ευρύτερο πλέγμα
μέτρων και διαρθρωτικών αλλαγών του θεσπισθέντος με τον τελευταίο αυτό νόμο ριζικώς
αναμορφωμένου ασφαλιστικού συστήματος είναι, κατά τα γενόμενα δεκτά ανωτέρω,
συνταγματικώς θεμιτές και σύμφωνες και με την ΕΣΔΑ, και ως εκ τούτου οι περικοπές
αυτές εχώρησαν νόμιμα (ολ. ΣτΕ 1823/2020).
8. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η κρινόμενη έφεση,
να μεταρρυθμισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, να ακυρωθούν τα ενημερωτικά σημειώματα
συντάξεων της εφεσίβλητης που αφορούν μόνο την χρονική περίοδο 1-7-2015 έως 11-
5-2016 κατά το μέρος τους με το οποίο χώρησαν οι μη νόμιμες περικοπές και να
αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εκκαλούντος να της καταβάλει νομιμοτόκως τις
περικοπές της σύνταξης της μόνο για το ανωτέρω χρονικό διάστημα. Κατόπιν τούτου το
ποσό της αποζημίωσης που πρέπει να καταβληθεί στην εφεσίβλητη ανέρχεται σε
1.540,56 ευρώ, ήτοι 493,19 για την περικοπή του άρθρου 6 του ν. 4061/2012 (47,56
ευρώ Χ 10,37 μήνες), συν. 1.047,37 ευρώ για την περικοπή του άρθρου πρώτου
παράγραφος ΙΑ υποπαράγραφος ΙΑ.5 του ν. 4093/2012 (101,00 ευρώ Χ 10,37 μήνες).
Τέλος, πρέπει να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων (άρθρο 275
παρ. 1 εδαφ. γ’ του Κ.Δ.Δ.).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Δέχεται εν μέρει την έφεση.
Μεταρρυθμίζει την 15023/2019 απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου
Αθηνών,
Ακυρώνει τα ενημερωτικά σημειώματα συντάξεων του εκκαλούντος, κατά το μέρος με το
οποίο έλαβαν χώρα περικοπές στην σύνταξη της εφεσίβλητης κατά το χρονικό διάστημα
από 1-7-2015 έως 11-5-2016, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 6 του ν. 4051/2012 και του
άρθρου πρώτου παράγραφος ΙΑ υποπαράγραφος ΙΑ.5 του ν. 4093/2012.
Αναγνωρίζει την υποχρέωση του εκκαλούντος (ήδη ε-ΕΦΚΑ) να καταβάλει στην
εφεσίβλητη το ποσό των χιλίων πεντακοσίων σαράντα ευρώ και πενήντα έξι λεπτών
(1.540,56) νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής (31-1-2019) έως την εξόφληση.4/22/2021 www.dsanet.gr/Epikairothta/Nomologia/DEfAth 898.2021.htm?cmid=a1688e41-72a6-4ac3-9bcb-9d025755e377
www.dsanet.gr/Epikairothta/Nomologia/DEfAth 898.2021.htm?cmid=a1688e41-72a6-4ac3-9bcb-9d025755e377 5/5
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
Η απόφαση δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, σε έκτακτη
δημόσια συνεδρίαση στις 31 Μαρτίου 2021

ΠΗΓΗ: ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ

 

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ

 

Η ΔΕΦ898/2021 εναρμονίζεται πλήρως αφενός με τις αποφάσεις Ολομέλειας ΣΤΕ 2015(2287,2288) , με τις οποίες κρίθηκαν αντισυνταγματικές  από 10-05-2015 – ημερομηνία δημοσίευσης των εν λόγω αποφάσεων – κι εφεξής οι διατάξεις του Ν. 4051/2012, άρθρο 6 παρ. 2( μείωση συντάξεων που υπερβαίνουν τα 1300€ κατά 12%)  καθώς και η υποπαράγραφος ΙΑ5 περ. 1, υποπαρ. ΙΑ6, περ. 3 του άρθρου 1 παρ. ΙΑ του Ν. 4093/2012( μείωση συντάξεων που υπερβαίνουν τα 1000€ από 5%- 20% και κατάργηση δώρων και επιδομάτων ) ως αντικείμενες στις συνταγματικές αρχές της ισότητας, της κοινωνικής ασφάλισης , της αναλογικότητας υπό τις ειδικότερες εκφάνσεις των αρχών της προσφορότητας και αναγκαιότητας, καθώς και με το δικαίωμα της περιουσίας ως αυτό θεσπίζεται και προστατεύεται από υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις( άρθρο 1 Α’ Πρόσθετου Πρωτοκόλλου ΕΣΔΑ).

Επακολούθησε η ΟλΣΤΕ 1891/2019 με την οποία κρίθηκε ότι ο νομοθέτης δύνατο στα πλαίσια ισχύος των ανωτέρω αποφάσεων να προβεί σε νέες ρυθμίσεις ως προς το ύψος των συντάξεων θεσπίζοντας επί της ουσίας νέο ασφαλιστικό σύστημα με ενιαίους κανόνες απονομής συνταξιοδοτικών παροχών επιλέγοντας τον καθορισμό του ύψους των συντάξεων σε εκείνο που είχε διαμορφωθεί μετά τις περικοπές των Ν. 4051/2012, 4093/2012, στα πλαίσια της διατήρησης της βιωσιμότητας του κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος, της ίσης αντιμετώπισης παλαιών και νέων συνταξιούχων και της εν γένει κοινωνικής δικαιοσύνης. Απότοκος των ως άνω επιχειρούμενων νομοθετικών ενεργειών υπήρξε ο Ν. 4387/2016, με το άρθρο 14 του οποίου ορίστηκαν τα εξής για τον επαναϋπολογισμό των συντάξεων και την προστασία των καταβαλλόμενων:

«Σε εφαρμογή των ενιαίων κανόνων του Ε.Φ.Κ.Α. και των θεμελιωδών αρχών του άρθρου 1, οι ήδη καταβαλλόμενες κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος, κύριες συντάξεις αναπροσαρμόζονται, σύμφωνα με τα άρθρα 7, 8, 13 και 14, βάσει των διατάξεων των επόμενων παραγράφων.

β. Για τον υπολογισμό του ανταποδοτικού μέρους των καταβαλλόμενων, έως την έναρξη ισχύος του παρόντος, συντάξεων, για τον προσδιορισμό των συντάξιμων αποδοχών λαμβάνεται υπόψη ο συντάξιμος μισθός επί του οποίου κανονίστηκε η ήδη χορηγηθείσα σύνταξη, όπως αυτός είχε διαμορφωθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος, με βάση τους κανόνες αναπροσαρμογής των συντάξιμων αποδοχών του Δημοσίου, που ίσχυαν κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης καθορίζεται κάθε άλλο σχετικό θέμα για την εφαρμογή της διάταξης αυτής.

2.α. Μέχρι την 31.12.2018, οι συντάξεις της προηγούμενης παραγράφου συνεχίζουν να καταβάλλονται στο ύψος που είχαν διαμορφωθεί κατά την 31.12.2014, σύμφωνα με τις τότε ισχύουσες διατάξεις. Ειδικά, ο υπολογισμός της κράτησης υπέρ υγειονομικής περίθαλψης διενεργείται, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 30 του άρθρου 1 του Ν. 4334/2015 (Α΄ 80), όπως ισχύει.

β. Από την 1.1.2019, αν το καταβαλλόμενο ποσό των συντάξεων αυτών είναι μεγαλύτερο από αυτό που προκύπτει από τον υπολογισμό τους βάσει της παραγράφου 1, το υπερβάλλον ποσό περικόπτεται. Το ποσό που περικόπτεται κατά τα ανωτέρω δεν μπορεί να υπερβαίνει το δεκαοκτώ τοις εκατό (18%) της καταβαλλόμενης κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος κύριας σύνταξης του δικαιούχου. Αν, μετά την εφαρμογή της ρύθμισης του ανωτέρω εδαφίου, το καταβαλλόμενο ποσό των συντάξεων είναι μεγαλύτερο από αυτό που προκύπτει από τον υπολογισμό τους βάσει της παραγράφου 1, το επιπλέον ποσό εξακολουθεί να καταβάλλεται στον δικαιούχο ως προσωπική διαφορά, συμψηφιζόμενο κατ’ έτος και μέχρι την πλήρη εξάλειψή του με την εκάστοτε αναπροσαρμογή των συντάξεων, όπως αυτή προκύπτει κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 3.

γ. Αν το καταβαλλόμενο ποσό των συντάξεων είναι μικρότερο από αυτό που προκύπτει από τον υπολογισμό τους βάσει της παραγράφου 1, τότε αυτό προσαυξάνεται, από την 1.1.2019, κατά 1/5 της διαφοράς σταδιακά και ισόποσα εντός πέντε (5) ετών.

δ. Τα στοιχεία που προκύπτουν από τις περιπτώσεις β΄ και γ΄ αποτυπώνονται από την 1.1.2018 για κάθε ασφαλισμένο στο οικείο πληροφοριακό σύστημα.

3.α. Το συνολικό ποσό της σύνταξης που καταβάλλεται μετά τη θέση σε ισχύ του παρόντος αυξάνεται από την 1.1.2023 κατ’ έτος, με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, με βάση συντελεστή που διαμορφώνεται κατά 50% από τη μεταβολή του ΑΕΠ και κατά 50% από τη μεταβολή του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή του προηγούμενου έτους και δεν υπερβαίνει την ετήσια μεταβολή του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή.

β. Οι διατάξεις της συνταξιοδοτικής νομοθεσίας του Δημοσίου με τις οποίες προβλέπεται αναπροσαρμογή ή αύξηση των συντάξεων που καταβάλλονται από αυτό, κατά τρόπο διαφορετικό από τον οριζόμενο στην περίπτωση α΄ ή με βάση τις ισχύουσες κάθε φορά μισθολογικές διατάξεις, καταργούνται.

  1. Από την 1.1.2017 και ανά τριετία, η Εθνική Αναλογιστική Αρχή εκπονεί υποχρεωτικά αναλογιστικές μελέτες, οι οποίες επικυρώνονται από την Επιτροπή Οικονομικής Πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με αντικείμενο τη συνεχή παρακολούθηση της εξέλιξης της εθνικής συνταξιοδοτικής δαπάνης. Με ειδικό νόμο ανακαθορίζονται οι συντάξεις με στόχο τη διασφάλιση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος. Το ύψος των ανωτέρω δαπανών για την εθνική, την ανταποδοτική και την επικουρική σύνταξη, προβαλλόμενο έως το έτος 2060, δεν πρέπει να υπερβαίνει το περιθώριο αύξησης των 2,5 ποσοστιαίων μονάδων του ΑΕΠ, με έτος αναφοράς το 2009».

Με την παραπάνω διάταξη αποκαταστάθηκε σύμφωνα με το σκεπτικό της εν προκειμένω σχολιαζόμενης απόφασης η αντισυνταγματικότητα των Ν. 4051/2012, 4093/2012 , με αποτέλεσμα η προσφεύγουσα συνταξιούχος του Ταμείου Νομικών να δικαιωθεί στον β’ βαθμό δικαιοδοτικής κρίσης μόνο για το διάστημα από 01-07-2015 έως 11-05-2016 μεταρρυθμίζοντας την πρωτόδικη απόφαση δια της οποίας είχε γίνει δεκτό το αίτημά της για αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη λόγω της παράνομης μείωσης της σύνταξής της  κατά τις νομικές βάσεις των άρθρων 105-106 ΕΙΣΝΑΚ , για το χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο 2014 κι εντεύθεν σύμφωνα με όσα είχαν αρχικώς αναπτυχθεί στο σκεπτικό των  ΟλΣΤΕ 2287,2288/2015.

Αξιοσημείωτο είναι αφενός το γεγονός ότι περιορίζονται δραστικά τα ποσά που δικαιούται να λάβει η προσφεύγουσα – καθώς η ανατροπή προσδοκίας δικαιώματος είναι εμφανής – αφετέρου τίθεται εύλογα το ερώτημα κατά πόσο ο Ν. 4387/2016 εξισορρόπησε τις όποιες αντινομίες και αντισυνταγματικότητες προκάλεσαν οι Ν. 4051, 4093/2012, ιδίως, δε, εάν ληφθεί υπόψη ότι από τον Φεβρουάριο 2020 θεσπίστηκε εκ νέου κοινωνικοασφαλιστικό σύστημα δια του Ν. 4670/2020 .

Ως προς την ανατροπή δια της νομολογίας τυχόν δικαιωμάτων ή προσδοκιών δικαιωμάτων των διοικουμένων και την διασάλευση των αρχών  της ασφάλειας δικαίου και της δίκαιης δίκης   σημειώνονται τα κάτωθι:

Απόφαση ΕΔΔΑ   19-04-2007 ESKELINEN κ.α. κατά Φιλανδίας του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης του ΕΔΔΑ) : Η ασφάλεια του δικαίου αποτελεί συστατικό στοιχείο της δίκαιης δίκης κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και το άρθρο 14 του ΔΣΑΠΔ  αλλά και του κράτους δικαίου.  Οι συχνές αλλαγές της νομολογίας οιουδήποτε δικαστηρίου δημιουργούν ανασφάλεια στους ενδιαφερομένους  και στους διαδίκους και καθιστούν την έκβαση των υποθέσεων αβέβαιη και απρόβλεπτη….. αναγνωρίζει την ανάγκη της ασφάλειας του δικαίουτης προβλεψιμότητας και  της ισότητας έναντι  του νόμου επισημαίνει ότι  το Δικαστήριο δεν αποκλίνει άνευ σοβαρού λόγου, από τη προϋπάρχουσα νομολογία του. Παρ΄όλα αυτά δικαιολογεί την αναγκαιότητα της αλλαγής της πάγιας νομολογίας του με το σκεπτικό ότι  εάν η νομολογία του Δικαστηρίου αποτύχει να διατηρήσει μια δυναμική και εξελικτική προσέγγιση κινδυνεύει να εμποδίσει κάθε μεταρρύθμιση ή βελτίωση. …….Εξ άλλου τα ατομικά δικαιώματα δεν μπορούν να έχουν διαχωριστικές γραμμές στο χώρο προστασίας τους. Η παραβίασή τους προσβάλλει τον άνθρωπο και την ανθρώπινη αξία και ο προσβαλλόμενος καθίσταται θύμα  ανεξαρτήτως της ιδιότητάς του και της εξουσίας που διαθέτει και διαχειρίζεται».

Η απόφαση αυτή του ΕΔΔΑ είναι μία πρόοδος στα ανθρώπινα δικαιώματα και ενέχει όχι μόνο μία παιδαγωγική χρησιμότητα, όπως αναφέρει και ο κ. Βογιατζής στις παρατηρήσεις του στο ΝοΒ αλλά και μία εκπαιδευτική. Πληροφορεί τα εθνικά δικαστήρια της Ευρώπης πώς να αντιμετωπίζουν τις αλλαγές στην πάγια νομολογία τους και το πότε αυτές είναι αναγκαίες για να μην πλήξουν την νομική ασφάλεια των πολιτών.

Σύμφωνα με όσα γίνονται δεκτά στη θεωρία του συνταγματικού δικαίου, αρχή του Συντάγματος που να στηρίζεται στη διάκριση των εξουσιών και τη νομιμότητα είναι και το κράτος δικαίου που όπως σημειώνει ο Αντ. Μανιτάκης, «Κράτος δικαίου με την τυπική έννοια είναι το κράτος της τυπικής νομιμότητας και της τήρησης των διαδικασιών, το απρόσωπο κράτος, το κράτος της αποχής και της ασφάλειας δικαίου, το κράτος των τύπων και όχι της ουσίας. Ενδιαφέρεται μόνον για την τυπική, τη διαδικαστική δικαιοσύνη, αυτή που προκύπτει από την πιστή τήρηση της απρόσωπης νομιμότητας και αδιαφορεί πλήρως για την ουσιαστική δικαιοσύνη ή για τις ανισότητες και τις αδικίες(Βλ. Μανιτάκη, Κράτος δικαίου και δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας, σελ. 124, 293 ) .

Στο κράτος δικαίου θεμελιώνεται και η ασφάλεια δικαίου, από την οποία πηγάζουν επιχειρήματα υπέρ της κανονιστικότητας της νομολογίας και της  ασφάλειας  δικαίου η οποία  επιτάσσει οι κανόνες δικαίου να είναι όσο δυνατόν λιγότεροι σε αριθμό, να είναι σαφείς και να μην καταλείπουν μεγάλο πεδίο ευχέρειας σε αυτούς που τους εφαρμόζουν, ώστε να μπορεί να προβλεφθεί σε ένα μεγάλο βαθμό η τελική απόφαση

Περαιτέρω, δε, οι κοινωνοί του δικαίου εμπιστεύονται τα νομολογιακά δεδομένα και βάσει αυτών και όχι των κανόνων δικαίου -τους οποίους συνήθως αγνοούν- ρυθμίζουν τις υποθέσεις τους. Όσο μάλιστα περισσότερο παγιωμένη είναι η νομολογία, τόσο μεγαλώνει και η εμπιστοσύνη προς αυτήν ( Λιτζερόπουλος, Αι μεταστροφαί της νομολογίας και η ασφάλεια του δικαίου, Τιμ. Τομ. Ράμμου, σελ. 524).

 

Υπό το εν λόγω πρίσμα, έχουν υποστηριχθεί ποικίλες απόψεις, μεταξύ, δε, αυτών και του Larenz ο οποίος  υποστηρίζει ότι προύποτίθεται πρώτον, διάπλαση δικαίου που να έχει στηριχθεί σε «δικαιοηθική» αρχή και, δεύτερον, η ανατροπή της από το δικαστήριο να συγκρούεται έντονα  με την εμπιστοσύνη στο δίκαιο, ώστε να υπάρχει δέσμευση του δικαστηρίου στις προηγούμενες αποφάσεις, ακόμη κι αν δεν έχει δημιουργηθεί σχετικό έθιμο(  Larenz, Methodenlehre, σελ. 421).

Επομένως, η αλλαγή των θέσεων της νομολογίας δεν προσβάλλει την εμπιστοσύνη των κοινωνών του δικαίου, αλλά φαίνεται παρόλ’ αυτά εκ πρώτης όψεως άδικο σε δύο όμοιες περιπτώσεις να δίδονται διαφορετικές λύσεις.

Προς άρση των ανισοτήτων και των αντίρροπων τάσεων, έχει προταθεί από τους υπέρμαχους της κανονιστικότητας της νομολογίας μία ιδιότυπη λύση, που προτείνει την απαγόρευση της αναδρομικότητας των δικαστικών αποφάσεων( Λιτζερόπουλος, Η ιδιαιτέρα φύσις του νομολογιακού δικαίου, σελ. 23επ). με δέσμευση του δικαστή στα νομολογιακά πρηγούμενα των Ανωτάτων Δικαστηρίων( Αρείου Πάγου κατά την de lege ferenda πρόταση), μόνον όταν η διαφορά την οποία θα αντιμετώπιζε θα ήταν και αυτή μεταγενέστερη της εκάστοτε νομολογιακής λύσης. Αν η διαφορά ήταν προγενέστερη, η νομολογία του Αρείου Πάγου δε θα μπορούσε να ανατρέξει και να την καταλάβει.

Μάλιστα και ο ίδιος ο Λιτζερόπουλος στο έργο του «Η ασφάλεια του δικαίου και αι μεταστροφαί της νομολογίας» ομολογεί πως «η έλλειψις αναδρομικής δυνάμεως των νομολογιακών μεταβολών θα απεθάρρυνε τους ενδιαφερομένους λόγω παρωχημένων σχέσεων ή γεγονότων δια μίαν τοιαύτην μεταβολήν από του να προσφεύγουν εις τα δικαστήρια και να κινήσουν ούτω την διαδικασίαν της νομολογιακής εξελίξεως του δικαίου(Βογιατζής Δ., Διπλωματική Εργασία: « Το πρόβλημα της κανονιστικότητας της νομολογίας», ΠΜΣ Αστικού Δικαίου ΕΚΠΑ , 2004-2005).

 

nomocultus
Βασιλέως Αλεξάνδρου 114 Περιστέρι, ΤΚ 12134, Αθήνα
+30 2155304867
kat85saiti@yahoo.gr

ΤΗΛΕΦΩΝΟ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Copyright © Nomocultus 2020

https://nomocultus.gr/wp-content/uploads/2023/02/e-banner_orizontio60X468.jpg