Αριθμός 186/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2′ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα – Εισηγητή και Αντιγόνη Καραΐσκου – Παλόγου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Τ. του Θ., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Κατσαντωνοπούλου, που κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Πολυχρόνη Καραστεργίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/5/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 623/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 7072/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22/11/2016 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 25.11.2016 και με αριθ. κατάθεσης …59/981/25.11.2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ’ αριθ. 7072/29.11.2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ’ ουσία η από 10 Σεπτεμβρίου 2012 και με αριθ. κατάθ. …96/14.9.2012 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας [10ης ενάγουσας -εκκαλούσας επί συνόλου ένδεκα εναγόντων – εκκαλούντων] κατά της υπ’ αριθ. 623/23.3.2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει στο σύνολό της ως νομικά αβάσιμη την από 2.8.2010 και υπ’ αριθ. κατάθ. 145170/4728/3.8.2010 αγωγή αυτών κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, αυτή παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Επομένως η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό αυτής. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της. Η σύμβαση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 Α.Κ., παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται να λάβει χώρα καταγγελία και καταβολή αποζημίωσης (ΑΠ 217/2017, ΑΠ 104/2016, ΑΠ 509/2016). Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του Ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί με το άρθρο 11 του ΑΝ 547/1937, ορίζεται ότι “είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικείμενη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον… Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένην χρονική διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ` ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου”. Η διάταξη αυτή, η οποία εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή στο δημόσιο τομέα, ενώ κατά τη γραμματική της διατύπωση αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την καταγγελία ο Ν.2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, στις περιπτώσεις ιδίως των διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που στη πραγματικότητα καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του εργοδότη, οπότε ο καθορισμός της ορισμένης διάρκειας αυτών δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας και δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται κυρίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, παρέχοντας μάλιστα πληρέστερη προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης με αριθμό 1999/70 κοινοτικής Οδηγίας (ΟλΑΠ 7/2011). Στην περίπτωση αυτή ανακύπτει ακυρότητα των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης εργασίας και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΑΠ 907/2017, ΑΠ 509/2016, ΑΠ 1664/2007).
Εξάλλου με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 2190/1994 ορίσθηκε ότι οι δημόσιες υπηρεσίες, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και γενικότερα τα νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα που αναφέρονται στο άρθρο 14 παρ. 1 του αυτού νόμου, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες, μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή αυτής σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την κατά τις προηγούμενες παραγράφους διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν, ενώ στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 10 περ. ε του Ν. 2225/1994, ορίζεται ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγούμενων παραγράφων διώκονται αυτεπαγγέλτως για παράβαση καθήκοντος κατά το άρθρο 259 Π.Κ. και παραπέμπονται υποχρεωτικά στην αρμόδια πειθαρχική δικαιοδοσία. Αντίστοιχες ρυθμίσεις, διαφέρουσες αυτών ως προς τη διάρκεια του χρόνου των συμβάσεων εργασίας (πέντε μήνες για την κάλυψη εποχιακών ή περιοδικών αναγκών, ένα έτος για τη κάλυψη πρόσκαιρων αναγκών, δυνάμενες να ανανεωθούν για τρεις μήνες και ένα έτος αντίστοιχα) περιείχαν και οι διατάξεις των άρθρων 65 ( σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 64) και 72 παρ. 1 και 73 του Π.Δ/τος 410/1988, που κωδικοποίησε σε ενιαίο κείμενο τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας για το με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ. Ο ίδιος νόμος (2190/1994) ορίζει στην παρ.3 του άρθρου 14 αυτού ότι ο διορισμός ή η πρόσληψη τακτικού προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στις υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ.1, γίνεται είτε με γραπτό διαγωνισμό, είτε με καθορισμένη σειρά προτεραιότητας, σύμφωνα με τους όρους και διαδικασίες που ορίζονται από τις διατάξεις του, τις οποίες ειδικότερα θεσπίζει αντίστοιχα στις διατάξεις των άρθρων 15 και 18 αυτού, αναλόγως των απαιτουμένων κατά τη κείμενη νομοθεσία τυπικών προσόντων για τις αντίστοιχες προσλήψεις, και μετά από προηγουμένη προκήρυξη, υπό την έγκριση ή τον έλεγχο και εποπτεία του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ). Περαιτέρω στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, με τις οποίες επιβάλλεται η νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορίζονται τα εξής: “Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου” (παρ. 2). “Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού, καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού, μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται” (παρ. 3). Με την αναθεώρηση του Συντάγματος που έλαβε χώρα με το από 6-4-2001 ψήφισμα της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α 84/17.4.2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7, που προβλέπει ότι: “Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παρ. 5 (περί της οποίας δεν πρόκειται στην ένδικη υπόθεση), γίνεται είτε με διαγωνισμό, είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει”. Επίσης στο ίδιο πιο πάνω άρθρο προστέθηκε παράγραφος 8 που προβλέπει ότι: “Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2. Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου”. Έτσι με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ’ Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους αρχικά διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του Π.Δ/τος 410/1988 και στη συνέχεια του Ν. 2190/1994 και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 17.4.2001 και εφεξής) δεν μπορούν, ούτε και με νόμο, να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα που προέβη στην πρόσληψη. Ούτε καταλείπεται πλέον πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες διότι, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης βάσει των πιο πάνω διατάξεων δεν έχει την ευχέρεια να προβεί στη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος (Ν.2190/1994) για την πρόσληψη τακτικού προσωπικού. Δηλαδή, ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής. Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου με τις οποίες καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μετά την πιο πάνω συνταγματική αναθεώρηση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου (ΟλΑΠ 19, 20/2007).
Συνεπώς στις συναφθείσες μετά τις 17.4.2001 συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο ή σε φορείς του δημοσίου τομέα, δεν είναι πλέον δυνατή η εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του Ν.2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 281, 671 του ΑΚ και 25 παρ.1 και 3 του Συντάγματος, από τις οποίες προκύπτει, κατά τα ήδη προαναφερθέντα, ότι όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αόριστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1 και 3 του Ν. 2112/1920 και 1, 3, 5 του Β. Δ/τος 16/18.7.1920), ανακύπτει ακυρότητα αυτών ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου, χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΟλΑΠ 19 και 20/2007).
Σε κάθε περίπτωση όμως, με το άρθρο 20 παρ. 4 του Ν. 2738/1999 εισήχθη συγκεκριμένη ρύθμιση και δη προσετέθη ως περίπτωση (κα’) στο άρθρο 14 παρ. 2 Ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού, η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, ειδικότερα δε ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ. διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά. Η επιδοτούμενη αυτή πρόσληψη υπαλλήλων είναι εξαιρετική, διότι συνδέεται με την ανάγκη πραγμάτωσης των προγραμμάτων, που με τους υφιστάμενους κανόνες θα απέβαινε ατελέσφορη και για το λόγο αυτό ορίζεται ότι η πρόσληψη διενεργείται με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια, που καθορίζονται στα προγράμματα. Συνακόλουθα, η πρόσληψη υπαλλήλων, που έχει πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο συγκεκριμένου προγράμματος του ΟΑΕΔ και οι εξ αυτής απορρέουσες εργασιακές σχέσεις έχουν συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας, είναι δηλ. συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, η πάροδος του οποίου συνεπιφέρει αυτοδικαίως και τη λήξη τους (αρθρ. 669 παρ. 1 Α.Κ.) καθόσον η σύναψη αυτών, ως συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, επιβάλλεται από αντικειμενικούς λόγους που συνδέονται με την φύση τους (ΑΠ 217/2017, ΑΠ 775/2017, ΑΠ 780/2017, ΑΠ 2024/2017, ΑΠ 885/2014, ΑΠ 126/2015) και κατά την έννοια του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920. Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999 (που δημοσιεύθηκε στις 10.7.1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001, με δικαίωμα παράτασης της προθεσμίας για την ενσωμάτωση αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών – μελών κατά ένα έτος, του οποίου η Ελλάδα έκανε χρήση) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη – μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής). Η Οδηγία αυτή ειδικότερα παρέχει στα κράτη – μέλη ευρεία ευχέρεια επιλογών, μεταξύ περισσοτέρων λύσεων, προκειμένου να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (ΔΕΚ C – 212/2004). Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα Π.Δ/τα 81/2003 και 164/2004, που ήδη εφαρμόζονται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα αντίστοιχα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2.4.2003 και 19.7.2004 αντίστοιχα. Ειδικότερα με το Π.Δ/μα 164/2004 “Ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα” (ΦΕΚ Α 134) που άρχισε να ισχύει από 19 Ιουλίου 2004 θεσπίσθηκαν νομοθετικά μέτρα που λήφθηκαν στο δημόσιο τομέα, όπως αυτός οριοθετείται από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ.1 του Ν. 1892/1990 ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν, καθώς και για το προσωπικό δημοτικών και κοινοτικών επιχειρήσεων (άρθ. 2 παρ.1 και 3 στοιχ. γ αυτού), με σκοπό την ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη των ρυθμίσεων της ως άνω με αριθμό 1999/70 Οδηγίας. Η επιλογή από την ελληνική πολιτεία με το Π.Δ/μα 164/2004 των μέτρων που αυτό προβλέπει για την επίτευξη του στόχου της εν λόγω με αριθ.1999/70 Οδηγίας έγινε, αφού αυτή έλαβε υπόψη, όπως ορίζει και η Οδηγία, τις ανάγκες ειδικών τομέων, όπως είναι μεταξύ άλλων και ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, που δικαιολογεί διαφορετική ρύθμιση σε σχέση με τον ιδιωτικό τομέα, καθόσον υφίστανται διαφορές στη φύση της εργασίας και διαφορετικά χαρακτηριστικά του εργασιακού περιβάλλοντος και των διαδικασιών πρόσληψης στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, εξού και η θέσπιση των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος. Οι ρυθμίσεις του ανωτέρω Π.Δ/τος κρίθηκαν συμβατές με το κοινοτικό δίκαιο (ΔΕΕ της 23.4.2009 υποθέσεις C – 378 έως C – 380). Ειδικότερα με το άρθρο 7 του εν λόγω με αριθ. 164/2004 Προεδρικού Διατάγματος, ως κύρωση για την περίπτωση της παράνομης, ήτοι κατά παράβαση των ρυθμίσεων αυτού, κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου προβλέφθηκε η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στην εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εν όλω ή εν μέρει, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αόριστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του, ενώ επίσης θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών. Σημειώνεται δε, ότι με την μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 11 παρ.1 περ.α, 2 εδ.α και β, 3 και 5 του πιο πάνω Προεδρικού Διατάγματος, που κρίθηκε συνταγματικώς ανεκτή ως μεταβατική διάταξη τακτοποίησης εκκρεμών εργασιακών σχέσεων (ΟλΑΠ 16/2017), ρυθμίσθηκε το ζήτημα του χαρακτηρισμού διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένης διάρκειας κατά την παρ.1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος (δηλαδή διαδοχικών συμβάσεων με αντικείμενο την ίδια ή παρεμφερή εργασία μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου, μεταξύ των οποίων μεσολαβεί διάστημα μικρότερο των τριών μηνών), που είχαν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του και ήσαν ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού (19.7.2004) ή είχαν λήξει εντός του προηγουμένου τριμήνου, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για τον εφεξής χρόνο, υπό τις τασσόμενες στη διάταξη αυτή προϋποθέσεις, με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του φορέα απασχόλησης και έλεγχο από το ΑΣΕΠ. Η διάταξη αυτή όμως δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής στην κρινόμενη υπόθεση, εφόσον η αρχική πρόσληψη της ενάγουσας, κατά τα στην αγωγή εκτιθέμενα, έλαβε χώρα σε μεταγενέστερο χρόνο και συγκεκριμένα στις 19 Απριλίου 2007. Ενόψει δε των ανωτέρω συνταγματικών ρυθμίσεων και της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στις ρυθμίσεις της με αριθ.1999/70 Οδηγίας, που δεν επιβάλλει τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η διάταξη του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του Ν. 2112/1920 δεν ευρίσκει πλέον έδαφος εφαρμογής στο δημόσιο ή στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ούτε κατ’ επιταγή της ως άνω Οδηγίας, για το μεσοδιάστημα από 10.7.2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας σε αυτήν) μέχρι την έναρξη ισχύος του Π.Δ/τος 164/2004 (19.7.2004), ούτε βεβαίως μετά την έναρξη ισχύος του τελευταίου (ΟλΑΠ 19/2007). Σε κάθε δε περίπτωση, πρέπει να επισημανθεί ότι με βάση τη ρήτρα 2 της ως άνω Οδηγίας παρέχεται η δυνατότητα στα κράτη μέλη να εξαιρέσουν από το πεδίο εφαρμογής αυτής τις σχέσεις βασικής επαγγελματικής κατάρτισης και τα συστήματα μαθητείας (περ. α), ως και τις συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού ή από το δημόσιο υποστηριζόμενου προγράμματος κατάρτισης ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης (περ. β), της οποίας (δυνατότητας) η Ελλάδα έκανε χρήση, εξαιρώντας από το πεδίο εφαρμογής του Π.Δ/τος 164/2004, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.2 αυτού, τις σχέσεις επαγγελματικής κατάρτισης και τις συμβάσεις ή σχέσεις μαθητείας και τις συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης υποστηριζομένου από τον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού.
Εξ άλλου από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ) προκύπτει, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, έναντι της καταβολής μισθού, αδιαφόρως του τρόπου καθορισμού και καταβολής αυτού, και εφόσον ο μισθωτός τελεί σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του μισθωτού να συμμορφώνεται στις δεσμευτικές γι’ αυτόν εντολές ή οδηγίες του εργοδότη. Αντιθέτως, σύµβαση μαθητείας είναι η σύµβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαµβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισµένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύµβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύµβαση μαθητείας και η σύµβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου (μη γνήσια σύμβαση μαθητείας). Στη γνήσια σύµβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται µε σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του µε το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας, για την οποία δεν υπάρχει σχετική νομοθετική ρύθμιση, όταν ο μαθητευόμενος παρέχει για ορισμένο ή αόριστο χρόνο την εργασία του, εφαρμόζονται μόνο αναλογικά οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τη σύμβαση εργασίας, εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και το σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης κλπ, οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας. Αντίθετα, στη σύµβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παραλλήλως την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελµα, οπότε η εκμάθηση εκ µέρους του επέρχεται ως αυτόµατη συνέπεια της εφαρμογής της σύμβασης και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη. Στις συμβάσεις αυτές, εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νοµοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της σύµβασης αυτής είναι η παροχή εκ µέρους του μαθητευόμενου εργασίας έναντι αµοιβής, και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος σύµφωνα µε τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη (ΑΠ 217/2017, ΑΠ 933/2015, ΑΠ 126/2015, ΑΠ 885/2014, ΑΠ 1080/2014, ΑΠ 1592/2009). Συνακόλουθα στις συμβάσεις αυτές εφαρμόζονται [στις περιπτώσεις που οι συμβάσεις αυτές δεν μπορούν κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό να κριθούν ως έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, λόγω μη συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για την πρόσληψη του μισθωτού] και οι ρυθμίσεις του άρθρου 904 επόμ. του ΑΚ προς απόδοση της ωφέλειας του εργοδότη, από την παροχή εργασίας εκ μέρους του μαθητευόμενου εργαζομένου. Ειδικότερα δε με το άρθρο 20 παρ. 1 (όπως η παρ.1 συμπληρώθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 6 του Ν. 2956/2001) και 15 του Ν. 2639/1998 “Ρύθμιση εργασιακών σχέσεων, σύσταση Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και άλλες διατάξεις” (ΦΕΚ Α 205) ορίσθηκαν με την πρώτη ότι ο Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ) μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε Ν.Π.Ι.Δ., σε πιστοποιημένα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης, σε Α.Ε.Ι.-Τ.Ε.Ι. και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ημεδαπής ή αλλοδαπής, την υλοποίηση στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολό του προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης Ανέργων και ότι η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (παρ. 1) και με τη δεύτερη ότι ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παραγράφου 1, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργατικής εμπειρίας άνεργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου και ότι με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ., καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου (παρ. 15 εδ α’ και β). Όπως δε ήδη προαναφέρθηκε, με το άρθρο 20 παρ. 4 του Ν. 2738/1999 εισήχθη συγκεκριμένη ρύθμιση και δη προστέθηκε ως περίπτωση (κα’) στο άρθρο 14 παρ. 2 του Ν. 2190/1994 (μετέπειτα καταργηθείσα με το άρθρο 1 του Ν. 3812/2009) επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού, η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, οι συμβάσεις αυτές φέρουν εκ των πραγμάτων και γι’ αντικειμενικούς λόγους τον χαρακτήρα των συμβάσεων ορισμένου χρόνου, αφού διαφορετικά θα ήταν ανέφικτη η υλοποίηση των σχετικών προγραμμάτων και τέλος στις συμβάσεις αυτές, που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού κατά τ’ ανωτέρω προγράμματος υποστηριζομένου από τον ΟΑΕΔ, δεν εφαρμόζονται οι ρυθμίσεις του Π.Δ/τος 164/2004 κατά το άρθρο 2 παρ.2 εδ. β αυτού. Εξ άλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 651, 652 και 653 Α.Κ. προκύπτει ότι στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ως εργοδότης θεωρείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο αφενός δικαιούται να αξιώσει από τον εργαζόμενο την παροχή της συμφωνηθείσας εργασίας και αφετέρου υποχρεούται να καταβάλει σε αυτόν το συμφωνημένο μισθό. Συνήθως ο εργοδότης είναι το πρόσωπο που συμβάλλεται με τον εργαζόμενο κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας, προσλαμβάνοντας αυτόν. Τούτο όμως δεν είναι πάντοτε απαραίτητο, αφού την άνω ιδιότητα του εργοδότη έχει το νομικό ή φυσικό πρόσωπο στην υπηρεσία του οποίου παρέχει την εργασία του ο μισθωτός. Αν τυχόν υφίσταται αμφισβήτηση ως προς το πρόσωπο του εργοδότη, για τον προσδιορισμό της πιο πάνω ιδιότητας λαμβάνεται υπόψη πρώτα το πρόσωπο προς το συμφέρον του οποίου παρέχεται η εργασία και αυτός είναι ο φορέας της επιχείρησης όπου απασχολείται ο μισθωτός, και περαιτέρω το πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, που φέρει τις δαπάνες και τους κινδύνους της επιχείρησης (ΑΠ 10/2018, ΑΠ 1770/2017, ΑΠ 873/2009). Όταν οι ρόλοι αυτοί είναι κατανεμημένοι σε περισσότερα του ενός πρόσωπα ή ασκούνται από περισσότερα του ενός πρόσωπα, αποτελεί ζήτημα πραγματικό αν την ιδιότητα του εργοδότη έχουν περισσότεροι του ενός ή αν εργοδότης είναι μόνο ένας, στο πρόσωπο του οποίου συγκεντρώνονται οι κυριότεροι από τους ως άνω ρόλους, ενώ τα υπόλοιπα πρόσωπα έχουν δευτερεύουσα και νομικώς μη αξιόλογη συμμετοχή στη σχέση που έχει αναπτυχθεί (ΑΠ 1770/2017,ΑΠ 1006/2017, ΑΠ 352/2016). Περαιτέρω ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της μεταξύ των μερών συμβατικής σχέσης ως σύμβασης ή σχέσης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή σύμβασης μαθητείας, γνήσιας ή μη, ως κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως αυτή οριοθετείται από τα άρθρα 26 παρ.3 και 87 παρ.2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο, μη δεσμευόμενο από τον χαρακτηρισμό που προσέδωσαν σε αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη ή ο νόμος, αξιολογεί τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και, εφόσον στη συνέχεια ήθελαν προκύψει και από την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση. Η δυνατότητα δε του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σχέσης εξαρτημένης εργασίας ή μαθητείας (γνήσιας ή μη) ή ως σύμβασης εργασίας ορισμένης ή αόριστης διάρκειας δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου, των ΟΤΑ, των ΝΠΔΔ και γενικότερα των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 18/2006). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΑΠ 58/2015). Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη από 20.5.2010 και με αριθ. κατάθ. 1122…/2010 αγωγή η ήδη αναιρεσείουσα [10η ενάγουσα επί συνόλου ένδεκα εναγόντων] εξέθετε ότι στις 19.4.2007 συνυπέγραψε με τον μη διάδικο Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ) το υπό την αυτή χρονολογία “συμφωνητικό συνεργασίας” δεκαοκτάμηνης διάρκειας, στο πλαίσιο σχετικού προγράμματος κατάρτισης ανέργων (πρόγραμμα stage), στο οποίο συμμετείχε ως φορέας υλοποίησης αυτού το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, για δήθεν απόκτηση εργασιακής εμπειρίας. Ότι πραγματικός εργοδότης αυτής ήταν το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, στο οποίο από την κατάρτιση του εν λόγω συμφωνητικού με τον ΟΑΕΔ παρείχε την εργασία της. Ότι ειδικότερα αυτή τοποθετήθηκε στη ΔΟΥ …. όπου της ανατέθηκαν καθήκοντα διοικητικού υπαλλήλου ίδια με εκείνα των μονίμων υπαλλήλων, συνιστάμενα στην παραλαβή και ευρετηριασμό αρχικά δηλώσεων δωρεάς και κληρονομίας και στη συνέχεια στην παραλαβή, έλεγχο και έκδοση διπλοτύπων στις δηλώσεις … με χρήση κωδικού στο ηλεκτρονικό σύστημα, έλεγχο δηλώσεων γονικών παροχών, κληρονομίας, βεβαίωση φόρων ή έκδοση προστίμων κλπ, καλύπτοντας έτσι πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, το οποίο δια των οργάνων του καθόριζε τον τόπο, χρόνο και τρόπο παροχής της εργασίας της, ασκώντας διαρκή έλεγχο και εποπτεία αυτής. Ότι μετά τη λήξη του αρχικού χρόνου απασχόλησης στις 2.12.2008 η σύμβαση ανανεώθηκε για ένα ακόμη δεκαοκτάμηνο από 28.1.2009 μέχρι τις 28.7.2010, οπότε το εναγόμενο έπαυσε πλέον να δέχεται τις υπηρεσίες της, καταγγέλλοντας με τον τρόπο αυτό σιωπηρά τη σύμβαση, χωρίς την τήρηση των νομίμων προϋποθέσεων. Ότι συνακόλουθα οι συμβάσεις της με το εναγόμενο έφεραν τον χαρακτήρα έγκυρης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού καταρτίσθηκαν κατ’ επίφαση γι’ απόκτηση επαγγελματικής εμπειρίας και στην πραγματικότητα για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του εναγομένου. Ότι κατά τη διάρκεια των ως άνω συμβάσεων που απασχολήθηκε αμειβόταν με το ποσό των 25 ευρώ ημερησίως μεικτά για κάθε ημέρα απασχόλησης, ποσό που αντιστοιχούσε σε 500 ευρώ ημερησίως, ποσό που ήταν κατώτερο από τα ελάχιστα όρια αποδοχών για έγγαμη, ως η ενάγουσα, που προέβλεπαν οι τότε ισχύουσες Εθνικές Γενικές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, ενώ το εναγόμενο δεν της κατέβαλλε τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, ούτε τις αποδοχές αδείας, με συνέπεια να της οφείλει για την αιτία αυτή το συνολικό ποσό των 16.814,16 ευρώ. Ότι τα ως άνω ποσά οφείλει να της καταβάλει το εναγόμενο με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης. Ότι επικουρικά, εφόσον ήθελε κριθεί ότι η σύμβαση εργασίας της ήταν άκυρη, το εναγόμενο της οφείλει τα ίδια ποσά με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, δεδομένου ότι από την εργασία της αυτή έγινε πλουσιότερο χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της περιουσίας της κατά τα εν λόγω ποσά, τα οποία θα κατέβαλε σε άλλον μισθωτό της ειδικότητάς της, τον οποίο θα απασχολούσε υπό τις αυτές συνθήκες απασχόλησης και εργασίας. Ζήτησε δε κατά την κύρια βάση της αγωγής να αναγνωρισθεί ότι αυτή εξ υπαρχής συνδεόταν με το εναγόμενο με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ν’ αναγνωρισθεί περαιτέρω η ακυρότητα της σιωπηράς καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αυτής, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να την απασχολεί στην προηγούμενη αυτής θέση, καταβάλλοντας τις αποδοχές μονίμου υπαλλήλου με απειλή χρηματικής ποινής ύψους 300 ευρώ για κάθε ημέρα απασχόλησης και επικουρικά να υποχρεωθεί να της καταβάλει το ποσό των 1.898,21 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης, και επικουρικά να υποχρεωθεί το εναγόμενο, με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης, άλλως με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό να της καταβάλει το ανωτέρω ποσό για διαφορές αποδοχών. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε στο σύνολό της ως μη νόμιμη την αγωγή, μετά δε την άσκηση της από 10.9.2012 και με αριθ. κατάθ.5896/2012 έφεσης όλων των εναγόντων (περιλαμβανομένης της ήδη αναιρεσείουσας) το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ’ ουσία την ως άνω έφεση. Ειδικότερα, όσον αφορά την κύρια βάση της αγωγής, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση του έκρινε ότι αυτή δεν ήταν νόμιμη για το λόγο ότι με βάση τα εκτιθέμενα σε αυτήν, η αρχική σύμβαση της ήδη αναιρεσείουσας συνήφθη το έτος 2007 μετά την έναρξη ισχύος των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος που προστέθηκαν με την Αναθεώρηση του έτους 2001 και που απαγορεύουν ακόμη και με νόμο την μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου προσωπικού ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου, έστω και σε περίπτωση που αυτοί καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, με συνέπεια υπό την ισχύ των ως άνω διατάξεων και του άρθρου 21 του Ν. 2194/1994 να μην μπορεί να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920. Επίσης έκρινε ότι ούτε μέσω των διατάξεων της Οδηγίας 1999/70 και των εφαρμοστικών αυτής διατάξεων των Π.Δ/των 81/2003 και 164/2004, η αγωγή ήταν νόμιμη, καθότι οι συμβάσεις των εναγόντων, στους οποίους περιλαμβάνεται η ήδη αναιρεσείουσα, στο πλαίσιο προγραμμάτων για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων με τη συμμετοχή του ΟΑΕΔ, βάσει του οποίου παρείχε τις υπηρεσίες της η αναιρεσείουσα στο ελληνικό δημόσιο, έχει εξαιρετικό χαρακτήρα και δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, ακόμη και αν οι συμμετέχοντες (ενάγοντες) στα προγράμματα αυτά κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, ώστε και υπό την ισχύ των πιο πάνω ρυθμίσεων να μην είναι δυνατή η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920.
Με την κρίση του αυτή, κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο γνώμη τεσσάρων μελών αυτού και συγκεκριμένα της Πηνελόπης Ζωντανού, Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Δήμητρας Κοκοτίνη, Νικολάου Πιπιλίγκα και Αντιγόνης Καραΐσκου – Παλόγου, Αρεοπαγιτών, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την αγωγή κατά την κυρία αυτής βάση, ορθώς ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648 επόμ. ΑΚ, 21 του Ν. 2190/1994, 20 παρ.1 και 15 Ν. 2639/1998 καθόσον από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, με βάση τα όσα αναλυτικά εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, ότι με βάση τα στην αγωγή εκτιθέμενα δεν μπορεί να υπάρξει έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατ’ εφαρμογή του άρθρου 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920, αφού κάτι τέτοιο προσκρούει στις εν λόγω διατάξεις, ακόμη και εάν η αναιρεσείουσα εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσίβλητου ελληνικού δημοσίου. Ούτε επίσης με την μη εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση του άρθρου 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920 παραβίασε τις ρυθμίσεις της με αριθ. 1999/70 Οδηγίας, οι οποίες αφενός μεν δεν επιβάλλουν, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων διαδοχικών συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό, αφετέρου δε τα προς εφαρμογή της Οδηγίας προβλεπόμενα δικαιώματα του μισθωτού και οι προβλεπόμενες κυρώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 7 του Π.Δ/τος 164/2004, είναι επαρκή για την αποτελεσματική προστασία των απασχολουμένων με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου μισθωτών, που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του δημόσιου φορέα, όπου απασχολούνται, σε κάθε δε περίπτωση από το ρυθμιστικό πεδίο της Οδηγίας, σύμφωνα με τη ρήτρα 2 αυτής και το άρθρο 2 του Π.Δ/τος 164/2004 εκφεύγουν οι συμβάσεις που έχουν καταρτισθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων, υποστηριζομένου από τον ΟΑΕΔ, όπως στην προκειμένη περίπτωση. Επομένως είναι αβάσιμα τα όσα αντιθέτως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερο λόγο αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένως απέκλεισε την εφαρμογή του άρθρου 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920, ερμηνεύοντας εσφαλμένα τις διατάξεις των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος και της με αριθ. 1999/70 Οδηγίας, υπό το πρίσμα των όσων δέχθηκε το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε συναφείς υποθέσεις, και συνακόλουθα κατά την γνώμη της πλειοψηφίας ο λόγος αυτός πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος. Ένα μέλος όμως του Δικαστηρίου και δη ο Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Τζανάκης έχει τη γνώμη ότι ο ως άνω λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ είναι βάσιμος. Ειδικότερα, το μέλος αυτό έχει την ακόλουθη γνώμη: Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α` ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013). Με την κοινοτική οδηγία 1999/70/Ε.Κ., που εκδόθηκε από το Συμβούλιο της Ε.Ε., στις 28.6.1999, ύστερα από τη συμφωνία – πλαίσιο την οποία συνήψαν, στις 18-3-1999, οι διεπαγγελματικές οργανώσεις γενικού χαρακτήρα … (κωδ. ΕΕΔ 59.186 επ.), καταλαμβάνει και το δημόσιο τομέα και εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζόμενους με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, σε κάθε περίπτωση που υποκρύπτεται σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, καθορίζονται ως βασικοί στόχοι: α) η αποφυγή δυσμενών διακρίσεων εις βάρος των εργαζομένων ορισμένου χρόνου, αναφορικά με τις συνθήκες απασχόλησης, την προϋπηρεσία κ.λ.π. (ρήτρα 4) και β) η λήψη μέτρων από τα κράτη – μέλη για την αποφυγή καταχρήσεων κατά τη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (ρήτρα 5), με τη θέσπιση κανόνων που καθορίζουν αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων διαδοχικών συμβάσεων, τη μέγιστη συνολική διάρκειά τους, τον αριθμό των ανανεώσεων και τον, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους, προσδιορισμό, όταν χρειάζεται, των συνθηκών υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται “διαδοχικές” και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου. (βλ. ΟλΑΠ 18/2006 ΤΝΠ Νόμος).Ειδικότερα, ως προς την παραπάνω Οδηγία πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα: Κατά το άρθρο 1 της Oδηγίας 1999/70, αυτή αποσκοπεί στην “υλοποίηση της συμφωνίας-πλαισίου […], η οποία συνήφθη […] μεταξύ διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα (…)”. Κατά τη ρήτρα 1 της συμφωνίας-πλαισίου, σκοπός της συμφωνίας-πλαισίου είναι, αφενός, η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με τη διασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων και, αφετέρου, η καθιέρωση ενός πλαισίου για να αποτραπεί η κατάχρηση, που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Η ρήτρα 2 της συμφωνίας-πλαισίου, με τίτλο “Πεδίο εφαρμογής”, προβλέπει στο σημείο της 1 τα εξής:”Η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζομένους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική σε κάθε κράτος μέλος.” Η ρήτρα 3 της συμφωνίας-πλαισίου, που τιτλοφορείται “Ορισμοί”, προβλέπει τα εξής: “Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας: 1. ως “εργαζόμενος ορισμένου χρόνου” νοείται ένα πρόσωπο που έχει σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου συναφθείσα απευθείας μεταξύ του εργοδότη και του εργαζομένου, η λήξη της οποίας καθορίζεται από αντικειμενικούς όρους, όπως παρέλευση συγκεκριμένης ημερομηνίας, ολοκλήρωση συγκεκριμένου έργου ή πραγματοποίηση συγκεκριμένου γεγονότος. 2. ως “αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου” νοείται ο εργαζόμενος που έχει σύμβαση ή σχέση εργασίας αορίστου χρόνου στην ίδια επιχείρηση, και απασχολείται στην ίδια ή παρόμοια εργασία/απασχόληση, λαμβανομένων υπόψη των προσόντων ή των δεξιοτήτων […]”. Η ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου, με τίτλο “Αρχή της μη διάκρισης”, προβλέπει στο σημείο της 1: “Όσον αφορά τις συνθήκες απασχόλησης, οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζομένους αορίστου χρόνου μόνο επειδή έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, εκτός αν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.”. Η ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου απαγορεύει, γενικώς και απεριφράστως, οποιαδήποτε μη αντικειμενικώς δικαιολογημένη διαφορετική μεταχείριση των εργαζομένων με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, όσον αφορά τους όρους απασχολήσεως. Έτσι, το περιεχόμενό της είναι αρκούντως ακριβές ώστε να μπορούν να την επικαλεστούν οι ιδιώτες και να την εφαρμόσει το δικαστήριο (βλ.απόφαση της 22ας Απριλίου 2010, C-486/08, Zentralbetriebsrat der Landeskrankenhauser Tirols, σκέψη 24, βλ. Απόφαση της 22.10.2010, συν. υποθέσεις C-444/09 και C-456/09 … ). Εξάλλου, η απερίφραστη απαγόρευση την οποία επιβάλλει η ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας- πλαισίου δεν απαιτεί την έκδοση άλλης πράξεως των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, ενώ ουδόλως παρέχεται στα κράτη μέλη η ευχέρεια, κατά τη μεταφορά της ως άνω διατάξεως στο εσωτερικό δίκαιο, να εξαρτήσουν από προϋποθέσεις ή να περιορίσουν την έκταση της απαγορεύσεως που επιβάλλει όσον αφορά τις συνθήκες απασχολήσεως (βλ. Απόφαση της 22.10.2010, συν. υποθέσεις C-444/09 και C-456/09 …). Yπενθυμίζεται ότι, βάσει της ρήτρας 1, στοιχείο α’ , της συμφωνίας-πλαισίου, ένας από τους σκοπούς της είναι η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με τη διασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Ομοίως, η συμφωνία-πλαίσιο, όπως διευκρινίζεται στο τρίτο εδάφιο του προοιμίου της, “αναδεικνύει τη βούληση των κοινωνικών εταίρων να θεσπίσουν ένα γενικό πλαίσιο για τη διασφάλιση της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, προστατεύοντάς τους από τις διακρίσεις”. Η αιτιολογική σκέψη 14 της οδηγίας 1999/70 επισημαίνει συναφώς ότι σκοπός της συμφωνίας-πλαισίου είναι, μεταξύ άλλων, η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου διά του καθορισμού ελάχιστων προδιαγραφών που θα διασφαλίζουν την εφαρμογή της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων (απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2010, G. G. και I. T., C-444/09 και C-456/09, EU:C:2010:819, σκέψη 47• διατάξεις της 18ης Μαρτίου 2011, M. M., C-273/10, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:167, σκέψη 29, και της 9ης Φεβρουάριου 2012, L. M., C-556/11, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:67, σκέψη 34). Κατόπιν αυτών, σκοπός της ρήτρας 4 της συμφωνίας-πλαισίου είναι να εφαρμόσει την εν λόγω αρχή στους εργαζομένους με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου προκειμένου να εμποδίσει να χρησιμοποιηθεί μια τέτοια σχέση εργασίας από τον εργοδότη προκειμένου να στερήσει από τους εργαζομένους αυτούς δικαιώματα που αναγνωρίζονται στους εργαζομένους αορίστου χρόνου (αποφάσεις της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, D. C. A., C-307/05, EU:C:2007:509, σκέψη 37- της 22ας Δεκεμβρίου 2010, G. G. και I. T., C-444/09 και C-456/09, EU:C:2010:819, σκέψη 48• διατάξεις της 18ης Μαρτίου 2011, M. M., C-273/10, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:167, σκέψη 30, και της 9ης Φεβρουάριου 2012, L. M., C-556/11, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:67, σκέψη 35). Επομένως, δεδομένων των επιδιωκόμενων από τη συμφωνία-πλαίσιο σκοπών, η ρήτρα της 4 πρέπει να νοηθεί ως έκφραση μιας αρχής του κοινωνικού δικαίου της Ένωσης η οποία δεν μπορεί να ερμηνεύεται συσταλτικά (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, αποφάσεις της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, D. C. A., C-307/05, EU:C:2007:509, σκέψη 38- της 22ας Δεκεμβρίου 2010, G. G. και I. T., C-444/09 και C-456/09, EU:C:2010:819, σκέψη 49- διατάξεις της 18ης Μαρτίου 2011, M. M., C-273/10, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:167, σκέψη 31, και της 9ης Φεβρουάριου 2012, L. M., C-556/11, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:67, σκέψη 36).Περαιτέρω, η ρήτρα 5 της συμφωνίας-πλαισίου, με τίτλο “Μέτρα για την αποφυγή κατάχρησης”, ορίζει στο σημείο της 1: “Για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, συλλογικές συμβάσεις ή πρακτική, ή/και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαμβάνουν κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή/και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα μέτρα: α) αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας “.Η ρήτρα 8 της συμφωνίας-πλαισίου, με τίτλο Διατάξεις εφαρμογής “1. Τα κράτη μέλη ή/και οι κοινωνικοί εταίροι μπορούν να διατηρήσουν ή να εισαγάγουν ευνοϊκότερες διατάξεις για τους εργαζομένους από τις διατάξεις της παρούσας συμφωνίας. 2. Η παρούσα συμφωνία δεν θίγει άλλες ειδικότερες κοινοτικές διατάξεις και ιδιαίτερα τις κοινοτικές διατάξεις που αφορούν την ίση μεταχείριση και τις ίσες ευκαιρίες ανδρών και γυναικών. 3. Η εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση επαρκή αιτιολογία για την υποβάθμιση του γενικού επιπέδου προστασίας των εργαζομένων στον τομέα που καλύπτεται από την παρούσα συμφωνία….” Συνεπώς, από τη ρήτρα 8, σημείο 3, της συμφωνίας-πλαίσιο προκύπτει ότι η θέση σε εφαρμογή της συμφωνίας αυτής δεν μπορεί να αποτελεί για τα κράτη μέλη έγκυρη αιτιολογία για την υποβάθμιση του γενικού επιπέδου προστασίας των εργαζομένων που παρεχόταν προηγουμένως στην εσωτερική έννομη τάξη στον τομέα που καλύπτεται από την εν λόγω συμφωνία. Η λέξη “εφαρμογή”, που χρησιμοποιείται χωρίς άλλη διευκρίνιση στη ρήτρα 8, σημείο 3, της συμφωνίας- πλαίσιο, δεν μπορεί να αφορά μόνο την αρχική μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 1999/70 και, ιδίως, του παραρτήματός της που περιέχει τη συμφωνία-πλαίσιο, αλλά πρέπει να καλύπτει κάθε εθνικό μέτρο που αποσκοπεί στο να εγγυηθεί τη δυνατότητα επιτεύξεως του επιδιωκομένου από την οδηγία σκοπού, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων τα οποία, μετά την κυρίως ειπείν μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο, συμπληρώνουν ή τροποποιούν τους ήδη θεσπισθέντες εθνικούς κανόνες (βλ. ΔΕΚ 0144/2004 ΤΝΠ Νόμος). Εξάλλου, όπως προκύπτει από το γράμμα της ρήτρας 2, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου, το πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας αυτής ορίζεται κατά τρόπο ευρύ, με αναφορά γενικώς στους “εργαζομένους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας, όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική σε κάθε κράτος μέλος”. Επιπλέον, ο ορισμός της έννοιας των “εργαζομένων ορισμένου χρόνου”, κατά τη συμφωνία-πλαίσιο, όπως διατυπώνεται στη ρήτρα 3, σημείο 1, της συμφωνίας αυτής, καταλαμβάνει το σύνολο των εργαζομένων, χωρίς να κάνει διάκριση ανάλογα με τον δημόσιο ή ιδιωτικό χαρακτήρα του εργοδότη με τον οποίο συνδέονται και ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού της συμβάσεώς τους στο εσωτερικό δίκαιο [αποφάσεις της 4ης Ιουλίου 2006, Α. κ.λπ., C-212/04, EU:C:2006:443, σκέψη 56• της 13ης Μαρτίου 2014, M. S., C-190/13, EU:C:2014:146, σκέψη 38• της 3ης Ιουλίου 2014, F. κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψεις 28 και 29, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, M. κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 67, βλ. επισης Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επι της υποθέσεως C-16/15 M. E. P. L. S. M. S. (C. M.) ].Όσον αφορά την ερμηνεία της ρήτρας 5 της συμφωνίας-πλαισίου, υπενθυμίζεται ότι με τη ρήτρα αυτή επιδιώκεται η επίτευξη ενός από τους σκοπούς της ως άνω συμφωνίας-πλαισίου, και συγκεκριμένα η δημιουργία ορισμένου πλαισίου για τη διαδοχική χρησιμοποίηση συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία θεωρείται δυνητική πηγή καταχρήσεων σε βάρος των εργαζομένων, προβλέποντας τη θέσπιση ορισμένων διατάξεων ελάχιστης προστασίας προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να περιέρχονται οι μισθωτοί σε κατάσταση αβεβαιότητας (αποφάσεις της 4ης Ιουλίου 2006, Α. κ.λπ., C-212/04, EU:C:2006:443, σκέψη 63? της 23ης Απριλίου 2009, Α. κ.λπ., C-378/07 έως C-380/07, EU:C:2009:250, σκέψη 73? της 26ης Ιανουαρίου 2012, K., C-586/10, EU:C:2012:39, σκέψη 25• της 13ης Μαρτίου 2014, M. S., C-190/13, EU:C:2014:146, σκέψη 41• της 3ης Ιουλίου 2014, F. κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 54, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, M. κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 72, βλ. επισης Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επι της υποθέσεως C-16/15 M. E. P. L. S. M. S. (C. M.). Πράγματι, όπως τούτο προκύπτει από το δεύτερο εδάφιο του προοιμίου της συμφωνίας-πλαισίου καθώς και από τα σημεία 6 και 8 των γενικών παρατηρήσεων της εν λόγω συμφωνίας-πλαισίου, η σταθερότητα της απασχόλησης θεωρείται μείζον στοιχείο της προστασίας των εργαζομένων, ενώ μόνο σε ορισμένες περιστάσεις μπορούν οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου να ανταποκριθούν στις ανάγκες τόσο των εργοδοτών όσο και των εργαζομένων (αποφάσεις της 4ης Ιουλίου 2006, Α. κ.λπ., C-212/04, EU:C:2006:443, σκέψη 62• της 3ης Ιουλίου 2014, F. κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 55, και της 26ης Νοεμβρίου 2014, M. κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 73, βλ. Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επι της υποθέσεως C-16/15 M. E. P. L. S. M. S. (C. M. ).
Συνεπώς, προκειμένου να αποτραπεί η κατάχρηση των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, η ρήτρα 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου επιβάλλει στα κράτη μέλη τη λήψη ενός, τουλάχιστον, πραγματικού και δεσμευτικού μέτρου εξ αυτών που απαριθμούνται σε αυτήν, εφόσον το εθνικό τους δίκαιο δεν περιλαμβάνει ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα. Τα τρία συνολικώς μέτρα που απαριθμούνται στο σημείο 1, στοιχεία α’ έως γ’ , της εν λόγω ρήτρας αφορούν, αντιστοίχως, την ύπαρξη αντικειμενικών λόγων που δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, τη μέγιστη συνολική διάρκεια αυτών των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας και τον αριθμό των ανανεώσεών τους (βλ μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 23ης Απριλίου 2009, Α. κ.λπ., C-378/07 έως C-380/07, EU:C:2009:250, σκέψη 74? της 26ης Ιανουαρίου 2012, K., C-586/10, EU:C:2012:39, σκέψη 26• της 13ης Μαρτίου 2014, M. S., C-190/13, EU:C:2014:146, σκέψη 42, της 3ης Ιουλίου 2014, F. κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 56, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, M. κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 74, βλ. επισης Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επι της υποθέσεως C-16/15 M. E. P. L. S. M. S. (C. M.).Συναφώς, τα κράτη μέλη διαθέτουν περιθώριο εκτιμήσεως, εφόσον έχουν την ευχέρεια είτε να λάβουν ένα ή περισσότερα από τα μέτρα που απαριθμούνται στο σημείο 1, στοιχεία α’ έως γ’ , της ρήτρας αυτής είτε, ακόμη, να αρκεστούν σε υφιστάμενα ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες συγκεκριμένων κλάδων και/ή κατηγοριών εργαζομένων (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, F. κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 59 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, M. κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 75, βλ. επίσης Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επι της υποθέσεως C-16/15 M. E. P. L. S. M. S. (C. M.). Επομένως, η ρήτρα 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου επιτάσσει στα κράτη μέλη την επίτευξη γενικού σκοπού, δηλαδή της αποτροπής τέτοιων καταχρηστικών πρακτικών, παρέχοντάς τους τη δυνατότητα να επιλέξουν τα μέσα για την επίτευξή του, υπό την προϋπόθεση ότι αυτά δεν θα αντιβαίνουν προς τον σκοπό και δεν θα περιορίζουν την πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας-πλαισίου (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, F. κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 60, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, M. κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 76, βλ. επίσης Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επι της υποθέσεως C-16/15 M. E. P. L. S. M. S. (C. M.). Επιπλέον, όταν το δίκαιο της Ένωσης δεν προβλέπει ειδικές κυρώσεις για την περίπτωση κατά την οποία παρά ταύτα διαπιστώνονται καταχρηστικές πρακτικές, απόκειται στις εθνικές αρχές να λαμβάνουν μέτρα που πρέπει να είναι όχι μόνον αναλογικά, αλλά και αρκούντως αποτελεσματικά και αποτρεπτικά για να εξασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων που έχουν θεσπισθεί κατ’ εφαρμογήν της συμφωνίας-πλαισίου (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, F. κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 62 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, M. κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 77, βλ. επίσης Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επι της υποθέσεως C?16/15 M. E. P. L. S. M. S. (C. M. ).Καίτοι, εφόσον δεν υπάρχει σχετική ρύθμιση της Ένωσης, οι λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής τέτοιων κανόνων εμπίπτουν στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών μελών δυνάμει της αρχής της διαδικαστικής αυτονομίας των κρατών αυτών, εντούτοις δεν πρέπει να είναι λιγότερο ευνοϊκοί από αυτούς που διέπουν παρεμφερείς καταστάσεις εσωτερικής φύσεως (αρχή της ισοδυναμίας) ούτε να καθιστούν στην πράξη αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει η έννομη τάξη της Ένωσης (αρχή της αποτελεσματικότητας) (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, F. κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 63 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, M. κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 78). Επομένως, σε περίπτωση καταχρηστικής συνάψεως διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, πρέπει να υπάρχει δυνατότητα εφαρμογής μέτρου που να παρέχει αποτελεσματικές και ισοδύναμες εγγυήσεις για την προστασία των εργαζομένων, ώστε να επιβάλλονται οι δέουσες κυρώσεις και να εξαλείφονται οι συνέπειες της παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, F. κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 64 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, M. κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 79, βλ. επισης Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επι της υποθέσεως C-16/15 M. E. P. L. S. M. S. (C. M.). Εξάλλου, υπενθυμίζεται ότι δεν απόκειται στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) να αποφαίνεται επί της ερμηνείας των διατάξεων του εσωτερικού δικαίου, καθόσον τούτο αποτελεί έργο αποκλειστικά του αιτούντος δικαστηρίου ή, ενδεχομένως, των αρμόδιων εθνικών δικαστηρίων, τα οποία πρέπει να εξετάζουν εάν οι διατάξεις της εφαρμοστέας εθνικής ρυθμίσεως ανταποκρίνονται στις επιταγές της ρήτρας 5 της συμφωνίας-πλαισίου (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, F. κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 66 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, M. κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 81).
Συνεπώς, στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να εκτιμήσει εάν και κατά πόσον οι προϋποθέσεις εφαρμογής καθώς και η αποτελεσματική εφαρμογή των σχετικών διατάξεων του εσωτερικού δικαίου συνιστούν πρόσφορο μέτρο για την αποτροπή και, εν ανάγκη, την επιβολή κυρώσεων για την καταχρηστική σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, F. κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 67 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, M. κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 82). Περαιτέρω, από το άρθρο 249 παρ. 1,3 της Ενοποιημένης απόδοσης της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (πρώην άρθρο 189 παρ. 1, 3), προκύπτει σαφώς ότι οι Οδηγίες που εκδίδουν προς εκπλήρωση των καθηκόντων τους τα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο από κοινού με το Συμβούλιο, το Συμβούλιο ή η Eπιτροπή) αποτελούν παράγωγο Kοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος μέλος της Ενωσης στο οποίο απευθύνονται όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών. Έτσι οι Οδηγίες απευθύνονται όχι απ` ευθείας στους ιδιώτες θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις τους, αλλά μόνον προς τα κράτη μέλη της Ε.Ε., αφού μόνον αυτά έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος. Το κράτος μέλος που είναι αποδέκτης της οδηγίας, έχει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει το αποτέλεσμα αυτό μέσα στην τασσόμενη προθεσμία, με μέσα και τύπο όμως τα οποία το ίδιο θα επιλέξει (νόμο, προεδρικό διάταγμα, υπουργική απόφαση και εν γένει κανόνες δικαίου της εθνικής έννομης τάξης). Αν η Οδηγία περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους που δεν έχουν μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο, δεκτικούς απ` ευθείας εφαρμογής, δηλαδή οι διατάξεις της είναι χωρίς αιρέσεις, επιφυλάξεις, περιθώρια επιλογής και επαρκώς ακριβείς, ώστε να καθίσταται δυνατό στα εθνικά δικαστήρια να προσδιορίσουν το ακριβές περιεχόμενο του δικαιώματος, το δικαιούχο και τον υπόχρεο αυτού καθώς και τον τρόπο άσκησής του, τότε υπάρχει η δυνατότητα στους ιδιώτες να την επικαλεσθούν έναντι του κράτους. Εξάλλου, το άρθρο 10 Συνθ.Ε.Κ. υποχρεώνει όλες τις κρατικές λειτουργίες, άρα και τη δικαστική, στη λήψη γενικών ή ειδικών μέτρων, καταλλήλων να εξασφαλίσουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Συνθήκη, συμπεριλαμβανομένης βεβαίως και της μεταφοράς των Οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο και της σύμφωνης με το Kοινοτικό δίκαιο ερμηνείας του εθνικού δικαίου. Εξάλλου, σημειώνεται ότι η υποχρέωση σύμφωνης με τo Kοινοτικό Δίκαιο ερμηνείας (του εθνικού δικαίου), που απορρέει από την αρχή της υπεροχής του, υφίσταται και πριν την πάροδο της προθεσμίας προσαρμογής της νομοθεσίας των κρατών μελών στις απαιτήσεις της σχετικής Οδηγίας [βλ. Δ.Ε.Κ. Case 80/86, Criminal proceeding against Κ. N. B.V.(1987) ECR 3969, (1989) 2 CMLR 18, 88/1986 Ε.Δ.Κ.Α. 1988, 562, Case 14/1983, V. C. K. L. N. W. (1984) ECR 1891, (1986) 2 CMLR 430, βλ. επίσης Υποθέσεις C74/95 και 129/95 (1996) ECR I-6609, (1997) 1 CMLR 300). Εξάλλου, ο εθνικός νομοθέτης δεν έχει την εξουσία να μεταβάλει ούτε να παρερμηνεύει τις διατάξεις της Οδηγίας, διότι τότε παραβιάζει το κοινοτικό δίκαιο, το οποίο υπερισχύει κάθε άλλης αντίθετης διάταξης του εσωτερικού δικαίου κατ` άρθρο 28 παρ. 1 Σ., βάσει του οποίου η Ελλάδα προσχώρησε στις ευρωπαϊκές κοινότητες από 1.1.1981 δυνάμει της από 28.5. 1979 συνθήκης προσχωρήσεως της Ελλάδος στην Ε.Ο.Κ., που κυρώθηκε με το ν. 945/1979 (ΟλΑΠ. 23/1998 ΕλΔ 39, 793, Α.Π. 1330/2000 ΕλΔ 43, 387), ακόμη και του Συντάγματος κατά τα άρθρα 2, 10 (πρώην 5) της Ενοποιημένης Απόδοσης της Συνθήκης περί Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (Δ.Ε.Κ. 6/64 … II, 2, Δ.Ε.Κ. 34/73 … 88, 4, Δ.Ε.Κ. 106/77 … … 413, 7, Δ.Ε.Κ. 118/75 L. W. Α. B. 549, 5, Δ.Ε.Κ. 40/69 Ρ. B. H. H. O. 586, 2 ). Εξάλλου, όταν μια Οδηγία μεταφέρεται καθυστερημένα στο εσωτερικό δίκαιο του Κράτους Μέλους και οι σχετικές προβλέψεις της οδηγίας δεν έχουν άμεση εφαρμογή, τα εθνικά δικαστήρια είναι υποχρεωμένα να ερμηνεύσουν το εσωτερικό δίκαιο, όσο είναι δυνατόν, καθ’ ο χρόνο η προθεσμία της μεταφοράς έχει παρέλθει, υπό την σκοπιά της γραμματικής και τελολογικής ερμηνείας της Οδηγίας, με την πρόθεση να επιτευχθούν τα αποτελέσματα που σκοπεύει η Οδηγία, ευνοώντας την ερμηνεία των εθνικών κανόνων, οι οποίοι είναι περισσότερο σύμφωνοι με τον σκοπό, προκειμένου να επιτευχθεί ένα αποτέλεσμα συμβατό με τις προβλέψεις της Οδηγίας (ΔΕΚ C-212/04/47-2006). Στην ελληνική έννομη τάξη, ανεξάρτητα από το χρόνο ενσωμάτωσης της ως άνω οδηγίας, στις 2.4.2003 με το Π.Δ. 81/2003 και ως προς το δημόσιο τομέα με το Π.Δ. 164/2004, δηλαδή μετά την προβλεπόμενη από το άρθρο 2 παρ. 1 της οδηγίας, στις 10-7-2001 και την παράταση της προθεσμίας για ένα ακόμη έτος, η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, δια της προσχηματικής επιλογής της συμβάσεως ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπίζεται βασικά με το άρθρο 8 παρ. 3 ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, ως “ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο”, που εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή “οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, εάν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως αλλά ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου”. Κατά την παγιωθείσα στη νομολογία και τη θεωρία ερμηνεία της εν λόγω διάταξης, ενώ αυτή αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από τη μη τήρηση, από τον εργοδότη, των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της ως άνω κοινοτικής οδηγίας, αφού για την εφαρμογή της αρκεί και μία μόνο σύμβαση ορισμένου χρόνου αντί περισσότερων διαδοχικών συμβάσεων όπως απαιτεί η κοινοτική οδηγία. Τούτο δε, λαμβανομένου υπόψη ότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, που δεν αφορά μόνο το χαρακτηρισμό της ως εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ή έργου αλλά και το χαρακτηρισμό της ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατ’ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου. Έτσι, και κατ’ εφαρμογή του εθνικού δικαίου, είτε πρόκειται για προγενέστερες είτε μεταγενέστερες της οδηγίας διατάξεις, οι εθνικές αρχές, στα πλαίσια της συνεργασίας των κρατών – μελών με την Ευρωπαϊκή Ένωση και της διασφάλισης του πεδίου εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, κατά τα άρθρα 10, 249 παρ. 3 της Συνθ./Ε.Κ. και 28 του Συντάγματος, έχουν την υποχρέωση να εξασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα του Ευρωπαϊκού Κοινοτικού Δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των οδηγιών, έστω και αν αυτές δεν έχουν ακόμη μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο, εφόσον είναι αρκούντως ακριβείς και ανεπιφύλακτες ή στα σημεία που είναι ακριβείς και ανεπιφύλακτες. Τέλος, και κατά τις αναθεωρημένες διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, που τέθηκαν σε ισχύ από 17.4.2001 α) παρέχεται η δυνατότητα πρόσληψης προσωπικού με ιδιωτικού δικαίου σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου από το Δημόσιο, τα Ν.Π.Δ.Δ., τους Ο.Τ.Α. και από τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, εφόσον εκδοθεί ειδικός νόμος και οι ανάγκες κάλυψης είναι απρόβλεπτες, πρόσκαιρες και επείγουσες β) απαγορεύεται η μετατροπή από το νόμο των συμβάσεων αυτών σε αορίστου χρόνου, όταν οι καλυπτόμενες ανάγκες είναι τέτοιες, όπως παραπάνω, οπότε αν δεν είναι τέτοιες οι για την κάλυψη αυτών εκδοθέντες νόμοι, ένεκα συνταγματικής επιταγής, και οι γι’ αυτές προσλήψεις συνιστούν καταστρατήγηση των διατάξεων αυτών και των με βάση τις διατάξεις αυτές εκδοθέντων ειδικών νόμων γ) στην περίπτωση πρόσληψης προσωπικού για κάλυψη δήθεν απρόβλεπτων, πρόσκαιρων και επειγουσών αναγκών, πλην για κάλυψη πάγιων, μόνιμων και διαρκών αναγκών, εξ αντιδιαστολής, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις αυτές και οι κατ’ επιταγή αυτών εκδοθέντες ειδικοί νόμοι, αλλά οι διατάξεις που καλύπτουν τις συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου. Επομένως, από την απαγόρευση “μετατροπής” από το νόμο των συμβάσεων ορισμένου σε αορίστου χρόνου δεν συνάγεται και απαγόρευση για την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης, που δεν είναι “μετατροπή” αλλά ορθός χαρακτηρισμός της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία ή τη διοικητική διαδικασία υπό τον έλεγχο του ΑΣΕΠ (ΟλΑΠ 18/2006 Νόμος). Εξάλλου, από την απόφαση του ΔΕΚ της 23-4-2009, που επελήφθη των υποθέσεων 0378/07, C379/07 και C380/07 με αντικείμενο αιτήσεις εκδόσεως προδικαστικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, τις οποίες υπέβαλε το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνης, προκύπτουν τα ακόλουθα: α) ότι εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσον η δυνατότητα που προβλέπεται, στο άρθρο 8 παράγραφος 3, του νόμου 2112/1920 σχετικά με τη μετατροπή, στον δημόσιο τομέα, των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, όταν η σύμβαση καλύπτει στην πραγματικότητα πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη, μπορεί να συμβάλλει σε τέτοια αποτελεσματική πρόληψη της καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Αν το εν λόγω δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η εν λόγω διάταξη έχει το αποτέλεσμα αυτό, η διάταξη αυτή πρέπει να θεωρηθεί ως “ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο” κατά την έννοια της ρήτρας 5, σημείο 1, της συμφωνίας- πλαισίου, β) ότι αφού σκοπός της ρήτρας 5, σημείο 1, της συμφωνίας – πλαισίου είναι να επιβληθεί στα κράτη μέλη η υποχρέωση να διασφαλίσουν, στην εσωτερική έννομη τάξη, την αποτελεσματική πρόληψη της καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, η θέσπιση της εθνικής ρύθμισης για τη μεταφορά της συμφωνίας δεν μπορεί να καταλήγει να θίγει την αποτελεσματικότητα της εν λόγω πρόληψης, όπως διασφαλιζόταν προηγουμένως από ένα “ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο” κατά την έννοια της εν λόγω ρήτρας 5, σημείο 1, γ) ότι, αφού η ερμηνεία του εθνικού δικαίου εναπόκειται, σύμφωνα με τη νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 48 της απόφασης, αποκλειστικά και μόνο στα εθνικά δικαστήρια, τα εν λόγω δικαστήρια έχουν επίσης την υποχρέωση να εξακριβώνουν κατά πόσον οι παραπάνω τροποποιήσεις που επέφερε το προεδρικό διάταγμα 164/2004 στο προϊσχύον εθνικό δίκαιο, όπως είχε διαμορφωθεί με το άρθρο 8, παράγραφος 3, του νόμου 2112/1920, είχαν ως αποτέλεσμα τη μείωση της προστασίας των εργαζομένων που έχουν συνάψει σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, για την εξακρίβωση δε αυτή οφείλουν να συγκρίνουν τον βαθμό προστασίας που παρέχει καθεμία από τις εθνικές αυτές διατάξεις, δ) ότι το ΔΕΚ έχει δεχτεί ότι μια εθνική διάταξη που θεωρεί διαδοχικές μόνον τις συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου μεταξύ των οποίων μεσολαβεί ορισμένο χρονικό διάστημα κατώτερο ή ίσο των 20 εργασίμων ημερών πρέπει να θεωρηθεί ότι μπορεί να διακυβεύσει το αντικείμενο, τον σκοπό και την πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας – πλαισίου. Συγκεκριμένα, ένας τόσο αυστηρός και περιοριστικός ορισμός του διαδοχικού χαρακτήρα των συμβάσεων εργασίας που συνάπτονται η μία κατόπιν της άλλης θα καθιστούσε δυνατή την επί πολλά έτη προσωρινή απασχόληση των εργαζομένων, αφού, στην πράξη, ο εργαζόμενος δεν θα είχε στις περισσότερες περιπτώσεις άλλη επιλογή από το να δεχθεί διακοπές της τάξης των 20 εργάσιμων ημερών στο πλαίσιο μιας αλυσίδας συμβάσεων που τον συνδέουν με τον εργοδότη του. Το ΔΕΚ έχει δεχτεί επίσης ότι η ρύθμιση, η οποία αναγνωρίζει ως “διαδοχικές” μόνο τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου μεταξύ των οποίων μεσολαβούν διαστήματα μικρότερα των τριών μηνών, δεν είναι, καθαυτή, τόσο αυστηρή και περιοριστική. Οι εθνικές αρχές και τα εθνικά δικαστήρια πάντως που έχουν αρμοδιότητα για την εφαρμογή των μέτρων μεταφοράς της οδηγίας 1999/70 και της συμφωνίας – πλαισίου και καλούνται επομένως να αποφαίνονται επί του χαρακτηρισμού των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου οφείλουν να εξετάζουν σε κάθε περίπτωση όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τον αριθμό των εν λόγω διαδοχικών συμβάσεων που έχουν συναφθεί με το ίδιο πρόσωπο ή για την εκτέλεση της ίδιας εργασίας, προκειμένου να αποκλείουν το ενδεχόμενο να χρησιμοποιούνται καταχρηστικά από τους εργοδότες οι σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, ε) ότι κατά τη νομολογία του ΔΕΚ, από τη συνδυασμένη εφαρμογή των άρθρων 10, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ και 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ και της σχετικής οδηγίας προκύπτει ότι, κατά τη διάρκεια της προθεσμίας μεταφοράς μιας οδηγίας, τα κράτη μέλη αποδέκτες της οφείλουν να απέχουν από τη θέσπιση διατάξεων ικανών να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο την επίτευξη του αποτελέσματος που επιδιώκει η οδηγία αυτή. Δεν έχει σημασία από την άποψη αυτή αν η επίμαχη διάταξη του εθνικού δικαίου, η οποία θεσπίστηκε μετά την έναρξη της ισχύος της σχετικής οδηγίας, έχει ως σκοπό τη μεταφορά της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο, κατά συνέπεια, όλες οι αρχές των κρατών μελών έχουν την υποχρέωση να εξασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, ακόμη και όταν οι αρχές αυτές προβαίνουν σε αναθεώρηση του Συντάγματος. Από τα ανωτέρω συνάγονται τα ακόλουθα: α) ότι η διαμόρφωση στο εσωτερικό δίκαιο όρων που καθορίζουν ποσοτικούς περιορισμούς στον ορισμό της διαδοχικότητας των συμβάσεων ορισμένου χρόνου είναι αντίθετη με τους σκοπούς της Κοινοτικής Οδηγίας, υπό την έννοια ότι έτσι καθίσταται δυνατή η καταστρατήγηση της προστασίας που το άρθρο 5 θέλει να παράσχει στους εργαζόμενους (βλ. ανωτέρω απόφαση ΔΕΚ, ιδίως παρ.84 – 88), β) ότι τα εθνικά δικαστήρια έχουν την υποχρέωση να εξασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα του Ευρωπαϊκού Κοινοτικού Δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των οδηγιών γ) ότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης αποτελεί αντικείμενο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων. Κατά λογική συνέπεια, αντίθετη στο πνεύμα της ανωτέρω Κοινοτικής Οδηγίας είναι και η θέση στο εσωτερικό δίκαιο περιορισμών όχι μόνο ποσοτικού, αλλά και ποιοτικού χαρακτήρα για τον αποκλεισμό βοιωτικών σχέσεων που υποκρύπτουν εργασιακές συμβάσεις. Ειδικότερα, με την Κοινοτική Οδηγία, ο Κοινοτικός Νομοθέτης είχε την πρόθεση να θέσει φραγμούς σε κάθε περίπτωση που ο εργοδότης εκμεταλλευόμενος την ασθενέστερη θέση του εργαζόμενου κατά την διαπραγμάτευση των όρων εργασίας του δημιουργεί περιβάλλον καταστρατήγησης των υποχρεώσεων που επιβάλει μια σχέση εργασίας αορίστου χρόνου. Kατ’ ακολουθία, ενόψει των ανωτέρω, εφόσον η πρόσληψη του εργαζόμενου έγινε προσχηματικά για την κάλυψη έκτακτων και απρόβλεπτων αναγκών, στην πραγματικότητα όμως για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών, η άσκηση του διευθυντικού αυτού δικαιώματος ως εργοδότη εκ μέρους των οργάνων του γίνεται προς καταστρατήγηση των από το άρθρο 8 παρ.1 του Ν.2112/1920 δικαιωμάτων των εργαζομένων που απορρέουν από τις διατάξεις για την υποχρεωτική καταγγελία της υπαλληλικής σύμβασης, κατά προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του διευθυντικού αυτού δικαιώματος, και ως εκ τούτου είναι καταχρηστική κατ’ άρθρο 281 ΑΚ (ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 18/2006 και ΑΠ 816/ 2011). Τέλος, θα πρέπει ως προς το άρθρο 8 του Ν.2112/1920 να αναφερθούν επίσης τα ακόλουθα: Στο ισχύον δίκαιο το άρθρο 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 έχει υπεροχή έναντι του δικαίου των π.δ. 81/2003, 164/2004 και 180/2004 . Την υπεροχή του ορίζει ρητά η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 π.δ. 81/2003, που παραμένει σε ισχύ μετά την τροποποίησή του με τα π.δ. 180 και 164/2004, “το διάταγμα αυτό δεν θίγει ευνοϊκότερες για τους εργαζόμενους γενικώς ρυθμίσεις ή ευνοϊκότερες ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με αναπηρίες”. Επομένως, υπερισχύει η ρύθμιση του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920, σε όσα θέματα είναι ευνοϊκότερη των ρυθμίσεων του π.δ. 81/2003 όπως ισχύει σήμερα. Το άρθρο 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 δεν γνωρίζει εξαιρέσεις, ούτε θέτει χρονικούς ή άλλους περιορισμούς για την αποτελεσματική προστασία των εργαζομένων. Για τις εργασιακές σχέσεις που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του π.δ. 164/2004 η υπερίσχυση της ευνοϊκότερης ρύθμισης του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 προκύπτει από την, ομοίου περιεχομένου προς την του άρθρου 8 παρ. 1 π.δ. 81/2003, διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 π.δ. 164/2004: “Το παρόν διάταγμα δεν θίγει ρυθμίσεις ευνοϊκότερες για τους εργαζομένους εν γένει, καθώς και για τους εργαζομένους με αναπηρίες”. Υπερισχύει, επομένως, η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920, για όσα θέματα είναι ευνοϊκότερη των ρυθμίσεων του π.δ. 164/2004, που θεσπίζουν εξαιρέσεις και θέτουν χρονικές και άλλες προϋποθέσεις για την προστασία των εργαζομένων. Οι δύο επιφυλάξεις υπέρ των ευνοϊκότερων για τους εργαζομένους ρυθμίσεων βρίσκονται σε αρμονία και με την αρχή της ευνοϊκότερης ρύθμισης που καθιερώνει το άρθρο 137 παρ. 5 Συνθ.Ε.Ε. (“οι διατάξεις που θεσπίζονται δυνάμει του παρόντος άρθρου (κοινοτικών Οδηγιών) δεν εμποδίζουν την εκ μέρους των κρατών – μελών διατήρηση ή θέσπιση αυστηρότερων προστατευτικών μέτρων τα οποία συμβιβάζονται με την παρούσα Συνθήκη”) και επιβεβαιώνει το άρθρο 8 παρ. 1 της Οδηγίας 1999/70. Στο βαθμό, τέλος, που τα π.δ. 81/2003, 164/2004 και 180/2004 χειροτερεύουν – υποβαθμίζουν την προστασία που παρέχει στους εργαζομένους η Οδηγία 1999/70 παραβιάζεται η απαγόρευση χειροτέρευσης, που περιέχεται στο άρθρο 8 παρ. 3 της Οδηγίας. Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη από 20.5.2010 και με αριθ. κατάθ. 1122…/2010 αγωγή η ήδη αναιρεσείουσα [10η ενάγουσα επί συνόλου ένδεκα εναγόντων] εξέθετε ότι στις 19.4.2007 συνυπέγραψε με τον μη διάδικο Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ) το υπό την αυτή χρονολογία “συμφωνητικό συνεργασίας” δεκαοκτάμηνης διάρκειας, στο πλαίσιο σχετικού προγράμματος κατάρτισης ανέργων (πρόγραμμα stage), στο οποίο συμμετείχε ως φορέας υλοποίησης αυτού το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, για δήθεν απόκτηση εργασιακής εμπειρίας. Ότι πραγματικός εργοδότης αυτής ήταν το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, στο οποίο από την κατάρτιση του εν λόγω συμφωνητικού με τον ΟΑΕΔ παρείχε την εργασία της. Ότι ειδικότερα αυτή τοποθετήθηκε στη ΔΟΥ …, όπου της ανατέθηκαν καθήκοντα διοικητικού υπαλλήλου ίδια με εκείνα των μονίμων υπαλλήλων, συνιστάμενα στην παραλαβή και ευρετηριασμό αρχικά δηλώσεων δωρεάς και κληρονομίας και στη συνέχεια στην παραλαβή, έλεγχο και έκδοση διπλοτύπων στις δηλώσεις … με χρήση κωδικού στο ηλεκτρονικό σύστημα, έλεγχο δηλώσεων γονικών παροχών, κληρονομίας, βεβαίωση φόρων ή έκδοση προστίμων κλπ, καλύπτοντας έτσι πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, το οποίο δια των οργάνων του καθόριζε τον τόπο, χρόνο και τρόπο παροχής της εργασίας της, ασκώντας διαρκή έλεγχο και εποπτεία αυτής. Ότι μετά τη λήξη του αρχικού χρόνου απασχόλησης στις 2.12.2008 η σύμβαση ανανεώθηκε για ένα ακόμη δεκαοκτάμηνο από 28.1.2009 μέχρι τις 28.7.2010, οπότε το εναγόμενο έπαυσε πλέον να δέχεται τις υπηρεσίες της, καταγγέλλοντας με τον τρόπο αυτό σιωπηρά τη σύμβαση, χωρίς την τήρηση των νομίμων προϋποθέσεων. Ότι συνακόλουθα οι συμβάσεις της με το εναγόμενο έφεραν τον χαρακτήρα σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού καταρτίσθηκαν κατ’ επίφαση γι’ απόκτηση επαγγελματικής εμπειρίας και στην πραγματικότητα για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του εναγομένου. Ότι κατά τη διάρκεια των ως άνω συμβάσεων που απασχολήθηκε αμειβόταν με το ποσό των 25 ευρώ ημερησίως μεικτά για κάθε ημέρα απασχόλησης, ποσό που αντιστοιχούσε σε 500 ευρώ ημερησίως, ποσό που ήταν κατώτερο από τα ελάχιστα όρια αποδοχών για έγγαμη, ως η ενάγουσα, που προέβλεπαν οι τότε ισχύουσες Εθνικές Γενικές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, ενώ το εναγόμενο δεν της κατέβαλλε τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, ούτε τις αποδοχές αδείας, με συνέπεια να της οφείλει για την αιτία αυτή το συνολικό ποσό των 16.814,16 ευρώ. Ότι επικουρικά, εφόσον ήθελε κριθεί ότι η σύμβαση εργασίας της ήταν άκυρη, το εναγόμενο της οφείλει τα ίδια ποσά με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, δεδομένου ότι από την εργασία της αυτή έγινε πλουσιότερο χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της περιουσίας της κατά τα εν λόγω ποσά, τα οποία θα κατέβαλε σε άλλον μισθωτό της ειδικότητάς της, τον οποίο θα απασχολούσε υπό τις αυτές συνθήκες απασχόλησης και εργασίας. Ζήτησε δε, κατά την κύρια βάση της αγωγής, επικαλούμενη τη διάταξη του άρθρου 8 παρ.3 του ν. 2112/1920, ερμηνευόμενης σύμφωνα με τη ρήτρα 5 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και την ατελή εφαρμογής της Οδηγίας στην ελληνική έννομη τάξη με το άρθρο 7 του Π.Δ/τος 164/2004 προβλέποντος μη αποτελεσματικά μέτρα για την ενσωμάτωση αυτής, να αναγνωρισθεί ότι αυτή εξ υπαρχής συνδεόταν με το εναγόμενο με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ν’ αναγνωρισθεί περαιτέρω η ακυρότητα της σιωπηράς καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αυτής, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να την απασχολεί στην προηγούμενη αυτής θέση, καταβάλλοντας τις αποδοχές μονίμου υπαλλήλου με απειλή χρηματικής ποινής ύψους 300 ευρώ για κάθε ημέρα απασχόλησης και επικουρικά να υποχρεωθεί να της καταβάλει το ποσό των 1.898,21 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης, και επικουρικά να υποχρεωθεί το εναγόμενο, με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης, άλλως με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό να της καταβάλει το ανωτέρω ποσό για διαφορές αποδοχών. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την με αριθ. 623/2012 απόφασή του απέρριψε στο σύνολό της ως μη νόμιμη την αγωγή, μετά δε την άσκηση της από 10.9.2012 και με αριθ. κατάθ. 5896/2012 έφεσης όλων των εναγόντων (περιλαμβανομένης της ήδη αναιρεσείουσας) το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ’ ουσία την ως άνω έφεση. Ειδικότερα, όσον αφορά την κύρια βάση της αγωγής, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση του έκρινε ότι αυτή δεν ήταν νόμιμη για το λόγο ότι με βάση τα εκτιθέμενα σε αυτήν, η αρχική σύμβαση της ήδη αναιρεσείουσας συνήφθη το έτος 2007 μετά την έναρξη ισχύος των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος που προστέθηκαν με την Αναθεώρηση του έτους 2001 και που απαγορεύουν ακόμη και με νόμο την μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου προσωπικού ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου, ακόμη και σε περίπτωση που αυτοί καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, με συνέπεια υπό την ισχύ των ως άνω διατάξεων και του άρθρου 21 του Ν. 2194/1994 να μην μπορεί να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920. Επίσης έκρινε ότι ούτε μέσω των διατάξεων της Οδηγίας 1999/70 και των εφαρμοστικών αυτής διατάξεων των Π.Δ/των 81/2003 και 164/2004, η αγωγή ήταν νόμιμη, καθότι η σύμβαση της ήδη αναιρεσείουσας, στο πλαίσιο προγραμμάτων για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων με τη συμμετοχή του ΟΑΕΔ, βάσει του οποίου παρείχε τις υπηρεσίες της η αναιρεσείουσα στο ελληνικό δημόσιο, έχουν εξαιρετικό χαρακτήρα και δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, ακόμη και αν οι συμμετέχοντες (ενάγοντες) στα προγράμματα αυτά κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, ώστε και υπό την ισχύ των πιο πάνω ρυθμίσεων να μην είναι δυνατή η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ως προς την απόρριψη της αγωγής ως μη νόμιμης, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ.1, 3 και 8 του ν.2112/1920, ως ισοδύναμου νομοθετικού μέτρου προς την Κοινοτική Οδηγία 1999/70/ΕΚ, και 20 του ν. 2639/1998. Σύμφωνα όμως με τα όσα εκτέθηκαν αναλυτικά στη μείζονα σκέψη της μειοψηφίας, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.1εδ.α ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Kαι τούτο, γιατί, κατά τα εκτεθέντα αναλυτικά παραπάνω, ως προς την ορθή ερμηνεία της Οδηγίας και των εθνικών διατάξεων: α) η διαμόρφωση στο εσωτερικό δίκαιο όρων που καθορίζουν ποσοτικούς περιορισμούς στον ορισμό της διαδοχικότητας των συμβάσεων ορισμένου χρόνου είναι αντίθετη με τους σκοπούς της Κοινοτικής Οδηγίας, υπό την έννοια ότι έτσι καθίσταται δυνατή η καταστρατήγηση της προστασίας που το άρθρο 5 θέλει να παράσχει στους εργαζόμενους, β) τα εθνικά δικαστήρια έχουν την υποχρέωση να εξασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα του Ευρωπαϊκού Κοινοτικού Δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των οδηγιών γ) ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης αποτελεί αντικείμενο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων. Ειδικότερα, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός έννομων σχέσεων και καταστάσεων αποτελεί κατ` εξοχήν έργο των δικαστηρίων, αποτελεί δηλαδή ένα από τα βασικά στοιχεία της δικαιοδοτικής λειτουργίας. Τούτο μάλιστα ισχύει, όπως εκτέθηκε, ακόμα και στις περιπτώσεις που ορισμένος νομικός χαρακτηρισμός γίνεται βάσει νόμου. Χωρίς το στοιχείο αυτό, δηλαδή το ελεύθερο νομικό χαρακτηρισμό συμβατικών σχέσεων, καταστάσεων, παροχών κ.λπ., τα δικαστήρια δεν μπορούν να επιτελέσουν την ανατεθειμένη σ` αυτά από το Σύνταγμα λειτουργία (άρθρο 87 παρ. 2 Σ.), κατοχυρώνοντας παράλληλα και τη λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστών (βλ. 3/2001 απόφαση Α.Ε.Δ., βλ. σχετικά με την αναγνώριση της ελευθερίας των δικαστηρίων να προβαίνουν στον ορθό νομικό χαρακτηρισμό, αγνοώντας μάλιστα το νομικό χαρακτηρισμό που επιβάλλει ο νομοθέτης Α.Π. 6/2001 ΕΕργΔ 2001, 403, ΟλΑΠ 18/2006 ΤΝΠ Νομος, Α.Π. 141/2000 ΕΕργΔ 2001,406 ). Κατά λογική συνέπεια, αντίθετη στο πνεύμα της ανωτέρω Κοινοτικής Οδηγίας είναι και η θέση στο εσωτερικό δίκαιο περιορισμών όχι μόνο ποσοτικού, αλλά και ποιοτικού χαρακτήρα για τον αποκλεισμό βιοτικών σχέσεων, που υποκρύπτουν εργασιακές συμβάσεις. Ειδικότερα, με την Κοινοτική Οδηγία, ο Κοινοτικός Νομοθέτης είχε την πρόθεση να θέσει φραγμούς σε κάθε περίπτωση που ο εργοδότης εκμεταλλευόμενος την ασθενέστερη θέση του εργαζόμενου κατά την διαπραγμάτευση των όρων εργασίας του δημιουργεί περιβάλλον καταστρατήγησης των υποχρεώσεων που επιβάλει μια σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, δ) στην ελληνική έννομη τάξη, ανεξάρτητα από το χρόνο ενσωμάτωσης της ως άνω οδηγίας, στις 2.4.2003 με το Π.Δ. 81/2003 και ως προς το δημόσιο τομέα με το Π.Δ. 164/2004, δηλαδή μετά την προβλεπόμενη από το άρθρο 2 παρ. 1 της οδηγίας, στις 10-7-2001 και την παράταση της προθεσμίας για ένα ακόμη έτος, η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, δια της προσχηματικής επιλογής της συμβάσεως ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπίζεται με το άρθρο 8 παρ. 3 ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, ως “ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο”, που εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα (βλ. ΟλΑΠ 18/2006, ΔΕΚ C-378/2007). Επομένως, από την απαγόρευση “μετατροπής” από το νόμο των συμβάσεων ορισμένου σε αορίστου χρόνου δεν συνάγεται και απαγόρευση για την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης, που δεν είναι “μετατροπή” αλλά ορθός χαρακτηρισμός της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ε) υφίσταται η υποχρέωση σύμφωνης με τo Kοινοτικό Δίκαιο ερμηνείας (του εθνικού δικαίου), που απορρέει από την αρχή της υπεροχής του, υφίσταται και πριν την πάροδο της προθεσμίας προσαρμογής της νομοθεσίας των κρατών μελών στις απαιτήσεις της σχετικής Οδηγίας. Περαιτέρω, κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, κατά τη νομολογία του ΔΕΚ, από τη συνδυασμένη εφαρμογή των άρθρων το, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ και 249, τρίτο εδάφιο ΕΚ και της σχετικής Οδηγίας προκύπτει ότι, κατά τη διάρκεια της προθεσμίας μεταφοράς μίας Οδηγίας, τα κράτη μέλη αποδέκτες της οφείλουν να απέχουν από τη θέσπιση διατάξεων ικανών να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο την επίτευξη του αποτελέσματος που επιδιώκει η οδηγία αυτή (απόφαση της 8ης Μαΐου 2003, C-14/02, ATRAL, Συλλογή 2003, σ. I – 4431, σκέψη 58]. Δεν έχει σημασία από την άποψη αυτή αν η επίμαχη διάταξη του εθνικού δικαίου, η οποία θεσπίστηκε μετά την έναρξη της ισχύος της σχετικής οδηγίας, έχει ως σκοπό τη μεταφορά της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο. Κατά συνέπεια, όλες οι αρχές των Κρατών Μελών έχουν την υποχρέωση να εξασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότατα των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, ακόμη και όταν οι αρχές αυτές προβαίνουν σε αναθεώρηση του Συντάγματος (ΔΕΚ C – 378/2007, Νόμος). Κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, ο εθνικός νομοθέτης δεν έχει την εξουσία να μεταβάλει ούτε να παρερμηνεύει τις διατάξεις της Οδηγίας, διότι τότε παραβιάζει το κοινοτικό δίκαιο, το οποίο υπερισχύει κάθε άλλης αντίθετης διάταξης του εσωτερικού δικαίου κατ` άρθρο 28 παρ. 1 Σ., βάσει του οποίου η Ελλάδα προσχώρησε στις ευρωπαϊκές κοινότητες από 1.1.1981 δυνάμει της από 28.5. 1979 συνθήκης προσχωρήσεως της Ελλάδος στην Ε.Ο.Κ., που κυρώθηκε με το ν. 945/1979 (ΟλΑΠ. 23/1998 ΕλΔ 39, 793, Α.Π. 1330/2000 ΕλΔ 43, 387), ακόμη και του Συντάγματος κατά τα άρθρα 2, 10 (πρώην 5) της Ενοποιημένης Απόδοσης της Συνθήκης περί Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. ζ) Οι εθνικές αρχές και τα εθνικά δικαστήρια πάντως που έχουν αρμοδιότητα για την εφαρμογή των μέτρων μεταφοράς της οδηγίας 1999/70 και της συμφωνίας – πλαισίου και καλούνται επομένως να αποφαίνονται επί του χαρακτηρισμού των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου οφείλουν να εξετάζουν σε κάθε περίπτωση όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τον αριθμό των εν λόγω διαδοχικών συμβάσεων που έχουν συναφθεί με το ίδιο πρόσωπο ή για την εκτέλεση της ίδιας εργασίας, προκειμένου να αποκλείουν το ενδεχόμενο να χρησιμοποιούνται καταχρηστικά από τους εργοδότες οι σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, η) Οπως εκτέθηκε, οι διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 του ΑΚ και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, που εφαρμόζονται για όλους τους εργαζόμενους με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν εργάζονται στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα και καθιερώνουν “ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο” του εθνικού μας δικαίου, για την πρόληψη και αποφυγή καταχρήσεων, κατά την έννοια της ρήτρας 5 της συμφωνίας πλαισίου, που συνήψαν στις 18.3.1999 οι διεπαγγελματικές οργανώσεις γενικού χαρακτήρα …, για την υλοποίηση της οποίας εκδόθηκε η ανωτέρω οδηγία, παρέχουν προστασία στους εργαζομένους από τις καταχρήσεις του είδους που προαναφέρθηκαν, με το να καθιερώνουν την αρχή ότι ο χαρακτηρισμός που έδωσαν στη σύμβαση οι συμβαλλόμενοι δεν είναι δεσμευτικός αλλά ο ορθός χαρακτηρισμός της σύμβασης εργασίας, ως σύμβασης ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δίδεται από το δικαστήριο από τη φύση της συγκεκριμένης σύμβασης. Μάλιστα, η προστασία αυτή είναι πληρέστερη εκείνης της ανωτέρω Κοινοτικής Οδηγίας, αφού κατά την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων του εθνικού δικαίου, έχει παγιωθεί η ερμηνεία ότι, μπορεί η σύμβαση να θεωρηθεί αόριστου χρόνου, έστω και αν μία μόνο σύμβαση που προσχηματικά ονομάσθηκε ορισμένου χρόνου, καταρτίσθηκε. Εμπόδιο για την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων για τους απασχολούμενους στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα δεν αποτελούν οι διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος (που προστέθηκε με την αναθεώρηση του 2001), αφού αυτές απαγορεύουν τη μετατροπή συμβάσεων προσωπικού που προσλήφθηκε με σύμβαση εργασίας ή έργου για την κάλυψη πρόσκαιρων ή απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών, σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, όχι όμως και την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης, ως αόριστης χρονικής διάρκειας, όταν με αυτήν καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεδομένου μάλιστα ότι κατά το Σύνταγμα (άρθρο 103 παρ. 3 και 8 εδ. β’ ) προβλέπονται περιπτώσεις πρόσληψης προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου, προς κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών. Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου δεν μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ` ορθό νομικό, χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις αορίστου χρόνου μετά την ως άνω συνταγματική μεταρρύθμιση, θα είχε ως συνέπεια την παραβίαση της διάκρισης των εξουσιών και θα προσέβαλε την λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστών και θα ματαίωνε τον σκοπό της Οδηγίας, η οποία -σημειωτέο -ως κοινοτικό δίκαιο υπερέχει του εθνικού δικαίου και αποσκοπεί στην αποτροπή της κατάχρησης που μπορεί να προκύψει από την χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Περαιτέρω ενόψει της ισχύος του άρθρου 8 του ν. 2112/1920 ως ισοδυνάμου νομοθετικού μέτρου, τούτο έχει εφαρμογή τόσο ως προς τους εργαζόμενους που οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που είχαν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του αναθεωρημένου άρθρου 103 Σ και συνεχίσθηκαν και μετά την 18.04.2001, όσο και ως προς αυτούς που οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου, που είχαν συναφθεί μετά την έναρξη ισχύος του ως άνω αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος. Eνόψει των όσων εκτέθηκαν αναλυτικά παραπάνω, το Εφετείο Αθηνών έπρεπε να δεχθεί την αγωγή ως νόμιμη κατά την κυρία αυτής βάση, εφαρμόζοντας τις διατάξεις της παραπάνω αναφερομένης Οδηγίας και το άρθρο 8 ν. 2112/1920, ως ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο, αναγνωρίζοντας, ως αποτελούσες ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, τις συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που έχουν συναφθεί μετά την έναρξη ισχύος του ως άνω αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος. Ως εκ τούτου, στη προκειμένη περίπτωση, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της μειοψηφίας, η παραπάνω Οδηγία και το άρθρο 8 ν. 2112/1920 έχουν εφαρμογή και στις συμβάσεις ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν και μετά την 18.04.2001 και αφορούν την αναιρεσείουσα, που προσλήφθηκαν κατά την αναφερόμενη στην αγωγή ημερομηνία του έτους 2007, δηλαδή μετά την ισχύ του του αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος και υπό την ισχύ του ΠΔ 164/2004, του οποίου πάντως οι διατάξεις είναι ανίσχυρες των διατάξεων της ως άνω Οδηγίας στο βαθμό, που χειροτερεύουν την προστασία την παρεχόμενη από την Οδηγία, η οποία ως κοινοτικό Δίκαιο υπερέχει του Εθνικού Δικαίου. Κατ’ ακολουθία των παραπάνω, το Εφετείο Αθηνών, που έκρινε μη νόμιμη την ένδικη αγωγή, στην οποία εξετίθετο οι επίμαχες διαδοχικές σχέσεις εργασίας της αναιρεσείουσας που κάλυπτε μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσιβλήτου, ενώ ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείτο από τη φύση αυτής, αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των, ως τέτοιων αορίστου χρόνου, δικαιωμάτων της αναιρεσείουσας και ως εκ τούτου έγινε κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος του αναιρεσίβλητου, παραβίασε της ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 10 εδ. Β’ ΕΚ και 249 εδ. Γ ΕΚ, της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, άρθρων 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 του ΑΚ και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος. Επομένως, κατά τη γνώμη της μειοψηφίας, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.1 εδ α ΚΠολΔ είναι βάσιμος.
Η από τα άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ. β` του Συντάγματος επιβαλλόμενη αρχή της ίσης μισθολογικής μεταχείρισης των εργαζομένων προϋποθέτει οι εργαζόμενοι αυτοί, αφενός μεν να έχουν τα ίδια προσόντα και να εργάζονται κάτω από τις ίδιες συνθήκες, αφετέρου δε να τελούν κάτω από το ίδιο νομικό καθεστώς εργασίας (ΑΠ 1450/2017, ΑΠ 509/2016, ΑΠ 933/2015, ΑΠ 883/2014) και κατά συνέπεια προϋποθέτει εργαζομένους της ίδιας κατηγορίας (ΑΠ 25/2018, ΑΠ 1052/2018, ΑΠ 109/2017, ΑΠ 1805/2017). Επομένως η έχουσα το προαναφερόμενο περιεχόμενο αγωγή, αναφορικά με την επιδίκαση των μισθολογικού χαρακτήρα διαφορών, ως προς τη βάση αυτής για παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, είναι μη νόμιμη διότι αυτή προϋποθέτει, εκτός των άλλων και παροχή εργασίας υπό το αυτό νομικό καθεστώς, πράγμα το οποίο δεν συνέβαινε εν προκειμένω, αφού με βάση τα εκτιθέμενα σ’ αυτήν η ενάγουσα αφενός μεν είχε προσληφθεί με σύμβαση προς απόκτηση εργασιακής εμπειρίας στο πλαίσιο σχετικού προγράμματος του ΟΑΕΔ, γνωρίζοντας ότι θα απασχολείτο για τη κάλυψη πάγιων και διαρκών του φορέα παροχής της εργασίας της, αφετέρου δε η πρόσληψη αυτής έλαβε χώρα, χωρίς να τηρηθεί η νόμιμη διαδικασία για την πρόσληψη προσωπικού, είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή υπό τον έλεγχο της ανεξάρτητης αρχής.
Συνεπώς το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και συγκεκριμένα δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις επικαλούμενες στο αναιρετήριο ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1, 22 παρ.1 του Συντάγματος, 288 του ΑΚ και 119 της συνθήκης της ΕΟΚ [ήδη άρθρο 157 ΣΛΕΕ] και συνεπώς ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Με τη διάταξη του άρθρου 904 εδ. α του ΑΚ ορίζεται ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια και με τη διάταξη του άρθρου 908 εδ α του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι ο λήπτης υποχρεούται να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε απ’ αυτό. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι επί παροχής εργασίας υπό άκυρη για οιονδήποτε λόγο σύμβαση, ο εργοδότης υποχρεούται, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος, στην απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού) που αποκόμισε από την εργασία του μισθωτού, ανεξαρτήτως της ζημίας του τελευταίου ή της από τον τελευταίο γνώσης της ακυρότητας της σύμβασης εργασίας αυτού, με την επιφύλαξη τυχόν αντίθετης νομοθετικής ρύθμισης που αποσυνδέει ορισμένες μισθολογικές αξιώσεις από το κύρος της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας. Τέτοια αντίθετη νομοθετική ρύθμιση διαλαμβάνεται στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 του Ν. 1082/1980, 1 παρ.2 της 19040/1981 ΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 539/1945, 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, του άρθρου μόνου του Ν. 133/1975 που κύρωσε την από 26-2-1975 Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, από τις οποίες προκύπτει ότι των επιδομάτων (δώρων) εορτών και αδείας και των αποδοχών αδείας δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με άκυρη σύμβαση, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 907/2017, ΑΠ 879/2017, ΑΠ 509/2016, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 1113/2013). Επομένως με την επιφύλαξη αυτή, στις περιπτώσεις απλής σχέσης εργασίας λόγω ακυρότητας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας για οιονδήποτε λόγο, για την αμοιβή του εργαζομένου λόγω της από αυτόν παροχής της εργασίας του προς τον εργοδότη, δεν οφείλεται από τον τελευταίο μισθός, αλλά γεννάται υποχρέωση αυτού προς απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού) κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ (ΑΠ 509/2016, ΑΠ 933/2015, ΑΠ 126/2015, ΑΠ 885/2014). Ειδικότερα η ωφέλεια που ο εργοδότης υποχρεούται να αποδώσει στον ακύρως απασχοληθέντα εργαζόμενο συνίσταται στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλε εάν ήταν έγκυρη η σύμβαση εργασίας υπό τις επικρατούσες στον τόπο της παροχής συνθήκες για την ίδια εργασία σε πρόσωπο με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος. Η ωφέλεια αυτή δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές που προβλέπουν οι τυχόν υπάρχουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις (ΑΠ 907/2017, ΑΠ 58/2015, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 760/2003), σε περίπτωση δε έλλειψης τέτοιων, δεν μπορεί να είναι κατώτερη από εκείνη που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποδεικνύεται ότι ο εργοδότης καταβάλλει σε άλλο εργαζόμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας υπό τις παραπάνω προϋποθέσεις (ΑΠ 186/2010). Η δε ωφέλεια (πλουτισμός) του εργοδότη απορρέει από μόνο το γεγονός της πραγματικής παροχής των υπηρεσιών του μισθωτού στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης εργασίας και κατά συνέπεια είναι αδιάφορο εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση ο εργοδότης από οικονομικούς ή άλλους λόγους δεν θα προέβαινε στην πρόσληψη άλλου μισθωτού με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Ο ως άνω γενικός κανόνας των άρθρων 904 επόμ. ΑΚ, ο οποίος απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιεικείας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και γενικότερα επί φορέων του δημοσίου τομέα, αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (ΑΠ 131/2015, ΑΠ 1022/2015, ΑΠ 535/2014). Εξ άλλου δεν εισάγεται υπέρ αυτών εξαίρεση με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 6 του Συντάγματος, που απαγορεύουν την πρόσληψη υπαλλήλου σε μη νομοθετημένη θέση ή εκείνων των παρ. 7 και 8 του ιδίου άρθρου που προστέθηκαν μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος από 18.4.2001 με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ως και εκείνων του Ν. 2190/1994, που αφορούν το σύστημα προσλήψεων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα ορίζοντας τους τρόπους πρόσληψης προσωπικού από τους εν λόγω φορείς, και παράλληλα αποκλείουν τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου. Και τούτο διότι η παρά την απαγόρευση αυτή ενέργεια, η οποία συνεπάγεται την ακυρότητα της πρόσληψης κατά τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ, συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, ένεκα της οποίας και, εφ` όσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 904 ΑΚ, το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και γενικότερα ο φορέας του δημόσιου, στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία του ακύρως προσληφθέντος μισθωτού ενέχεται σε απόδοση της ωφέλειας που προήλθε από την εργασία η οποία παρασχέθηκε σε αυτό και από την οποία αυτό κατέστη πλουσιότερο και δεν συνιστά αιτία αποκλεισμού αυτού που εργάστηκε από την αναζήτηση της ωφέλειας (ΟλΑΠ 218/1977, ΑΠ 578/2018, ΑΠ 41/2017, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 1293/2015, ΑΠ 1022/2015, ΑΠ 535/2014). Τα ανωτέρω τυγχάνουν εφαρμογής και στις συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου (μη γνήσιες συμβάσεις μαθητείας) [στις περιπτώσεις που οι συμβάσεις αυτές δεν μπορούν κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό να κριθούν ως έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, λόγω μη συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για την πρόσληψη του μισθωτού] προς απόδοση της ωφέλειας του εργοδότη, από την παροχή εργασίας εκ μέρους του μαθητευόμενου εργαζομένου. Επομένως κατά την άποψη αυτή την οποία το παρόν αναιρετικό τμήμα κρίνει ομόφωνα ως ορθότερη, η αγωγή, έχοντας το προαναφερόμενο περιεχόμενο και αίτημα ήταν νόμιμη κατά την επικουρική της βάση να επιδικασθούν οι αιτούμενες μισθολογικές διαφορές με βάση τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, πλέον των επιδομάτων εορτών και αδείας, καθόσον με βάση τα σε αυτήν εκτιθέμενα, εάν ήθελε κριθεί ότι η σύμβαση εργασίας της ενάγουσας [και ήδη αναιρεσείουσας] ήταν άκυρη, το εναγόμενο [και ήδη αναιρεσίβλητο] ελληνικό δημόσιο κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερο χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της περιουσίας αυτής κατά τα εν λόγω ποσά, τα οποία θα κατέβαλλε σε οποιοδήποτε άλλο μισθωτό που θα απασχολούσε στην ίδια θέση και ο οποίος θα παρείχε τις ίδιες με αυτήν υπηρεσίες υπό τις αυτές συνθήκες απασχόλησης.
Συνεπώς κατά την άποψη αυτή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή και κατά την ως άνω επικουρική της βάση με την αιτιολογία ότι οι διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, που είναι επιβοηθητικής φύσης, εφαρμόζονται σε περίπτωση άκυρης σύμβασης εργασίας, προϋπόθεση που δεν συνέτρεχε εν προκειμένω, επί πλέον δε οι ενάγοντες [περιλαμβανομένης της ήδη αναιρεσείουσας] δεν ισχυρίσθηκαν ότι το εναγόμενο θα προέβαινε υποχρεωτικά σε προσλήψεις άλλων εργαζομένων στη θέση αυτών, την οποία (πρόσληψη) κατέστησε περιττή η προσφορά εργασίας από τους ενάγοντες, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ.1 περ. α του Συντάγματος, 20 παρ.15 του Ν. 2639/1998, 648 επόμ., 904 επόμ. του ΑΚ, ως και εκείνες των άρθρων 1 παρ.1 του Ν. 1082/1980, 1 παρ.2 της 19040/1981 ΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 539/1945, 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, του άρθρου μόνου του Ν. 133/1975 που κύρωσε την από 26-2-1975 Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας [όπου δεν απαιτείται προσφυγή στις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού], υποπίπτοντας έτσι στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια.
Κατ’ άλλη όμως άποψη, η οποία υποστηρίζεται από σειρά πρόσφατων αποφάσεων του Β1 αναιρετικού Τμήματος με τις οποίες μεταστράφηκε η μέχρι πρότινος νομολογία του, η έχουσα το προαναφερόμενο περιεχόμενο αγωγή είναι μη νόμιμη και ως προς την επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (άρθ. 904 του ΑΚ) βάση αυτής, καθόσον ο φορέας απασχόλησης δεν είχε τη δυνατότητα νόμιμης πρόσληψης εργαζομένου στη θέση, στην οποία απασχόλησε ακύρως κάποιο συμβασιούχο, με την επιφύλαξη των αξιώσεων των εργαζομένων για την επιδίκαση των επιδομάτων εορτών και αδείας, όπου για την γέννηση των σχετικών αξιώσεων που οφείλονται ευθέως από τις πιο πάνω διατάξεις αρκεί η ύπαρξη απλής σχέσης εργασίας (ΑΠ 1052/2018, ΑΠ 1049/2018, ΑΠ 25/2018, ΑΠ 1805/2017, ΑΠ 109/2017). Επομένως, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, ο ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης δημιουργεί ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος, σχετικά με την εφαρμογή ή μη των διατάξεων για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και της βάσης υπολογισμού της σχετικής ωφέλειας του φορέα απασχόλησης από την εργασία του ακύρως απασχοληθέντος στο δημόσιο [ή σε δημόσιο φορέα], υπό τις αυτές συνθήκες εργασίας με το μόνιμο προσωπικό, οσάκις ο φορέας το δαπασχόλησης δεν είχε τη δυνατότητα νόμιμης πρόσληψης εργαζομένου στη θέση όπου απασχόλησε τον συμβασιούχο, ο οποίος απασχολήθηκε τυπικά εκεί δυνάμει σχετικού συμφωνητικού συνεργασίας, καταρτισθέντος μεταξύ του απασχοληθέντος με τον ΟΑΕΔ στο πλαίσιο σχετικού προγράμματος (stage), πλημ όμως παρείχε την ίδια εργασία όπως το μόνιμο προσωπικό του αναιρεσίβλητου διότι οι ούτω προκύπτουσες διαφορές αφορούν μεγάλο αριθμό εργαζομένων της αυτής κατηγορίας, των οποίων υποθέσεις εκκρεμούν είτε ενώπιον του Αρείου Πάγου είτε ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας, ενώ συντρέχει επί πλέον λόγος για την ενότητα της νομολογίας. Πρέπει, επομένως, κατά την ομόφωνη περί τούτου απόφαση του Τμήματος, ο πρώτος λόγος της ένδικης αναίρεσης να παραπεμφθεί στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 563 παρ.2 περ. β του ΚΠολΔ και του άρθρου 23 παρ. 1 και 2 εδ. γ περ. β του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του Ν. 1756/1988 “Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών”.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τους δεύτερο και τρίτο λόγους της από 22.11.2016 αίτησης αναίρεσης της με αριθ. 7072/29.11.2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσας πρώτο λόγο της ως άνω αίτησης αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιανουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ

Με την  ανωτέρω  απόφαση του Β2 πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου επισημαίνεται πλέον σε επίπεδο πάγιας νομολογίας  των τελευταίων ετών του  Ανώτατου Δικαστηρίου( ΟΛΑΠ 19/2007, 20/2007)  η αποσαφήνιση του νομικού πλαισίου που διέπει τις συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου προσώπων απασχολούμενων σε φορείς του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ καθώς και προσώπων που προσλαμβάνονται ως εποχικό προσωπικό σε εκτέλεση ειδικού  προγράμματος απασχόλησης ΟΑΕΔ .

Από τις συνταγματικές διατάξεις απορρέει ευθέως η πρόσληψη προσώπων σε οργανικές θέσεις δημοσίου και οι έννομες σχέσεις που απορρέουν εκ της απασχόλησής των ( άρθρο 103 παρ. 3: « Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού, καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού, μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται” ….. «Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παρ. 5 γίνεται είτε με διαγωνισμό, είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει”. …. “Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2. Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου”. Σε εκτέλεση των συνταγματικών διατάξεων ο νομοθέτης θέσπισε     μεταξύ άλλων τον Ν. 2190/1994 με τον οποίο  ορίζεται το επιτρεπτό της απασχόλησης ορισμένου χρόνου  σε   δημόσιες υπηρεσίες,  νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οργανισμούς  τοπικής αυτοδιοίκησης και γενικότερα σε  νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα που αναφέρονται στο άρθρο 14 παρ. 1 του αυτού νόμου, για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες, μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή αυτής σε σύμβαση αορίστου χρόνου.

Εκ των ανωτέρω προκύπτει αναντίρρητα ότι από τον Απρίλιο του 2001 κι εφεξής, ότε και έλαβε χώρα η Αναθεώρηση του Συντάγματος,  και υπό το πρίσμα ενσωμάτωσης στην ελληνική έννομη τάξη της οδηγίας 1999/70/ΕΚ η οποία κυρώθηκε με τα ΠΔ 181/2003 ΚΑΙ 164/2004, υπήρξε εμφανής μετατόπιση νομοθετικώς και νομολογιακώς- αφού η αλληλοδιαδοχή συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας που σχετίζονται με την καταγγελία της σύμβασης εργασίας και την καταβολή αποζημιώσεως έβρισκε πρόσφορο έδαφος για κάθε εργοδότη με αποτέλεσμα να θεωρείτο άκυρη η σύναψη των εν λόγω συμβάσεων και να θεωρείται ότι καταρτίστηκε σύμβαση αορίστου χρόνου η καταγγελία της οποίας επιφέρει την αξίωση αποζημίωσης, έπαυσε πλέον να ισχύει οπότε και  δεν καθίσταται, πλέον, δυνατή η μετατροπή σύμβασης εργασίας ορισμένου σε αορίστου χρόνου για απασχολούμενο στον στενό ή ευρύτερο δημόσιο τομέα, υπό την αιτιολογία της κάλυψης πάγιων και διαρκών αναγκών,  αφού σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά από την πλειοψηφία « δεν είναι πλέον δυνατή η εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του Ν.2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 281, 671 του ΑΚ και 25 παρ.1 και 3 του Συντάγματος, από τις οποίες προκύπτει, κατά τα ήδη προαναφερθέντα, ότι όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αόριστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1 και 3 του Ν. 2112/1920 και 1, 3, 5 του Β. Δ/τος 16/18.7.1920), ανακύπτει ακυρότητα αυτών ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου, χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΟλΑΠ 19 και 20/2007)».

Αναφορικώς με προσλήψεις εποχικού προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση προγραμμάτων απασχόλησης του ΟΑΕΔ, διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά. Η επιδοτούμενη αυτή πρόσληψη υπαλλήλων είναι εξαιρετική, διότι συνδέεται με την ανάγκη πραγμάτωσης των προγραμμάτων, που με τους υφιστάμενους κανόνες θα απέβαινε ατελέσφορη και για το λόγο αυτό ορίζεται ότι η πρόσληψη διενεργείται με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια, που καθορίζονται στα προγράμματα. Συνακόλουθα, η πρόσληψη υπαλλήλων, που έχει πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο συγκεκριμένου προγράμματος του ΟΑΕΔ και οι εξ αυτής απορρέουσες εργασιακές σχέσεις έχουν συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας, είναι δηλ. συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, η πάροδος του οποίου συνεπιφέρει αυτοδικαίως και τη λήξη τους (αρθρ. 669 παρ. 1 Α.Κ.) καθόσον η σύναψη αυτών, ως συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, επιβάλλεται από αντικειμενικούς λόγους που συνδέονται με την φύση τους (ΑΠ 217/2017, ΑΠ 775/2017, ΑΠ 780/2017, ΑΠ 2024/2017, ΑΠ 885/2014, ΑΠ 126/2015) και κατά την έννοια του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920. Στο σημείο αυτό και προκειμένου να διαπιστωθεί εάν τυχόν χρήζουν εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων  8 παρ.1 και 3 του Ν.2112/1920 ,  281, 671 του ΑΚ και 25 παρ.1 και 3 του Συντάγματος στις περιπτώσεις απασχολούμενων σε ειδικά προγράμματα του ΟΑΕΔ, Ο Άρειος Πάγος κατά πλειοψηφία δέχθηκε ότι δεν είναι εφικτό να εφαρμοστούν, αφενός λόγω της γενικότερης απαγόρευσης που ισχύει σε κάθε δημόσιο φορέα, αφετέρου και για λόγους που ανάγονται στον νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης- ήτοι εάν πρόκειται για σύμβαση εξαρτημένης  εργασίας  οπότε οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, έναντι της καταβολής μισθού, αδιαφόρως του τρόπου καθορισμού και καταβολής αυτού, και εφόσον ο μισθωτός τελεί σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της  ή εάν πρόκειται για σύµβαση μαθητείας κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαµβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισµένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης( γνήσια σύμβαση μαθητείας με βασικό στοιχείο την παροχή εκπαίδευσης και με αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του ΑΚ για τη σύμβαση εργασίας εξαιρουμένων των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας για υπερωρίες, νόμιμες αποδοχές, καταγγελία σύμβασης,  και μη γνήσια στην οποία πέραν της απόκτησης εμπειρίας και γνώσεων παρέχεται εργασία και εισφέρεται εργασιακή δύναμη οπότε και χρήζουν εφαρμογής οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας (ΑΠ 217/2017, ΑΠ 933/2015, ΑΠ 126/2015, ΑΠ 885/2014, ΑΠ 1080/2014, ΑΠ 1592/2009)- αλλά και στο πρόσωπο του εργοδότη ήτοι του προσώπου υπό τις εντολές και οδηγίες του οποίου τελεί ο εκάστοτε εργαζόμενος στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας που ουσιαστικώς ταυτίζεται με τον καταβάλλοντα τον συμφωνηθέντα μισθό, πλην, όμως, σε περιπτώσεις νομικών προσώπων όπως ο ΟΑΕΔ που δύναται να αναθέτει σε άλλους φορείς την απασχόληση ατόμων στα πλαίσια εκπόνησης προγραμμάτων, το πρόσωπο του εργοδότη συνιστά ζήτημα πραγματικό αφού υφίσταται κατανομή ρόλων εργοδότη σε πλείονα νομικά πρόσωπα( ΟΑΕΔ και φορέας υλοποίησης προγράμματος).

Το δεύτερο ζήτημα που άγεται προς δικαστική κρίση είναι αυτό της επικουρικής βάσης του αδικαιολόγητου πλουτισμού ( ΑΚ 904 επ.) στις περιπτώσεις απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής που, εν προκειμένω αφορούσε τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου απασχολούμενης σε πρόγραμμα απασχόλησης του ΟΑΕΔ  . Η εξέταση της επικουρικής βάσης τελεί υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης, εξ ου και στη συγκεκριμένη περίπτωση εξετάζεται. Καίτοι η πλειοψηφία δέχθηκε ότι  επί παροχής εργασίας υπό άκυρη για οιονδήποτε λόγο σύμβαση, ο εργοδότης υποχρεούται, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος, στην απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού) που αποκόμισε από την εργασία του μισθωτού, ανεξαρτήτως της ζημίας του τελευταίου ή της από τον τελευταίο γνώσης της ακυρότητας της σύμβασης εργασίας αυτού, με την επιφύλαξη τυχόν αντίθετης νομοθετικής ρύθμισης που αποσυνδέει ορισμένες μισθολογικές αξιώσεις από το κύρος της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, εφαρμοζόμενων αναλόγως και επί συμβάσεων μαθητείας, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την επικουρική βάση με την αιτιολογία ότι οι διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, που είναι επιβοηθητικής φύσης, εφαρμόζονται σε περίπτωση άκυρης σύμβασης εργασίας, προϋπόθεση που δεν συνέτρεχε εν προκειμένω, το ,δε, Β1 Τμήμα του Αρείου Πάγου έκρινε ότι  η επικουρική βάση είναι απορριπτέα,  καθόσον ο φορέας απασχόλησης δεν είχε τη δυνατότητα νόμιμης πρόσληψης εργαζομένου στη θέση, στην οποία απασχόλησε ακύρως κάποιο συμβασιούχο, με την επιφύλαξη των αξιώσεων των εργαζομένων για την επιδίκαση των επιδομάτων εορτών και αδείας, όπου για την γέννηση των σχετικών αξιώσεων που οφείλονται ευθέως από τις πιο πάνω διατάξεις αρκεί η ύπαρξη απλής σχέσης εργασίας (ΑΠ 1052/2018, ΑΠ 1049/2018, ΑΠ 25/2018, ΑΠ 1805/2017, ΑΠ 109/2017). Από τα ανωτέρω, για τα οποία θα κρίνει η Ολομέλεια ως ζήτημα γενικότερου και μείζονος ενδιαφέροντος, αυτό που χρειάζεται να σημειωθεί είναι ότι η πλειοψηφία των δικαστών της εν λόγω απόφασης που διατύπωσε θετική κρίση αναφορικά με την αποδοχή της επικουρικής βάσης προφανώς διέλαβε υπόψη της το ειδικό εργασιακό καθεστώς των απασχολουμένων με συμβάσεις μαθητείας του ΟΑΕΔ και την ανάγκη διασφάλισης των δικαιωμάτων τους , ιδίως σε περιπτώσεις μη  γνήσιων συμβάσεων μαθητείας που προσιδιάζουν τεχνικώς  σε αρκούντως ικανοποιητικό βαθμό με τις συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, οπότε και πρέπει  να χωρήσει αναλογική εφαρμογή. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι ο ΟΑΕΔ δεν χαρακτηρίζει τις συμβάσεις των απασχολούμενων σε προγράμματα κατάρτισης ή απασχόλησης ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, γεγονός που στερεί από τους εν λόγω εργαζομένους τη δυνατότητα να προστατευτούν από ευεργετικές διατάξεις της κοινωνικοασφαλιστικής νομοθεσίας σε πλείστες περιπτώσεις( λόγου χάριν δεν χρήζουν εφαρμογής στους εργαζομένους των προγράμματων του ΟΑΕΔ τα δικαιώματα που απορρέουν από τη  μητρότητα, διευκολύνσεις εργαζομένων με οικογενειακές υποχρεώσεις, η νομοθεσία περί εργατικών ατυχημάτων κατά προφανή και δυσανάλογη παράβαση θεμελιωδών συνταγματικών αρχών και διατάξεων υπερνομοθετικής ισχύος, ήτοι του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινοτικού Χάρτη, κυρωθέντος δια του πρόσφατου νόμου 4359/2016, του παράγωγου ενωσιακού δικαίου και της Χάρτας Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ) . Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι και ο Συνήγορος του Πολίτη έχει προβεί σε διαμεσόλαβηση αναφορικώς με την ανάγκη διασφάλισης των δικαιωμάτων εργαζομένων σε προγράμματα κατάρτισης του ΟΑΕΔ λόγω των νομοθετικών κενών που ανακύπτουν ως προς τα εργασιακά και ασφαλιστικά τους δικαιώματα υπό το πρίσμα των συνταγματικών αρχών του κράτους δικαίου και της αρχής της ισότητας.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

nomocultus
Βασιλέως Αλεξάνδρου 114 Περιστέρι, ΤΚ 12134, Αθήνα
+30 2155304867
kat85saiti@yahoo.gr

ΤΗΛΕΦΩΝΟ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Copyright © Nomocultus 2020

https://nomocultus.gr/wp-content/uploads/2023/02/e-banner_orizontio60X468.jpg