Αριθμός 597/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2′ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Ν. Φ., 2)…, 21)Θ. Σ., κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κρίτσανο, που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Δημοτικής Επιχείρησης Υδρεύσεως Αποχετεύσεως Λαρίσης, που εδρεύει στη Λάρισα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Θεόδωρο Κωνσταντίνου και Σταμάτη Πιτσιλκά, που κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/11/2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 231/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 86/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27/8/2015 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Κοκοτίνη ανέγνωσε την από 26/2/2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου και την απόρριψη του δεύτερου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967 “Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του α.ν. 99/1967, περί ελέγχου ομαδικών απολύσεων κλπ”(ΦΕΚ Α’ 189), “Εις ας περιπτώσεις εργοδότης τυγχάνει το Δημόσιον ή Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου ή Τράπεζα ή Επιχειρήσεις και Οργανισμοί κοινής ωφελείας (ΔΕΗ, ΟΤΕ, Εταιρείαι Υδάτων κ.λπ.) ή Επιχειρήσεις επιχορηγούμενοι υπό του Κράτους, η υπό του ν. 2112/1920, ως ούτος ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, οφειλομένη αποζημίωσις δεν δύναται να υπερβαίνει εις πάσαν περίπτωσιν το ποσόν των 240.000 δραχμών, καταργουμένης πάσης αντιθέτου ειδικής διατάξεως νόμου ή συμβάσεως οιασδήποτε μορφής ή τυχόν υπάρχοντος εθίμου”. Το ανώτατο αυτό όριο αποζημιώσεως αυξήθηκε διαδοχικά και με το άρθρο 21 παρ. 13 του ν. 3144/2003 (ΦΕΚ Α’ 111) προσδιορίσθηκε στο ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ. Στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι: 1. ” Εις ας περιπτώσεις ειδική διάταξις νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως αναφερομένης εις ανωνύμους εταιρείας ή Κοινωφελείς Επιχειρήσεις… προβλέπει την καταβολήν εις υπαλλήλους κατά τον χρόνον της απομακρύνσεώς των εκ της εργασίας, και ετέρας προσθέτου αποζημιώσεως πέραν της υπό του ν. 2112 προβλεπομένης, η αποζημίωσις αύτη δεν δύναται να υπερβαίνη ποσοστόν 15% της υπό της παρ. 2 του άρθρου 2 του παρόντος οριζομένης”. Σύμφωνα δε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν.δ. 618/1970 “Περί εφαρμογής των διατάξεων του α.ν. 173/1967… επί των αποζημιώσεων των χορηγουμένων υπό του Δημοσίου, ΝΠΔΔ κλπ.” (ΦΕΚ Α’ 171), “Τα υπό των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 2 και του άρθρου 3 του α.ν. 173/1967 τιθέμενα ανώτατα όρια αποζημιώσεως ισχύουν διά πάσαν περίπτωσιν οφειλομένης, δυνάμει γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως, αποζημιώσεως εις τους αποχωρούντος, απομακρυνομένους ή απολυομένους υπαλλήλους και εργάτας του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, Τραπεζών, Επιχειρήσεων Κοινής Ωφελείας ή Επιχειρήσεων επιχορηγουμένων υπό του Κράτους, εφ’ οιαδήποτε σχέσει εργασίας μετ’ αυτών συνδεομένων, καταργουμένης πάσης αντιθέτου γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου, κανονισμού, συμβάσεως οιασδήποτε μορφής και εθίμου”. Οι ως άνω διατάξεις, ως εκ του σκοπού θεσπίσεώς τους, που προδήλως έγκειται στον περιορισμό, για λόγους γενικότερου συμφέροντος, των αποζημιώσεων των προαναφερόμενων μισθωτών για την οικονομική ανακούφιση του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των άλλων Οργανισμών και Επιχειρήσεων, περιλαμβανομένων και των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, δεδομένου ότι οι σχετικές δαπάνες επιβαρύνουν τελικώς τους φορολογούμενους ή το κόστος των παρεχομένων στους πολίτες υπηρεσιών, αποτελούν διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια, αφού τείνουν τελικά σε προστασία και των πολιτών, και υπερισχύουν γι’ αυτό των ευνοϊκότερων όρων των Σ.Σ.Ε., σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 3 του ν. 1876/1990 (Ολ ΑΠ 10/1998, ΑΠ 227/2016, 1621/2011). Οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, έχοντας εξ ορισμού ως αντικείμενο την εξυπηρέτηση κοινωφελών σκοπών, για τους οποίους πρωτίστως ενδιαφέρεται το Κράτος, αποτελούν κατά κανόνα κατηγορία δημοσίων επιχειρήσεων, που ελέγχονται από το δημόσιο ή άλλα νομικά πρόσωπα ή οργανισμούς δημοσίου χαρακτήρα. Αποφασιστικό, όμως, στοιχείο για τον χαρακτηρισμό μιας επιχειρήσεως ως κοινής ωφέλειας δεν είναι η νομική μορφή ή ο φορέας της, ούτε το νομικό καθεστώς που διέπει την ίδρυση και λειτουργία της, αλλά η φύση των υπηρεσιών της, οι οποίες πρέπει να είναι ζωτικής σημασίας για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου (Ολ ΑΠ 20/2006, 10/1998, 33-34/1997). Περαιτέρω, στο άρθρο 1 του ν. 1069/1980 “Περί κινήτρων δια την ίδρυσιν Επιχειρήσεων Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως” (ΦΕΚ Α’ 191) ορίζεται ότι: “Δια την άσκησιν των πάσης φύσεως δραστηριοτήτων του κυκλώματος υδρεύσεως και αποχετεύσεως οικιστικών κέντρων της χώρας, εξαιρέσει των πόλεων Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Βόλου και των μειζόνων αυτών περιοχών, δύναται να συνιστώνται., εις έκαστον Δήμον ή Κοινότητα της Χώρας ή υπό πλειόνων Δήμων ή Κοινοτήτων ή Δήμων και Κοινοτήτων ενιαίαι επιχειρήσεις υδρεύσεως και αποχετεύσεως. Αι ανωτέρω Επιχειρήσεις αποτελούν ίδια Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου κοινωφελούς χαρακτήρα, διεπόμενα υπό των κανόνων της ιδιωτικής οικονομίας, εφ’ όσον δεν ορίζεται άλλως υπό του νόμου. Αι επιχειρήσεις υδρεύσεως και αποχετεύσεως λειτουργούν υπό μορφήν Δημοτικής ή Κοινοτικής επιχειρήσεως και διέπονται ως προς την διοίκησιν, οργάνωσιν, εκτέλεσιν, λειτουργίαν, συντήρησιν των έργων της αρμοδιότητος των καθώς και τας πηγάς της χρηματοδοτήσεώς των υπό των διατάξεων του παρόντος νόμου, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των σχετικών διατάξεων του “Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικος” και στο άρθρο 7 παρ. 1 του ίδιου νόμου ότι ” ΔΓ Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας, συντασσομένου δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της επιχειρήσεως, εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εσωτερικών μετά γνώμην των οικείων Δημοτικών ή Κοινοτικών Συμβουλίων, καθορίζεται η οργάνωσις, η σύνθεσις και η αρμοδιότης των υπηρεσιών, ο αριθμός των θέσεων του πάσης φύσεως προσωπικού αναλόγως προς τας ανάγκας της επιχειρήσεως, η κατά μισθολογικά κλιμάκια κατανομή των θέσεων προσωπικού καθ’ομάδας ειδικοτήτων και αναλόγως της βαθμίδος εκπαιδεύσεως, αι αποδοχαί, ως και ο τρόπος προσλήψεως και απολύσεως και το αρμόδιον προς τούτο όργανον”. Εξάλλου, ο Οργανισμός Εσωτερικής Υπηρεσίας της Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης και Αποχέτευσης Λάρισας (ΔΕΥΑΛ), όπως αυτός τροποποιήθηκε με την 184/2009 απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου, η οποία εγκρίθηκε με την 856/2009 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Λαρισαίων και με την 17943/2010 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Θεσσαλίας (ΦΕΚ Β’ 190), ο οποίος (Οργανισμός) εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 7 του ν. 1069/1980, στο άρθρο 48 αυτού ορίζει τα ακόλουθα :”1. Στο τακτικό προσωπικό της επιχείρησης που αποχωρεί από την υπηρεσία λόγω συνταξιοδότησης ή θανάτου, είτε απομακρύνεται από την εργασία του για λόγους υγείας, εφόσον δεν περιορίζεται ρητά από το νόμο, καταβάλλεται η νόμιμη αποζημίωση, που ισχύει κάθε φορά για τους επικουρικά ασφαλισμένους, προσαυξημένη κατά ποσοστό 10%, με τις ακόλουθες διαβαθμίσεις :α)…β)…γ) Ποσό ίσο με τις συνολικές αποδοχές έξι μηνών προσαυξημένες με την αναλογία των δώρων και επιδόματος αδείας για υπηρεσία στη ΔΕΥΑΛ από 3 μέχρι 5 χρόνια. Για υπηρεσία στη ΔΕΥΑΛ μεγαλύτερη των 5 χρόνων καταβάλλεται αποζημίωση που προσαυξάνεται με τις αποδοχές τριών μηνών για κάθε πενταετία ή ανάλογο κλάσμα της. 2. Η εφάπαξ αποζημίωση καταβάλλεται και σε όσους αποχωρούν οικειοθελώς από την υπηρεσία, αφού συμπλήρωσαν το 58ο έτος της ηλικίας τους ή αφού διάνυσαν στη ΔΕΥΑΛ χρόνο πραγματικής υπηρεσίας 20 ετών. 3 Για την καταβολή της εφάπαξ αποζημίωσης στους αποχωρούντες λόγω συνταξιοδότησης απαιτείται η συμπλήρωση όλων των προϋποθέσεων που απαιτούνται από το νόμο για τη χορήγηση σύνταξης λόγω γήρατος. Στο άρθρο 49 του ίδιου Οργανισμού ορίζεται ότι :”1. Το προσωπικό της ΔΕΥΑΛ, με σκοπό τη διευκόλυνση της επιχείρησης για την αποχώρηση του προσωπικού της, εφόσον έχει διανύσει στη ΔΕΥΑΛ πραγματική υπηρεσία 20 ετών και συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους σύνταξης από τον ασφαλιστικό οργανισμό στον οποίο υπάγεται, έχει τη δυνατότητα να αποχωρεί οικειοθελώς από την εργασία του πριν τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του. 2. Στην περίπτωση αυτή καταβάλλεται ως κίνητρο πρόσθετη αποζημίωση, το ύψος της οποίας καθορίζεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ΔΕΥΑΛ. Σαν βάση για τον καθορισμό της πρόσθετης αποζημίωσης λαμβάνονται τα 5 έως 1 χρόνια, που υπολείπονται μέχρι τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας. Το ανώτατο ποσό καταβάλλεται σε όσους υπολείπονται τουλάχιστον 5 χρόνια υπηρεσίας και για κάθε έτος που προστίθεται μέχρι τη συμπλήρωση του 65ου έτους, το ποσό της πρόσθετης αποζημίωσης μειώνεται κατά ποσό ή ποσοστό που ορίζει το Διοικητικό Συμβούλιο της ΔΕΥΑΛ, έτσι ώστε να μηδενίζεται και να μην καταβάλλεται σε όσους αποχωρούν με τη συμπλήρωση της ηλικίας αυτής”. 3. Η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου πρέπει να είναι γενική και να προβλέπει την καταβολή της ανωτέρω αποζημίωσης ομοιόμορφα και σε όλο το προσωπικό, που πληροί τις προϋποθέσεις πρόωρης αποχώρησης. 4. Για την αποχώρηση και την καταβολή της πρόσθετης αποζημίωσης απαιτείται υποβολή σχετικής αίτησης από τον ενδιαφερόμενο, που εγκρίνεται κάθε φορά από το Διοικητικό Συμβούλιο της ΔΕΥΑΛ. Το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να απορρίψει την αίτηση αν το επιβάλλουν οι ανάγκες της υπηρεσίας ή δεν το επιτρέπει η οικονομική κατάσταση της επιχείρησης”. Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται, μεταξύ άλλων, ότι η αποζημίωση που δικαιούνται οι μισθωτοί, υπάλληλοι ή εργάτες, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας του Δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των άλλων δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, βάσει των διατάξεων του ν. 2112/1920 (δηλαδή όταν η σύμβαση εργασίας λύεται με καταγγελία του εργοδότη ή του εργαζόμενου) υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967 και δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, ακόμη και αν η καταβολή υψηλότερης αποζημίωσης προβλέπεται είτε από άλλη διάταξη νόμου ή κανονισμού είτε από σύμβαση οποιασδήποτε μορφής ή εθιμικό κανόνα. Για την ταυτότητα του νομικού λόγου διάταξη αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια αποτελεί και αυτή του άρθρου 3 του α.ν. 173/1967, με την οποία θεσπίζεται περιορισμός στο ύψος των πρόσθετων, σε σχέση με αυτές που χορηγούνται βάσει του ν. 2112/1920, αποζημιώσεων που καταβάλλονται στους εργαζόμενους κατά το χρόνο της απομάκρυνσής τους από την υπηρεσία, οι οποίες δεν μπορούν να υπερβαίνουν το ποσό των 2.250 (15.000 Χ15%) ευρώ. Η ως άνω διάταξη, η οποία, εισάγοντας ομοίως εξαίρεση από την αρχή της εύνοιας υπέρ του εργαζόμενου που διέπει το εργατικό δίκαιο, πρέπει να ερμηνεύεται στενά, αποκλεισμένης της προσφυγής στην αναλογική ή διασταλτική ερμηνεία, κατά τη ρητή διατύπωσή της, εφαρμόζεται εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις: α) η παροχή συνιστά αποζημίωση για την απώλεια της θέσης εργασίας, προβλέπεται δε από άλλη ειδική διάταξη νόμου, κανονισμού, συμβάσεως, οργανισμού εσωτερικής υπηρεσίας, συλλογικής σύμβασης εργασίας κλπ, β) είναι πρόσθετη, δηλαδή όμοιας φύσεως σε σχέση με αυτή που καταβάλλεται βάσει των διατάξεων του ν. 2112/1920, με τον οποίο ρυθμίζεται η λύση της εργασιακής σχέσης συνεπεία καταγγελίας του εργοδότη ή του εργαζόμενου και γ) συνιστά δεύτερη αποζημίωση, πέραν αυτής που προβλέπεται από τον ως άνω νόμο. Εν όψει των ανωτέρω, καθίσταται σαφές ότι χρηματική παροχή, η οποία δεν έχει αποζημιωτικό χαρακτήρα ή δεν καταβάλλεται συνεπεία καταγγελίας της σύμβασης εκ μέρους του εργοδότη ή του εργαζόμενου και άρα δεν είναι όμοιας φύσεως προς την αποζημίωση που προβλέπεται στις διατάξεις του ν. 2112/1920, δεν συνιστά “αποζημίωση” και μάλιστα δεύτερη έναντι αυτής που καταβάλλεται βάσει του ν. 2112/1920 και ως εκ τούτου δεν εμπίπτει στον περιορισμό της καταβολής αυτής μέχρι του ύψους των 2.250 ευρώ. Το ποσό της χρηματικής παροχής που λαμβάνει αυτός, λόγω της εθελούσιας εξόδου του, καθορίζεται κάθε φορά μετά από διαπραγμάτευση και συμφωνία με τη Διοίκηση της αναιρεσίβλητης, συνυπολογίζονται δε για τον προσδιορισμό του η θέση που κατέχει ο εργαζόμενος, το ύψος των μηνιαίων τακτικών αποδοχών του και ο χρόνος που απομένει για τη συνταξιοδότησή του. Η συμφωνία αυτή εγκρίνεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου και κοινοποιείται στον εργαζόμενο, για την ενεργοποίηση δε αυτής απαιτείται έγγραφη δήλωση αυτού ότι συναινεί στην αποχώρησή του και στο ύψος της χρηματικής παροχής, αλλιώς η απόφαση δεν εκτελείται και ο εργαζόμενος δεν αποχωρεί από τη θέση εργασίας που κατέχει. Η ως άνω παροχή δεν έχει αποζημιωτικό ή αποκαταστατικό χαρακτήρα, αλλά η παροχή αυτή είναι μισθολογική και συνιστά κίνητρο εθελουσίας εξόδου, η οποία, ανεξαρτήτως αν λαμβάνει χώρα με πρωτοβουλία της επιχείρησης (στο πλαίσιο εξυγίανσης και προγραμματισμού) ή του εργαζόμενου, αποσκοπεί στον ορθολογικό σχεδιασμό και πλήρωση των θέσεων εργασίας ή στην αναδιάρθρωση της υπηρεσίας, καθόσον τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση (όπου η επιχείρηση δεν δεσμεύεται να αποδεχθεί το αίτημα του εργαζόμενου περί αποχωρήσεως, παρά μόνο αν κρίνει ότι τούτο συμβαδίζει με τις ανάγκες της), καθοριστικός παράγοντας καθίσταται το συμφέρον της επιχείρησης, διότι με την παροχή της δυνατότητας εξόδου από την εργασία αυτή προσπορίζεται όφελος από τη μείωση του εργατικού κόστους και τη δυνατότητα αναδιάταξης των θέσεων εργασίας. Το ως άνω κίνητρο αποχώρησης δεν είναι όμοιας φύσεως, ώστε να θεωρηθεί πρόσθετη παροχή, σε σχέση με την προβλεπόμενη στο ν. 2112/1920 αποζημίωση λόγω απόλυσης και απώλειας της θέσης εργασίας, καθόσον εκεί ρυθμίζεται η καταγγελία της σύμβασης με μονομερή ενέργεια του εργοδότη, ενώ το κίνητρο καταβάλλεται μετά από συμφωνία των μερών, το ύψος του αποτελεί προϊόν διαπραγμάτευσης και ο εργαζόμενος διατηρεί το δικαίωμα να παραμείνει στη θέση του εάν δεν συμφωνεί εγγράφως τόσο με την αποχώρησή του, όσο και με το ύψος της χορηγούμενης σε αυτόν χρηματικής παροχής. Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή προσκρούει στο γεγονός ότι όταν ο εργαζόμενος ζητά ο ίδιος την εθελούσια έξοδό του και η ΔΕΥΑ, για λόγους υπηρεσιακούς, αποδέχεται την αίτησή του, τότε οφείλεται ολόκληρη η χρηματική παροχή που συνιστά κίνητρο αποχώρησης, διότι δεν προβλέπεται αποζημίωση βάσει του ν. 2112/1920 όταν ο μισθωτός προβαίνει ο ίδιος στην καταγγελία της σύμβασης του και ως εκ τούτου η χρηματική παροχή δεν είναι δεύτερη, καθόσον οι εν λόγω διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας δεν προβλέπουν τη χορήγηση άλλης αποζημίωσης, ενώ αντιθέτως αν ο εργαζόμενος αποχωρεί στο πλαίσιο προγράμματος εθελουσίας εξόδου της επιχείρησης, κατόπιν αιτήματος της τελευταίας, το κίνητρο περιορίζεται στο ποσό των 2.250 ευρώ, το οποίο συνυπολογιζόμενο με το ανώτατο όριο αποζημίωσης των 15.000 ευρώ, είναι πάντοτε σημαντικά κατώτερο (κατ’ ανώτατο όριο 17.250 ευρώ, δηλαδή 15.000 +2.250) αυτού της πλήρους καταβολής. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η χρηματική παροχή που καταβάλλεται στο τακτικό προσωπικό της αναιρεσίβλητης για την εθελούσια έξοδό του από την υπηρεσία στο πλαίσιο επιχειρησιακής στρατηγικής ή σχεδιασμού, βάσει του άρθρου 49 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας αυτής, δεν συνιστά αποζημίωση, αλλά μισθολογική παροχή – κίνητρο αποχώρησης, δεν είναι πρόσθετη παροχή σε σχέση με την αποζημίωση που καταβάλλεται λόγω καταγγελίας της εργασιακής σχέσης και δεν υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 3 του α.ν. 173/1967 (ΑΠ 282/2004).Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ.α’ ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, γιατί δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές. Δηλαδή, αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΟλΑΠ 7/2014, 2/2013). Εξάλλου, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών αρχών που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, την συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις και που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την ερμηνεία των κανόνων δικαίου και δη την εξειδίκευση των περιεχόμενων σ’ αυτούς αόριστων νομικών εννοιών, καθώς και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, ιδρύει τον από το εδάφιο β’ του άρθρου 560 παρ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, μόνο εάν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σΛ αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για την ανεύρεση της έννοιας κάποιου κανόνα δικαίου ή για την υπαγωγή σ’ αυτόν των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς, και όχι όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν, διότι στην περίπτωση αυτή πρόκειται για αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ’ άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ, εκτίμηση πραγμάτων και, επομένως, λόγος αναίρεσης με τέτοιο περιεχόμενο είναι απαράδεκτος. Για την πληρότητα και το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης πρέπει ν” αναφέρεται στο αναιρετήριο, ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάσθηκαν, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παραβίαση, διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι αόριστος (ΑΠ 152/2015, 266/2014, 1662/2010).
2. Στην προκείμενη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας, δικάζοντας έφεση κατά της 231/2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Λάρισας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Ότι η εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης Αποχέτευσης Λάρισας (ΔΕΥΑΛ), που συστήθηκε με το π.δ. 374/1981 (ΦΕΚ Α 103), κατ’ εφαρμογή του ν. 1069/1980, αποτελεί κοινωφελή επιχείρηση, η οποία έχει τη μορφή νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, ο δε κοινωφελής χαρακτήρας της επιχείρησης μνημονεύεται ρητά στο άρθρο 1 του ν. 1069/1980 και στο συστατικό προεδρικό διάταγμα, αλλά σαφώς επιβεβαιώνεται και από το αντικείμενο της δραστηριότητάς της (εκμετάλλευση των δικτύων ύδρευσης και αποχέτευσης). Ότι με την 17.943/29-12-2009 απόφαση της Γενικής Γραμματέως της Περιφέρειας Θεσσαλίας εγκρίθηκαν οι τροποποιήσεις του μέχρι τότε ισχύοντος Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας της ΔΕΥΑΛ, βάσει του οποίου ρυθμίζονται τα θέματα προσλήψεων και απολύσεων προσωπικού. Στο κεφάλαιο Ζ’ του Κανονισμού, υπό τον τίτλο “Λύση της εργασιακής σχέσης” και στα άρθρα 48 παρ. 1 και 49 παρ. 1-2, προβλέπεται η καταβολή εφάπαξ αποζημίωσης και πρόσθετης αποζημίωσης στους εργαζόμενους, που έχουν συμπληρώσει συγκεκριμένες προϋποθέσεις και συνταξιοδοτούνται. Ότι για τον καθορισμό του ύψους της πρόσθετης αποζημίωσης, του άρθρου 49 παρ. 1 του Κανονισμού, έχει ληφθεί η 217/29-9-2000 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης, με την οποία ορίζεται ότι όποιος αποχωρεί 5, 4, 3, 2 ή 1 χρόνο πριν από τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του λαμβάνει ως κίνητρο εθελουσίας εξόδου το ποσό των 5.000.000, 4.000.000, 3.000.000, 2.000.000 και 1.000.000 δραχμών, αντίστοιχα, και ήδη το ισόποσο σε ευρώ. Ότι από τη φύση της επιχείρησης, ως κοινωφελούς, είναι σαφές ότι η αποζημίωση απόλυσης των εξερχομένων σε σύνταξη εργαζομένων, η εφάπαξ αποζημίωση, κατ’ άρθρο 48 του Κανονισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας, και το κίνητρο εθελουσίας εξόδου, κατ’ άρθρο 49 του ίδιου Κανονισμού, δεν είναι δυνατόν να υπερβαίνουν τα όρια των άρθρων 2 και 3 του α.ν. 173/1967 και 1 παρ. 1 του ν.δ. 618/1970, δηλαδή η αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 15.000 ευρώ και οι άλλες δύο αποζημιώσεις το ποσό των 2.250 ευρώ. Ότι οι προβλέψεις του Κανονισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας δεν υπερισχύουν των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων με τις οποίες θεσπίσθηκε το ανωτέρω όριο, οι οποίες καταλαμβάνουν τις ένδικες παροχές των εργαζόμενων της ΔΕΥΑΛ. Άλλωστε, και στις ως άνω διατάξεις του Κανονισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας περιλαμβάνεται η επιφύλαξη “εφόσον δεν περιορίζεται ρητά από το Νόμο” στο άρθρο 48 παρ. 1, στο δε άρθρο 49 παρ. 4 εδ. β’ προβλέπεται η δυνατότητα του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιχείρησης να απορρίψει την αίτηση καταβολής πρόσθετης αποζημίωσης εάν κριθεί ότι δεν επιτρέπεται η καταβολή ενόψει της οικονομικής κατάστασης της επιχείρησης. Ότι στην αγωγή και στις προτάσεις των εναγόντων γίνεται λόγος περί εθίμου, πλην όμως, σύμφωνα με γενική αρχή του δικαίου, και αν ακόμη μπορούσε να γίνει δεκτό ότι η επί μακρόν υπό των διοικήσεων της ΔΕΥΑΛ χορήγηση αποζημιώσεων, αδιαφόρως υπερβάσεως του ορίου των 15.000 ευρώ και της επιτρεπόμενης προσαύξησης, έχει δημιουργήσει έθιμο (γεγονός αμφίβολο, διότι από μια τέτοια πρακτική προφανώς λείπει η αναγκαία προς δημιουργία εθίμου opinio iuris, δηλαδή η πεποίθηση περί συμμόρφωσης σε κανόνα δικαίου, εφόσον είναι σαφής ο περιορισμός του α.ν. 173/1967), αποβλέποντος, εκτός των άλλων, και στη συνετή διαχείριση του δημόσιου χρήματος και των πόρων των κοινωφελών επιχειρήσεων. Ότι, επίσης, δεν μπορεί να γίνουν δεκτοί οι ισχυρισμοί των εναγόντων περί εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων ή ύπαρξης επιχειρησιακής συνήθειας, διότι από το πεδίο εφαρμογής των εννοιών αυτών εκφεύγει η περίπτωση χορήγησης παροχών πάνω από το όριο που τάσσει ο νόμος και σε μη δικαιούμενα πρόσωπα. Ότι οι ενάγοντες απασχολήθηκαν στην εναγομένη ως τακτικό προσωπικό δυνάμει συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου και αποχώρησαν από την εργασία μετά τη συμπλήρωση 20ετούς πραγματικής υπηρεσίας και πριν από τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας τους. Συγκεκριμένα: α) Η πρώτη ενάγουσα Φ. Ν., γεννημένη στις …, απασχολήθηκε στην εναγομένη από 16-11-1985 μέχρι 16-5-2012 και αποχώρησε λόγω συνταξιοδότησης με μειωμένη σύνταξη λόγω γήρατος, β) Ο δεύτερος ενάγων Δ. Σ., γεννημένος στις …, απασχολήθηκε στην εναγομένη από τις 15-6-1983 μέχρι τις 15-3-2013, λαμβάνοντας πλήρη σύνταξη γήρατος, γ) ο τρίτος ενάγων Δ. Ζ., γεννημένος στις …, απασχολήθηκε στην εναγομένη από 1-6-1989 μέχρι 5-3-2012 και αποχώρησε λόγω συνταξιοδότησης, λαμβάνοντας πλήρη σύνταξη γήρατος, δ) ο τέταρτος ενάγων Μ. Χ., γεννημένος στις …, απασχολήθηκε στην εναγομένη από τις 15-9-1987 μέχρι την 1-10-2012 και αποχώρησε λόγω συνταξιοδότησης, λαμβάνοντας πλήρη σύνταξη γήρατος, ε) ο πέμπτος ενάγων Ν. Τ., γεννημένος στις …, απασχολήθηκε στην εναγομένη από 15-6-1983 μέχρι 9-3-2012 και αποχώρησε λόγω συνταξιοδότησης, λαμβάνοντας πλήρη σύνταξη γήρατος, στ) ο έκτος ενάγων Β. Τ., γενννημένος στις …, απασχολήθηκε στην εναγομένη από 11-9-1989 μέχρι 13-12-2012 και αποχώρησε λόγω συνταξιοδότησης με μειωμένη σύνταξη γήρατος, ζ) ο έβδομος ενάγων Θ. Φ., γεννημένος στις …, απασχολήθηκε στην εναγομένη από 15-6-1983 μέχρι 31-12-2012 και αποχώρησε λόγω συνταξιοδότησης, λαμβάνοντας μειωμένη σύνταξη γήρατος, η) ο όγδοος ενάγων Δ. Ν., γεννημένος στις …, απασχολήθηκε στην εναγομένη από 11-9-1989 μέχρι 18-6-2012 και αποχώρησε λόγω συνταξιοδότησης, λαμβάνοντας πλήρη σύνταξη γήρατος, θ) ο ένατος ενάγων Χ. Ν., γεννημένος στις …, απασχολήθηκε στην εναγομένη από 8-6-1977 μέχρι 19-12-2012 και αποχώρησε λόγω συνταξιοδότησης, λαμβάνοντας πλήρη σύνταξη γήρατος, ι) ο δέκατος ενάγων Β. Μ., γεννημένος στις …, απασχολήθηκε στην εναγομένη από 4-7-1991 μέχρι 16-5-2012 και αποχώρησε λόγω συνταξιοδότησης, λαμβάνοντας μειωμένη σύνταξη γήρατος, ια) ο ενδέκατος ενάγων Α. Μ., γεννημένος στις …, απασχολήθηκε στην εναγομένη από 11-9-1989 μέχρι 16-10-2012 και αποχώρησε λόγω συνταξιοδότησης, λαμβάνοντας πλήρη σύνταξη γήρατος, ιβ) ο δωδέκατος ενάγων Ε. Κ., γεννημένος στις …, απασχολήθηκε στην εναγομένη από 5-10-1982 μέχρι 13-8-2012 και αποχώρησε λόγω συνταξιοδότησης, λαμβάνοντας πλήρη σύνταξη γήρατος, ιγ) ο δέκατος τρίτος ενάγων Χ. Γ., γεννημένος στις …, απασχολήθηκε στην εναγομένη από 11- 9-1989 μέχρι 28-9-2012 και αποχώρησε λόγω συνταξιοδότησης, λαμβάνοντας πλήρη σύνταξη γήρατος, ιδ) ο δέκατος τέταρτος ενάγων Ν. Γ., γεννημένος στις …, απασχολήθηκε στην εναγομένη από 11-9-1989 μέχρι 18-10-2012 και αποχώρησε λόγω συνταξιοδότησης, λαμβάνοντας πλήρη σύνταξη γήρατος, ιε) ο δέκατος πέμπτος ενάγων Α. Κ., γεννημένος την …, αποχώρησε λόγω συνταξιοδότησης με πλήρη σύνταξη γήρατος, ιστ) ο δέκατος έκτος ενάγων Δ. Κ., γεννημένος στις …, αποχώρησε λόγω συνταξιοδότησης και έλαβε πλήρη σύνταξη γήρατος, ιζ) ο δέκατος έβδομος ενάγων Β. Γ., γεννημένος στις …, αποχώρησε από την εναγομένη και με την 31…/11-10-2011 απόφαση του Διευθυντή υποκαταστήματος ΙΚΑ-ΕΤΑΜ έλαβε πλήρη σύνταξη γήρατος, ιη) ο δέκατος όγδοος ενάγων Ζ. Μ., γεννημένος στις …, αποχώρησε λόγω συνταξιοδότησης και με την 57…/15-3-2012 απόφαση του Διευθυντή υποκαταστήματος ΙΚΑ-ΤΕΑΜ έλαβε πλήρη σύνταξη γήρατος, ιθ) ο δέκατος ένατος ενάγων Ι. Μ. δεν αποδείχθηκε ότι έχει συνταξιοδοτηθεί και ότι έχει λάβει πλήρη σύνταξη γήρατος, διότι δεν προσκομίσθηκε απόφαση συνταξιοδότησης και η έλλειψη αυτή δεν αναπληρώνεται από την 245/18-10-2011 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης, με την οποία εγκρίθηκε η έξοδος του από την υπηρεσία ενόψει της συνταξιοδότησης, κ) το ίδιο συμβαίνει και με τον εικοστό ενάγοντα Σ. Π., για τον οποίο δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε πλήρη σύνταξη, διότι δεν προσκομίσθηκε απόφαση συνταξιοδότησης του και η συνταξιοδότηση αυτού δεν μπορεί να θεωρηθεί αποδεδειγμένη από την προσκομιζόμενη 304/20-12-2011 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης και κα) ο εικοστός πρώτος ενάγων Θ. Σ. έχει συνταξιοδοτηθεί και έχει λάβει πλήρη σύνταξη, δυνάμει της 60…/2011/74/11-10-2011 απόφασης του Διευθυντή υποκαταστήματος ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Λάρισας. Δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο, ότι ο ισχυρισμός της εναγομένης, ότι οι ενάγοντες δεν πληρούν τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης σύμφωνα με τις νεώτερες διατάξεις περί απονομής σύνταξης, είναι αβάσιμος, διότι προσκομίσθηκαν οι αποφάσεις περί απονομής πλήρων ή μειωμένων συντάξεων και επομένως η σχετική προϋπόθεση του Κανονισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας έχει πληρωθεί για όσους εκ των εναγόντων έχουν προσκομισθεί τέτοιες αποφάσεις του ασφαλιστικού τους φορέα. Ότι, όπως συνομολογούν οι ενάγοντες, όλοι έλαβαν το ποσό των 15.000 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης, ενώ οι εξ αυτών 15ος, 16ος, 17ος, 18ος, 19ος, 20ος και 21ος έλαβαν και την προβλεπόμενη από το άρθρο 48 παρ. 1 του ως άνω Κανονισμού πρόσθετη αποζημίωση, ανάλογα με τα έτη υπηρεσίας τους. Ότι, βάσει των ανωτέρω δεδομένων κάθε ενάγοντος (χρόνου απασχόλησης, ηλικίας, λήψης πλήρους ή μειωμένης σύνταξης), ερευνητέο είναι αν οι δέκα τέσσερις πρώτοι από αυτούς δικαιούνται την εφάπαξ αποζημίωση του άρθρου 48 του Κανονισμού και αν όλοι οι ενάγοντες δικαιούνται την πρόσθετη αποζημίωση του άρθρου 49 του Κανονισμού. Ως προς το πρώτο θέμα αποδεικνύεται ότι όλοι οι ενάγοντες αυτοί συνταξιοδοτήθηκαν και συμπλήρωσαν χρόνο πραγματικής υπηρεσίας 20 ετών. Βάσει των μηνιαίων αποδοχών τους, οι οποίες δεν αμφισβητούνται, αυτοί δικαιούνται την εφάπαξ αποζημίωση του άρθρου 48 παρ. 1 περ. γ’ εδ. β’ του Κανονισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας, περιορισμένη όμως στο ποσό των 2.250 ευρώ για τον καθένα, κατ’ άρθρο 3 του α.ν. 173/1967. Ότι, όσον αφορά την πρόσθετη αποζημίωση του άρθρου 49 του Κανονισμού, όπου απαιτείται σωρευτικά η συνδρομή των προϋποθέσεων για τη λήψη πλήρους σύνταξης, αποδεικνύεται ότι η προϋπόθεση αυτή δεν πληρούται στο πρόσωπο της πρώτης ενάγουσας, των έκτου, έβδομου και δέκατου των εναγόντων, οι οποίοι για το λόγο αυτό δεν δικαιούνται την πρόσθετη αυτή αποζημίωση κατ’ άρθρο 48 του Κανονισμού. Ότι, την αποζημίωση του άρθρου 49 του ίδιου Κανονισμού δεν δικαιούνται ο 19ος και ο 20ός ενάγων, διότι δεν αποδεικνύεται η συνδρομή της τιθέμενης στον Κανονισμό προϋπόθεσης της λήψης πλήρους σύνταξης. Ότι από τους υπόλοιπους ενάγοντες οι μεν 2ος, 3ος, 4ος, 5ος, 8ος, 9ος, 11ος, 12ος, 13ος και 14ος δεν έχουν εισπράξει καμία από τις δύο παροχές των άρθρων 48 και 49 του Κανονισμού και συνεπώς δικαιούνται αθροιστικά τις δύο παροχές, κάθε μία υπό τον προαναφερόμενο περιορισμό, δηλαδή συνολικά δικαιούται ο καθένας απ’ αυτούς το ποσό των 4.500 ευρώ (2.250 +2250), οι δε 15ος, 16ος, 17ος, 18ος και 21ος των εναγόντων δικαιούνται μόνο το ποσό των 2.250 ευρώ ο καθένας για την παροχή του άρθρου 49 του Κανονισμού. Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, η οποία έκρινε ότι οι απαιτήσεις των εναγόντων δεν υπάγονται στον ποσοτικό περιορισμό του α.ν. 173/1967 και του ν.δ. 618/1970 και επιδίκασε σ’ αυτούς πλήρεις αποζημιώσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 48 και 49 του Κανονισμού, και περαιτέρω δεν έλαβε υπόψη και την σωρευτικά τιθέμενη στο άρθρο 49 παρ. 1 του Κανονισμού ουσιαστική προϋπόθεση της λήψης πλήρους σύνταξης ως προς την πρόσθετη παροχή του άρθρου αυτού, την οποία θεώρησε ως αποδεδειγμένη για τους ενάγοντες 19ο και 20ο. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του α.ν. 173/1967, 1 παρ. 1 του ν.δ. 618/1970, 48 και 49 του Εσωτερικού Κανονισμού της ΔΕΥΑΛ, καθόσον, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη σκέψη υπ’ αριθμ. 1 της παρούσας, η εφάπαξ αποζημίωση και το κίνητρο εθελούσιας εξόδου, που δικαιούνται οι προαναφερόμενοι αναιρεσείοντες για την εθελούσια έξοδό τους από την υπηρεσία, δεν υπόκεινται στον περιορισμό της καταβολής αυτών μέχρι του ύψους των 2.250 ευρώ η κάθε μία, διότι οι παροχές αυτές δεν έχουν αποζημιωτικό χαρακτήρα, ούτε καταβάλλονται συνεπεία καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και ως εκ τούτου δεν είναι όμοιας φύσεως προς την αποζημίωση που καταβάλλεται βάσει του ν. 2112/1920, ώστε να δύνανται να θεωρηθούν πρόσθετη παροχή, σε σχέση με την προβλεπόμενη στο ν. 2112/1920, και να εμπίπτουν στον περιορισμό του άρθρου 3 του α.ν. 173/1967. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1εδ.α’ του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο επισημαίνονται τα ανωτέρω σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 1 εδ. β’ του άρθρου 560 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι παραβίασε με την ανωτέρω κρίση της τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων του α.ν. 173/1969 και του ν. 2112/1920, όσον αφορά το κίνητρο εθελουσίας εξόδου, που προβλέπεται στο άρθρο 49 του Κανονισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας της αναιρεσίβλητης, δεδομένου ότι δεν χρησιμοποίησε αυτά κατά την εξειδίκευση των ως άνω κανόνων δικαίου, αφού δεν έλαβε υπόψη ότι το κίνητρο αποχώρησης δεν έχει χαρακτήρα αποζημίωσης απόλυσης και επομένως η παροχή αυτή δεν υπόκειται στον προβλεπόμενο από τις ανωτέρω διατάξεις περιορισμό του ανώτατου ορίου της καταβλητέας αποζημίωσης απόλυσης, διότι στην ένδικη περίπτωση δεν εξυπηρετείται το κοινωνικό σύνολο με την εφαρμογή των διατάξεων του α.ν.173/1967, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι οι υπάλληλοι των δήμων και των λοιπών δημόσιων επιχειρήσεων λαμβάνουν αυξημένο εφάπαξ, πολύ υψηλότερο σε σχέση με αυτό που προβλέπει το άρθρο 49 του ΟΕΥ της ΔΕΥΑΛ, και ότι η εφαρμογή της εν λόγω πολιτικής στην αναιρεσίβλητη είχε ως αποτέλεσμα να συγκεντρώσει αυτή τεράστια ποσά ως αποθεματικά και εξ αυτού του λόγου να μην αυξάνει την τιμή του νερού ανά κυβικό μέτρο στο Δήμο της Λάρισας. Επίσης, η προσβαλλόμενη απόφαση παρέβλεψε το γεγονός της απουσίας οικονομικής επιβάρυνσης από την αναιρεσίβλητη σε βάρος του κρατικού ή δημοτικού προϋπολογισμού, το γεγονός ότι τα σχετικά ποσά που δικαιούνται είναι αμελητέα, συγκρινόμενα με τον κύκλο εργασιών της ΔΕΥΑΛ και δεν θα επιβαρύνουν τους πολίτες του Δήμου της Λάρισας, ότι από δυστροπία δεν κατέβαλε τα αιτούμενα ποσά, καθώς και ότι η επίτροπος του Δημοσίου ενέκρινε τη χορήγηση των επιδικασθέντων ποσών, κρίνοντας ότι αυτά δεν εμπίπτουν στον ποσοτικό περιορισμό του άρθρου 3 του α.ν. 173/1969. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν αφορά στην ερμηνεία του α.ν. 173/1969 και του ν. 2112/1920, αλλά η χρησιμοποίησή τους γίνεται για τη διαπίστωση της ύπαρξης ή μη πραγματικών περιστατικών, η οποία, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη σκέψη υπ’ αριθμ. 1, δεν θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο από το άρθρο 560 παρ. 1 εδ. β’ ΚΠολΔ.
3. Εν όψει όλων αυτών πρέπει, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η 86/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, εφόσον αυτό μπορεί να συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό .

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 86/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2300) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Φεβρουαρίου 2017.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Απριλίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ

Η εν λόγω απόφαση θίγει τον χαρακτήρα της αποζημίωσης που δίδεται από επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας στα πλαίσια καταγγελίας της εργασιακής σχέσης των υπηρετούντων σε αυτές.  Η  χορήγηση της αποζημίωσης σε αυτήν την περίπτωση – για την οποία λαμβάνονται υπόψη ειδικότερα κριτήρια , όπως , λόγου χάριν η θέση του εργαζομένου, το ύψος των αποδοχών, ο εναπομείνας έως τη συνταξιοδότηση χρόνος –  σε μισθωτούς, υπαλλήλους  ή εργάτες, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας του Δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των άλλων δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, βάσει των διατάξεων του ν. 2112/1920 (δηλαδή όταν η σύμβαση εργασίας λύεται με καταγγελία του εργοδότη ή του εργαζόμενου) υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967 και δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, ακόμη και αν η καταβολή υψηλότερης αποζημίωσης προβλέπεται είτε από άλλη διάταξη νόμου ή κανονισμού είτε από σύμβαση οποιασδήποτε μορφής ή εθιμικό κανόνα.  Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης του Αρείου Πάγου: « Για την ταυτότητα του νομικού λόγου διάταξη αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια αποτελεί και αυτή του άρθρου 3 του α.ν. 173/1967, με την οποία θεσπίζεται περιορισμός στο ύψος των πρόσθετων, σε σχέση με αυτές που χορηγούνται βάσει του ν. 2112/1920, αποζημιώσεων που καταβάλλονται στους εργαζόμενους κατά το χρόνο της απομάκρυνσής τους από την υπηρεσία, οι οποίες δεν μπορούν να υπερβαίνουν το ποσό των 2.250 (15.000 Χ15%) ευρώ. Η ως άνω διάταξη, η οποία, εισάγοντας ομοίως εξαίρεση από την αρχή της εύνοιας υπέρ του εργαζόμενου που διέπει το εργατικό δίκαιο, πρέπει να ερμηνεύεται στενά, αποκλεισμένης της προσφυγής στην αναλογική ή διασταλτική ερμηνεία, κατά τη ρητή διατύπωσή της, εφαρμόζεται εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις: α) η παροχή συνιστά αποζημίωση για την απώλεια της θέσης εργασίας, προβλέπεται δε από άλλη ειδική διάταξη νόμου, κανονισμού, συμβάσεως, οργανισμού εσωτερικής υπηρεσίας, συλλογικής σύμβασης εργασίας κλπ, β) είναι πρόσθετη, δηλαδή όμοιας φύσεως σε σχέση με αυτή που καταβάλλεται βάσει των διατάξεων του ν. 2112/1920, με τον οποίο ρυθμίζεται η λύση της εργασιακής σχέσης συνεπεία καταγγελίας του εργοδότη ή του εργαζόμενου και γ) συνιστά δεύτερη αποζημίωση, πέραν αυτής που προβλέπεται από τον ως άνω νόμο. Εν όψει των ανωτέρω, καθίσταται σαφές ότι χρηματική παροχή, η οποία δεν έχει αποζημιωτικό χαρακτήρα ή δεν καταβάλλεται συνεπεία καταγγελίας της σύμβασης εκ μέρους του εργοδότη ή του εργαζόμενου και άρα δεν είναι όμοιας φύσεως προς την αποζημίωση που προβλέπεται στις διατάξεις του ν. 2112/1920, δεν συνιστά “αποζημίωση” και μάλιστα δεύτερη έναντι αυτής που καταβάλλεται βάσει του ν. 2112/1920 και ως εκ τούτου δεν εμπίπτει στον περιορισμό της καταβολής αυτής μέχρι του ύψους των 2.250 ευρώ».

Από τα ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι η αποζημίωση που προβλέπει ο ΑΝ 173/1967, δε φέρει αποκαταστατικό χαρακτήρα , αλλά μισθολογικό συνιστώντας κίνητρο προς εξυγίανση και εξορθολογισμό των επιχειρήσεων με γνώμονα το συμφέρον της επιχείρησης και την αναδιάταξη των θέσεων εργασίας υπό τους συνταγματικούς όρους του άρθρου 5 του Συντάγματος και της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων ως ειδικότερη έκφανση της αρχής της οικονομικής ελευθερίας( ΑΚ 361).  Επιχειρείται, επομένως, μια σαφής και αδήριτη διάκριση ανάμεσα στην αποζημίωση του Ν. 2112/20 λόγω καταγγελίας της σχέσης εργασίας που αποτελεί τη χρηματική παροχή που λαμβάνει ο μισθωτός μετά από τη λύση της εργασιακής του σχέσης και των πρόσθετων παροχών( εφάπαξ αποζημίωση , κίνητρο εθελουσίας εξόδου)  που καταβάλλονται  στα πλαίσια ειδικών νόμων και  λόγω απώλειας εργασιακής θέσης φέρουν  πρόσθετο ανταποδοτικό  χαρακτήρα μη αποζημιωτικό, μη αποκαταστατικό  οπότε και δε δύναται να χαρακτηριστούν  ως αποζημιώσεις και, ως εκ τούτου , να υπόκεινται σε περιορισμούς  ως προς το ύψος καταβολής τους  Σχετικώς έχει , εν προκειμένω, κρίνει και η Ολομέλεια του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου της χώρας με την ΟΛΑΠ 17/2005 σύμφωνα με την οποία : «Η θέσπιση ανώτατου ορίου στην καταβαλλόμενη από το “ΤΑΠ – ΕΤΒΑ” προς τους αποχωρούντες υπαλλήλους της “ΕΤΒΑ” εφάπαξ αποζημίωση, εισάγει δυσμενή διάκριση σε βάρος των υπαλλήλων εκείνων, οι οποίοι, ως εκ του μακρού χρόνου υπηρεσίας τους ή των υψηλών αποδοχών τους ή και των δυο, έχουν υποβληθεί σε μεγαλύτερες κρατήσεις και δικαιούνται αναλογικά μεγαλύτερη, από το ανώτατο όριο, εφάπαξ αποζημίωση, σε σχέση με συναδέλφους τους, οι οποίοι ως εκ του μικρότερου χρόνου υπηρεσίας τους και των χαμηλότερων αποδοχών τους, έχουν υποβληθεί σε μικρότερες κρατήσεις και παρά ταύτα θα λάβουν το ίδιο ποσό εφάπαξ αποζημίωσης. Η διάκριση δε αυτή, ενόψει του αμιγώς ανταποδοτικού χαρακτήρα της παροχής, δεν δικαιολογείται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος και είναι αντίθετη προς το Σύνταγμα, λαμβανομένης υπόψη και της δίκαιης ισορροπίας που πρέπει να υφίσταται μεταξύ του γενικού συμφέροντος και του συμφέροντος του ατόμου για την καταβολή της ασφαλιστικής παροχής, όταν αυτή, ως περιουσιακό δικαίωμα προέρχεται, από τις ασφαλιστικές εισφορές του ασφαλισμένου, έτσι ώστε βασίμως να αναμένεται από αυτόν, και στα πλαίσια της κρατικής μέριμνας για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, η αποχή από κάθε επέμβαση και η προστασία του εν λόγω δικαιώματός του».

Άλλωστε, αναφορικά με τα ειδικότερα χαρακτηριστικά και τη νομική φύση των προγραμμάτων εθελουσίας εξόδου έχουν επισημανθεί τα κάτωθι: «Η εθελουσία έξοδος πηγάζει από τη συμφωνία τών μερών. Με τα προγράμματα εθελουσίας εξόδου ο εργοδότης απευθύνει σε (απροσδιόριστο) μεγάλο αριθμό μισθωτών του πρόταση να αποχωρήσουν οικειοθελώς με προσφορά πρόσθετων ανταλλαγμάτων (άρθρα 185, 189, 192 ΑΚ). Η εθελουσία έξοδος αποτελεί καταργητική σύμβαση (άρθρο 361ΑΚ) με την οποία καταργείται υφιστάμενη σύμβαση εργασίας.(παρ. 9) Δεν εξομοιώνεται, όμως, με καταγγελία, αφού η τελευταία αποτελεί δικαίωμα που ασκείται μονομερώς με απευθυντέα δήλωση τής βουλήσεως.

Αν η πρόταση για την κατάρτιση καταργητικής σύμβασης (συμφωνημένη απόλυση) διατυπωθεί ανεπιφύλακτα, τότε ο εργοδότης δεσμεύεται σε περίπτωση που γίνει αποδεκτή με δήλωση τού εργαζομένου. Η λύση επέρχεται μετά από τη δήλωση τού εργαζομένου ότι αποδέχεται το πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου.(παρ. 10) Αν αντίθετα ο εργοδότης επιφυλαχθεί ως προς τη δυνατότητα να αρνηθεί την υπαγωγή στην εθελουσία έξοδο, τότε θα πρόκειται για απλή πρόσκληση (εκδήλωση ενδιαφέροντος) για υποβολή σχετικής προτάσεως από την πλευρά τού εργαζομένου. Η επιφύλαξη αυτή δεν είναι ικανή να αναιρέσει τον εθελούσιο χαρακτήρα τής αποχώρησης τού μισθωτού.

Τα προγράμματα εθελουσίας εξόδου δεν εντάσσονται,  στις απολύσεις,  αφού όσοι εργαζόμενοι αρνούνται την προσφορά, δεν απολύονται, αλλά μπορούν να συνεχίσουν την απασχόλησή τους, χωρίς άμεση απειλή καταγγελίας τής σχέσης εργασίας τους. Οι εθελούσιες έξοδοι εξομοιώνονται με τις «συμφωνημένες απολύσεις» μετά από πρωτοβουλία τού εργοδότη και εκκινούν από την ανάγκη μειώσεως τού προσωπικού. Γίνονται για οικονομοτεχνικούς λόγους και όχι για λόγους που αναφέρονται στο πρόσωπο τού εργαζομένου. Σε περίπτωση μη εφαρμογής τους, είναι πιθανόν ο εργοδότης να αναγκαστεί να προβεί σε απολύσεις. Σε περίπτωση εθελουσίων εξόδων όσων συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης, η νομολογία δέχεται ότι διατηρείται το δικαίωμα αποζημίωσης κατ’ άρθρο 8 τού Ν. 3198/55.(παρ. 12) Η μη καταβολή τής αυξημένης αποζημίωσης επιφέρει την ακυρότητα.(παρ. 13)»( Γνωμοδότηση Στεργίου Α. καθηγητού Νομικής Σχολής ΑΠΘ, Δελτίο Εργατικής Νομοθεσίας  2017. 337 επ.)

Ως προς τις μειώσεις των εφάπαξ παροχών τα τελευταία χρόνια, ιδίως στους τραπεζικούς κλάδους, το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει κρίνει με την υπ’αριθμ. 2429/2018 απόφασή του ότι η μείωση  του  εφάπαξ βοηθήματος  υπαλλήλων της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος που έχουν αποχωρήσει με εθελούσια έξοδο συμβαδίζει με τις αρχές της ανταποδοτικότητας και της ισότητας  και είναι συμφυής με το δημόσιο συμφέρον.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

nomocultus
Βασιλέως Αλεξάνδρου 114 Περιστέρι, ΤΚ 12134, Αθήνα
+30 2155304867
kat85saiti@yahoo.gr

ΤΗΛΕΦΩΝΟ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Copyright © Nomocultus 2020

https://nomocultus.gr/wp-content/uploads/2023/02/e-banner_orizontio60X468.jpg