Εργατικό δίκαιοΥποδείγματα δικογράφωνΠΑΡΑΙΤΗΣΗ ΥΠΑΛΛΗΛΟΥ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ -ΠΛΑΝΗ ΠΕΡΙ ΤΗ ΔΗΛΩΣΗ- ΑΚΥΡΟΤΗΤΑ ΠΑΡΑΙΤΗΣΗΣ

10 Μαΐου 2021

ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΜΟΝΟΜΕΛΟΥΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ

( ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ- ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ , άρθρα 621- 622ΚΠΟΛΔ)

 

π ρ ο τ α σ ε ι σ

 

Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ………………… που εδρεύει στην Αθήνα, οδός …………….. αριθμός…… όπως νόμιμα εκπροσωπείται

 

κ α τ α

Tου/Της …………………,  κατοίκου ……………………….Α.Φ.Μ.: …………..

 

Συζητείται Ενώπιον του Δικαστηρίου Σας   σήμερα ………………….και με αριθμό πινακίου …………, η από ………….. και με ΓΑΚ …………… αγωγή του αντιδίκου καθ’ ημών με την οποία αιτείται την αναγνώριση της ακυρότητας της δήλωσης παραίτησής του λόγω πλάνης, την αναγνώριση της εγκυρότητας της σύμβασης εργασίας του συνεπεία ακύρου λύσης της σχέσης εργασίας  και την υποχρέωση επαναπρόσληψής του στην ίδια θέση και ειδικότητα με τις αποδοχές που καταβάλλονταν κατά το χρόνο αποχώρησής του, αξιώνει,δε, και καταβολή ποσού λόγω ηθικής βλάβης και απειλεί χρηματικής ποινής με έκδοση απόφασης προσωρινώς εκτελεστής.

Την ως άνω αγωγή αρνούμεθα στο σύνολό της ως νόμω και ουσία  αβάσιμη, ανυποστήρικτη, αόριστη και καταχρηστικώς ασκούμενη, αποκρούουμε, δε, όλους τους σε αυτήν περιλαμβανόμενους ισχυρισμούς και ενστάσεις του αντιδίκου, επαγόμενοι τα κάτωθι:

 

Ι)Ο ενάγων,  τέως υπάλληλος…………………… ,  γεννηθείς στις ……………..  ήτοι ……….. ετών , προσλήφθηκε από τον ενάγοντα με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στις …………….. έως  ……………….  , ότε και έγινε δεκτή η παραίτηση που υπέβαλε δυνάμει της υπ’αριθμ. ………………. αιτήσεώς του , η οποία επέφερε διαγραφή του από το προσωπικό της ………………….. κατ’ εφαρμογή της από ………………  Απόφασης του Διοικητικού  Συμβουλίου. Με το υπ’ αριθμ. Πρωτ. ……………….έγγραφο ……………….. γνωστοποιήθηκε στον ενάγοντα η αποδοχή της παραίτησής του, ως λόγος εξόδου  με ημερομηνία ……………… και βαθμό ……………………… ενώ κατά τον ως άνω  χρόνο είχε συμπληρώσει ………………….,  … έτη υπηρεσίας.

 

Σύμφωνα  με τις διατάξεις  του Εσωτερικού Κανονισμού της Τράπεζας της Ελλάδος – οι οποίες έχουν αυξημένη τυπική ισχύ έναντι των γενικών νόμων, αφού το καταστατικό της Τραπέζης της Ελλάδος αποτελεί μέρος διεθνούς σύμβασης, κυρωθείσας με τον Ν. 3424/1927, ως εκ τούτου υπερτερεί κατά το στάδιο εφαρμογής έναντι των τυπικών νόμων( βλ. απόσπασμα από Γνώμη ΕΚΤ 19/03/2008 σχετικά με το σχέδιο νόμου περί μεταρρύθμισης του ελληνικού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης – CON /2008/13)-  και ειδικότερα δυνάμει του άρθρου 16  του Κανονισμού, προβλέπονται τα εξής:  «η υπαλληλική σχέσις λύεται:

  1. δια καταγγελίας της συμβάσεως υπό της Τραπέζης,
  2. διά παραιτήσεως του υπαλλήλου και
  • δι΄ απολύσεως, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 17, με τα οποία  οριοθετείται  και συγκεκριμενοποιείται  ο  τρόπος λύσεως της υπαλληλικής σχέσεως ως εξής:

Το άρθρο 17 με τίτλο “καταγγελία” ορίζει ότι “η Τράπεζα δικαιούται ανά πάσαν στιγμήν να λύση την προσωρινήν υπαλληλικήν σχέσιν, τηρούσα τας υπό του νόμου οριζομένας προθεσμίας καταγγελίας”.

Σύμφωνα, δε, με τις διατάξεις του άρθρου 15 του Κανονισμού του τέως Ταμείου Σύνταξης Προσωπικού Τ.τ. Ε. , του άρθρου 32 του Γενικού Κανονισμού Κατάστασης των Υπαλλήλων της Τ.τ.Ε, και τις γενικές διατάξεις ( Ν.3863/2010, άρθρο 64, Ν. 4021/2011, άρθρο 44, Ν.  3029/02, άρθρο 2 ) ,  οι ασφαλισμένοι  που εισήχθησαν  στην ασφάλιση  οποιουδήποτε φορέα  Κύριας Ασφάλισης μέχρι 31/12/1982, θεμελιώνουν  δικαίωμα συνταξιοδότησης με την συμπλήρωση 35 ετών  ασφάλισης, ανεξαρτήτου ορίου ηλικίας.

Ωστόσο  με την ψήφιση  του Νόμου 4336/15 «Συνταξιοδοτικές Διατάξεις – Κύρωση του Σχεδίου Σύμβασης  Οικονομικής Ενίσχυσης από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό  Σταθερότητας  και Ρύθμισης για την υλοποίηση της Συμφωνίας  Χρηματοδότησης» στο άρθρο 2 υποπαράγραφος  Ε3 περίπτωση 2 β»  προβλέπεται  ότι: « Στις περιπτώσεις  που από  την ισχύουσα μέχρι τη δημοσίευση του νόμου αυτού νομοθεσία δεν προβλέπεται όριο ηλικίας  για θεμελίωση δικαιώματος  πλήρους  ή μειωμένης  σύνταξης  λόγω  γήρατος, η σταδιακή  αύξηση, σύμφωνα με τους  σχετικούς   πίνακες- όπως αυτοί εμπεριέχονται στο κείμενο του ως άνω νόμου και έχουν δημοσιευθεί στην με αριθμό Φ11321/ΟΙΚ47523/1570/2015 Υπουργική Απόφαση του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Απασχόλησης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης( ΦΕΚ 2311/Β/26-10-2015),  αρχίζει από τη δημοσίευση  του νόμου  αυτού με  όριο ηλικίας  το 58ο έτος  εφόσον η θεμελίωση  δικαιώματος  προβλέπεται με τη συμπλήρωση   τουλάχιστον  35 ετών ασφάλισης, ενώ σε  κάθε άλλη περίπτωση  με όριο ηλικίας το 55ο  έτος».

 

Από τη συνδυαστική ερμηνεία και εφαρμογή των  ανωτέρω διατάξεων καθίσταται πρόδηλη η ειδοποιός διαφορά που υφίσταται στους λόγους λύσης της υπαλληλικής σχέσης με την Τ.τ.Ε, καθώς  αυτή επέρχεται είτε με καταγγελία από πλευράς του εργοδότη, ήτοι της Τράπεζας, είτε με παραίτηση και οικειοθελή αποχώρηση του εργαζομένου της για κάθε λόγο που δεν εξειδικεύεται από καμία νομοθετική διάταξη, αλλά επέρχεται σε κάθε περίπτωση και ενάντια στη βούληση του εργοδότη, όπως ορίζουν οι καταστατικές διατάξεις της Τράπεζας της Ελλάδος, αφήνοντας περιθώριο δράσης στις ενδοτικού δικαίου διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας .

 

Η λύση της εργασιακής σχέσης του ενάγοντα έγινε απόλυτα  σύννομα, βάσει  του άρθρου 18 του Κανονισμού της Τ.τ. Ε., λόγω παραίτησής του και όχι λόγω συμπλήρωσης των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης, καίτοι ο ενάγων υποστηρίζει ότι παραιτήθηκε δήθεν κατόπιν προτροπών και υποδείξεων του αρμοδίου Τμήματος της Τράπεζας έχοντας προφορική διαβεβαίωση εξ αυτού ότι πληροί τους όρους συνταξιοδότησης. Η ίδια η αίτηση του ενάγοντα αναφέρεται σε παραίτηση , ήτοι οικειοθελή λύση της εργασιακής σχέσης, ενώ από κανένα έγγραφο στοιχείο δε μπορεί να υποστηριχθεί ότι η Τράπεζα προέτρεψε σε παραίτηση ή σε άλλο τρόπο λύσης της εργασιακής σχέσης, αφού, εάν επρόκειτο να το κάνει, αυτό θα συνέβαινε μόνο στα πλαίσια είτε καταγγελίας για σπουδαίο λόγο , είτε λόγω συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης ή κάποιου άλλου εκ των αναφερόμενων στο άρθρο 19 του Κανονισμού της λόγο.

 

Ακόμη κι αν υποτεθεί ότι ο ενάγων υποκινήθηκε από την Τράπεζα να προβεί σε παραίτηση, σε κανένα εκ των εγγράφων που τον αφορούν και σχετίζονται με την πράξη τερματισμού της υπηρεσιακής του κατάστασης, δε γίνεται μνεία του λόγου  αποχώρησης, ούτε βέβαια απορρέει από το σύνολο των σχετικών  προσκομιζόμενων  και επικαλούμενων εγγράφων ,  ότι όργανα της Τράπεζας τον διαβεβαίωσαν ότι πληροί προϋποθέσεις συνταξιοδότησης όπως αορίστως προβάλλει , καθώς  ο ενάγων- ο οποίος  έως …………..είχε πραγματοποιήσει ….. έτη, ως εργαζόμενος στην Τράπεζα, άρα χρόνο που υπολείπεται των 35 ετών-  είχε απευθυνθεί για το θέμα της καταμέτρησης των ημερών εργασίας του για χρονικό διάστημα πριν την πρόσληψή του στην Τ.τ. Ε.,  στο τέως ΙΚΑ-ΕΤΑΜ,  κατά συνέπεια, και εκκρεμούντος του αιτήματός του από…………… ,ότε και υπέβαλε σχετικό αίτημα στο τέως ΙΚΑ-ΕΤΑΜ  για βεβαίωση χρόνου ασφάλισης,   έως και  ……………  οπότε και επήλθε απάντηση από την αρμόδια Υπηρεσία του ως άνω Φορέα Κυρίας Ασφάλισης, η Τράπεζα γνώριζε μόνο τον χρόνο υπηρεσίας του ενάγοντος σε αυτήν,   επιπροσθέτως,  δε,  ο ενάγων κατά το χρονικό διάστημα λύσης της σύμβασης εργασίας του με την Τράπεζα της Ελλάδος ( ……………. ) , αφενός  δεν είχε υποβάλλει  αίτημα για πιστοποίηση χρόνου ασφάλισης σε άλλον φορέα ασφάλισης , καθώς η σχετική αυτή ενέργεια χώρησε μεταγενέστερα, ήτοι στις …………… , οπότε και η Τράπεζα δε γνώριζε -κατά τον κρίσιμο χρόνο που επήλθε η λύση της σύμβασης εργασίας-   ούτε θα μπορούσε να γνωρίζει εάν είχε ή όχι πρόθεση συνταξιοδότησης , αφετέρου δεν είχε συμπληρώσει τον προβλεπόμενο νομοθετικά χρόνο ασφάλισης των  35 ετών.  Το γεγονός αυτό περιήλθε σε γνώση της μεταγενέστερα, ήτοι στις …………..  οπότε και ο ενάγων απευθύνθηκε για το συνταξιοδοτικό του ζήτημα στην ΤτΕ, και  ενημερώθηκε ο ότι , λόγω νομοθετικής αλλαγής, ως εξετέθη και ανωτέρω , καθιερώθηκε όριο ηλικίας για χορήγηση σύνταξης με 35 έτη ασφάλισης, προσέτι, δε, δια του ίδιου ανωτέρω εγγράφου ενημερώθηκε για τη δυνατότητα να συμπληρώσει τις χρονικές προϋποθέσεις των 35 ετών με προαιρετική συνέχιση της ασφάλισής του, στην οποία είχε δυνατότητα να προβεί, αφού ενημερώθηκε εγγράφως ή ακόμη να εργασθεί με κανονική απασχόληση, ωστόσο δεν το έπραξε, καίτοι είχε τις εν λόγω εναλλακτικές επιλογές.

Καθίσταται , επομένως, σαφές ότι ο ενάγων με τις ενέργειές του επέδειξε αμέλεια ως προς τον χειρισμό προσωπικών του υποθέσεων  παραιτούμενος αυτόβουλα και δεν απολύθηκε από την Τράπεζα ώστε να συνταξιοδοτηθεί, αφού πρόκειται για διακριτές μεταξύ τους περιπτώσεις που περιέχονται σε διαφορετικές διατάξεις του καταστατικού της ΤτΕ, η δε, παραίτησή του έγινε δεκτή αφού υποβλήθηκε εγγράφως και τηρήθηκαν οι εν γένει τυπικές  διατυπώσεις .

Αναφορικώς με τους ισχυρισμούς του ότι επήλθε παραίτηση και άλλων συναδέλφων του υπό τις ίδιες προϋποθέσεις, σημειώνεται ότι οι εν λόγω συνταξιούχοι παραιτήθηκαν σε προγενέστερα χρονικά διαστήματα, ενώ άσκησαν το συνταξιοδοτικό τους δικαίωμα βάσει του ισχύσαντος κατά το χρόνο υποβολής αίτησης συνταξιοδότησης νομοθετικού πλαισίου και όχι της νομοθεσίας που εφαρμοζόταν στο χρονικό διάστημα παραίτησής των, ενώ η Τράπεζα , εφάρμοσε κανονικά τις καταστατικές της υποχρεώσεις που αφορούσαν την παραίτησή τους συνεπεία της οποίας λύθηκε η σχέση εργασίας.

 

ΙΙ)Αναφορικώς με τους έωλους  ισχυρισμούς του ενάγοντος περί πλάνης στα παραγωγικά αίτια της βούλησης, ακυρότητας της λύσης της εργασιακής σύμβασης και υποχρέωσης επαναπρόσληψης,  επισημαίνεται πρωτίστως  ότι η παραίτηση ως καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου από το μισθωτό αποτελεί μονομερή, αναιτιώδη, απευθυντέα δικαιοπραξία με διαπλαστικό χαρακτήρα,η οποία από την περιέλευσή της στον εργοδότη έχει πλήρη νομική ενέργεια, δηλαδή, επιφέρει τη λύση της σύμβασης εργασίας χωρίς ν’ απαιτείται και αποδοχή αυτής (ΑΠ 1226/1987 No Β 36.1446, ΑΠ1792/1987 ΕΕΔ1989.211) ενώ  μονομερής δήλωση του καταγγεΐλαντος δεν μπορεί να  επιφέρει ανασύσταση  της λυθείσας σύμβασης εργασίας (ΑΠ 1792/1987ο.π., ΑΠ 162/1983 ο.π., ΝΣΚ 515/2003, 173/2004).

Για να προκαλέσει, όμως, η καταγγελία τη λύση της εργασιακής σχέσης πρέπει να είναι έγκυρη, να συντρέχουν, δηλαδή, κατά το χρόνο της τελείωσής της οι αφορώσες στο πρόσωπο του δηλούντος προϋποθέσεις εγκυρότητας της δηλώσεως βουλήσεως. Σύμφωνα με τις γενικές αρχές του δικαίου, κατά το χρόνο που συντελείται η δήλωση βουλήσεως, πρέπει το πρόσωπο που προβαίνει σ’αυτή να έχει συνείδηση των πραττομένων και να μη στερείται της χρήσης του λογικού από πνευματική νόσο, η δε με τον τρόπο αυτό εκδηλωμένη βούλησή του να είναι απαλλαγμένη από ελαττώματα που αποκλείουν την ελεύθερη διαμόρφωσή της. Στα παρακωλυτικά στοιχεία της ελεύθερης διαμόρφωσης της βουλήσεως περιλαμβάνεται και η πλάνη, η οποία συνίσταται στην έλλειψη γνώσης ή την εσφαλμένη γνώση της απαιτούμενης για τον προσδιορισμό της βουλήσεως πραγματικής καταστάσεως (Μπαλής Γενικαί Αρχαί έκδοση 8η παρ.42 σελ.132,137 Σημαντήρας Γενικαί Αρχαί 1988 αρ.720, Γεωργιάδης – Σταθόπουλος κατ’άρθρο ερμηνεία ΑΚ τόμος 10ς σελ.109) .

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 140,141 και 143 του Αστικού Κώδικα, δήλωση η οποία, λόγω ουσιώδους πλάνης, δεν συμφωνεί με τη βούληση του δηλούντος, καθιστά τη δικαιοπραξία ακυρώσιμη. Η πλάνη είναι ουσιώδης, όταν αναφέρεται σε στοιχείο τέτοιας σπουδαιότητας, ώστε αυτός που πλανήθηκε δε θα προέβαινε στη δήλωση, αν γνώριζε την πραγματική κατάσταση. Εάν η βούληση του δηλώσαντος σχηματίστηκε μέσα σε πεπλανημένο περιβάλλον εξαιτίας των ανακριβών περί πραγματικότητας παραστάσεων, τότε δεν πρόκειται για πλάνη στη δήλωση αλλά για πλάνη περί τα αίτια, τα οποία διαμόρφωσαν τη βούληση, δηλαδή, για πλάνη περί τα παραγωγικά αίτια της βουλήσεως κι ενώ η πλάνη, όταν αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά αίτια της βουλήσεως, δεν θεωρείται, κατ’αρχήν, ουσιώδης, εφ’όσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, σε περίπτωση,όμως, κατά την οποία τα παραγωγικά αίτια της βουλήσεως αποτελούν δικαιοπρακτικό θεμέλιο της δικαιοπραξίας ή της οιονεί – δικαιοπραξίας, η πλάνη που αναφέρεται σ’αυτά είναι ουσιώδης (Ολ. ΑΠ 35/1998, 5/1990, ΑΠ 1769/2009, 80/2007, 151/2002, ΝΣΚ 496/2006, 23/2005, 547/2001, 442/1999).

Στην υπό κρίση ένδικη διαφορά, ο ενάγων υπέβαλε κατά αληθή , ρητή και ανεπιφύλακτη  δήλωση και βούληση αυτού παραίτηση , για την οποία είχε απόλυτη συνείδηση των πραττομένων,  υποβάλλοντας  έγγραφη αίτηση, η οποία εν συνεχεία έγινε δεκτή.  Κατά το χρόνο υποβολής της παραίτησής του  δεν απορρέει από κανένα έγγραφο στοιχείο περιελθέν σε γνώση της Τράπεζας  ότι επιθυμούσε να συνταξιοδοτηθεί , αφού αυτό το αποφάσισε μεταγενέστερα και ειδικότερα στις  ……………. όταν αποφάσισε να καταθέσει ασφαλιστικά του στοιχεία στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ προς διαπίστωση του χρόνου ασφάλισης που διανύθηκε στον εν λόγω Φορέα. Επομένως, κατά το κρίσιμο διάστημα του χρόνου κατάρτισης της δήλωσης παραίτησής του είχε πρόθεση και βούληση αποχώρησης από την Τ.τ. Ε. , χωρίς να αποσαφηνίζεται ο λόγος αυτής, όπως άλλωστε προβλέπουν οι αναφερομένες ανωτέρω καταστατικές διατάξεις και έπραξε κατά θέση ο ενάγων στην αίτηση- δήλωση παραίτησής του.

Επιπλέον, η ανάκληση παραίτησης, βάσει των οριζόμενων στο άρθρο 18 του Κανονισμού της ΤτΕ , αλλά και της εν γένει εργατικής νομοθεσίας  δεν είναι εφικτός, αφού η παραίτηση γίνει δεκτή, καθώς πρόκειται γι μονομερή απευθυντέα δήλωση βούλησης.  Το γεγονός αυτό  αντιδιαστέλλεται από τα όσα γίνονται δεκτά σε επίπεδο δημοσίου δικαίου περί ανάκλησης πράξης παραίτησης δημοσίων υπαλλήλων και λειτουργών( πρβλ ΝΣΚ 275/2015:  «Στο πεδίο του διοικητικού δικαίου και ειδικότερα στην περίπτωση παραίτησης δημοσίου υπαλλήλου, γίνονται δεκτά τα εξής: επί παραίτησης δημοσίου υπαλλήλου από τη θέση που κατέχει, η δήλωσή του πρέπει να μην πάσχει από ελαττώματα που προκαλούν ακυρότητα, μεταξύ των οποίων και η πλάνη ως προς ουσιώδες στοιχείο της κατάστασης στην οποία πρόκειται αυτός να περιέλθει μετά τη λύση της υπαλληλικής σχέσης (ΣτΕ 3554,3550/1988,3957/1978, ΝΣΚ 134/2015, 222/2013, 45/2010, 28/2002, 658/1999, 309/1992, 689,13/1989, 887/1987, 247/1982).Η πλάνη αυτή, η οποία συνιστά πλάνη περί τα παραγωγικά αίτια της βουλήσεως, έχει κριθεί ότι στην περίπτωση της παραίτησης από δημοσιοϋπαλληλική θέση, μπορεί, κατά περίπτωση, να θεωρηθεί ουσιώδης (ΝΣΚ 178, 179/2012,23/2005,356/2004).Ειδικότερα, έχει γίνει δεκτό ότι η αδυναμία συνταξιοδότησης μετά τη λύση της υπαλληλικής σχέσης συνιστά ουσιώδες στοιχείο της κατάστασης στην οποία πρόκειται να περιέλθει ο υπάλληλος μετά την παραίτηση και η περί αυτής πλάνη είναι ουσιώδης, εφόσον αποδεικνύεται ότι ο παραιτηθείς δεν θα προέβαινε στην υποβολή της παραίτησης, αν τελούσε εν γνώσει της αδυναμίας αυτής (ΝΣΚ 134/2015,535/2012, 393,394,395/2012, 45/2010, 207/2001, 442/1999, 430/1997, 309/1992, 81/1991, 247/1982). Ομοίως, έχει γίνει δεκτό ότι ουσιώδες στοιχείο, κατά τα ανωτέρω μπορεί να είναι και το ύψος της σύνταξης που θα λάβει ο παραιτηθείς (ΝΣΚ 356/2004, 28/2002, 547/2001, 727/1991), εκτός αν η διαφορά του ύψους της σύνταξης είναι μικρή και καθιστά το στοιχείο αυτό μη ουσιώδες (ΝΣΚ 23/2005) ή αν πρόκειται για νομοθετικά ρυθμισμένη αντιστοιχία ετών υπηρεσίας και ύψους σύνταξης, οπότε η πλάνη δεν είναι συγγνωστή (ΝΣΚ 508/1999, 874/1991) καθώς και ότι ουσιώδες στοιχείο της κατάστασης του υπαλλήλου μετά την παραίτησή του είναι και ο χρόνος έναρξης της πληρωμής της σύνταξής του, αν ο χρόνος αυτός απέχει αρκετά από τη λύση της υπαλληλικής σχέσης και την παύση της καταβολής αποδοχών στον υπάλληλο (ΝΣΚ 535/2012, 393/2012).

Ήδη θεσπίστηκε νομοθετικά, με την παρ. 10 του άρθρου 4 του Ν.4151/2013, η δυνατότητα ανάκλησης υποβληθείσας παραίτησης δημοσίου υπαλλήλου, εφόσον οφείλεται σε πλάνη περί τα παραγωγικά αίτια της βουλήσεως και συγκεκριμένα ως προς τη δυνατότητα συνταξιοδότησης και άμεσης καταβολής της σύνταξής του και αντίστοιχη υποχρέωση της Διοίκησης να ανακαλέσει τη σχετική διαπιστωτική πράξη περί λύσης της υπαλληλικής σχέσης. Και τούτο, διότι, όπως διαλαμβάνεται στην αιτιολογική έκθεση , είχε παρατηρηθεί ότι σε πολλές περιπτώσεις και λόγω της πολυνομίας που υπάρχει σε σχέση με τα συνταξιοδοτικά θέματα, υπάλληλοι αποχωρούν από την υπηρεσία λόγω συνταξιοδότησης, χωρίς όμως να πληρούν τους όρους και τις προϋποθέσεις γι’ αυτήν)»,

Σύμφωνα με το άρθρο 103 αρ. 7 του ισχύοντος Συντάγματος που προστέθηκε κατά την τελευταία αναθεώρησή του το 2001, και το οποίο απηχεί εικοσαετή, ήδη, νομοθετική πρακτική, ο κοινός νομοθέτης καθορίζει τον “ευρύτερο δημόσιο τομέα”, δικαιούμενος να επανέρχεται και να επανακαθορίζει τον κύκλο των νομικών προσώπων που ανήκουν σ’ αυτόν.

Με το με το άρθρο 1 παρ. 6 εδ. ε του ν.1256/1982 εντάσσονται στον δημόσιο τομέα και οι τράπεζες, των οποίων “το σύνολο ή την πλειοψηφία των μετοχών του εταιρικού κεφαλαίου έχουν το Δημόσιο τα ν.π.δ.δ. κ.α.” όπως ειδικότερα αναφέρονται στο νόμο  και εκείνες που “είτε έχουν κρατικό προνόμιο ή κρατική επιχορήγηση”. Η Τράπεζα της Ελλάδος, πληρούσα το τιθέμενο στο νόμο κριτήριο της υπάρξεως κρατικού προνομίου, το οποίο συνίσταται στην έκδοση και θέση σε κυκλοφορία τραπεζογραμματίων σύμφωνα με το άρθρο 2 του Καταστατικού της, αναφέρεται και μάλιστα ονομαστικά μεταξύ των υπαγομένων στο δημόσιο τομέα τραπεζών.

Με το άρθρο 51 του νόμου 1892/1990 εισήχθη “επαναοριοθέτηση του δημόσιου τομέα” και ορίσθηκε αναφορικά με τις τράπεζες, ότι “ο κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 περ. 6 του ν. 1256/1982 δημόσιος τομέας περιλαμβάνει μόνο … ε) τις τράπεζες που ανήκουν στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου είτε στο σύνολό τους είτε κατά πλειοψηφία”. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, η Τράπεζα της Ελλάδος δεν ανήκει ούτε θα μπορούσε να ανήκει στον δημόσιο τομέα και τούτο γιατί η Τράπεζα της Ελλάδος σύμφωνα με τη ρητή διάταξη του άρθρου 8 του Καταστατικού της (το οποίο μάλιστα έχει την υπέρτερη κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος τυπική ισχύ, αφού αποτελεί παράρτημα διεθνούς συμβάσεως – Παράρτημα IV στο Πρωτόκολλο περί εγκρίσεως της συνάψεως δανείου Λιρών Στερλινών 9.000.000 που υπογράφηκε στη Γενεύη στις 15.9.1927 που κυρώθηκε με τον ν. 3424/1927), το Δημόσιο, περιλαμβανομένων και των πάσης φύσεως δημοσίων επιχειρήσεων, απαγορεύεται να κατέχει, αμέσως ή εμμέσως, ποσοστό ανώτερο του 35% των μετοχών (πρβλ. σχετικά το άρθρο 8 όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με την από 7.10.1999 απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως των μετόχων της Τράπεζας της Ελλάδος κυρωθείσα με το Ν. 2778/1999, ενώ προηγουμένως προβλεπόταν το ποσοστό να μην υπερβαίνει το 10%). Βεβαίως, και μετά τον επαναπροσδιορισμό του δημόσιου τομέα με το άρθρο 51 του ν. 1892/1990, στις περιπτώσεις που ο νομοθέτης θέλησε, μεταγενέστερα, να επεκτείνει μία ρύθμιση πέραν του κύκλου των κατά το άρθρο αυτό “φορέων” του δημόσιου τομέα, αναφέρεται ειδικώς στην αρχική (κατά την παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982) οριοθέτηση του δημόσιου τομέα “όπως αυτός οριοθετείται πριν από την ισχύ του ν. 1892/1990” (ενδεικτικά άρθρο 19 παρ. 2 εδ. β ν. 2344/1995, άρθρο 3 παρ. 2 ν. 1895/1990, άρθρο 39 ν. 1968/1991 επί αποσπάσεων, άρθρο 28 παρ. 2 ν. 2085/1992 επί συνδικαλιστικών αδειών κλπ.) ή εισάγει ειδικώς για την εφαρμογή συγκεκριμένης ρυθμίσεως άλλο προσδιορισμό του δημόσιου τομέα (ενδεικτικά άρθρο 14 παρ. 1 ν. 2190/1994, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 ν. 2597/1997, άρθρο 1 παρ. 2 ν. 3021/2002).

Κατά τα άρθρα 1 και 8 παρ. 4 του Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος (ΟλΑΠ 27/1995 ΕλΔνη 37, 41) η Τράπεζα έχει συσταθεί ως ανώνυμη εταιρεία και συνιστά ως εκ της φύσεώς της νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου. Στην Τράπεζα της Ελλάδος έχουν ανατεθεί από της συστάσεως της και μεταγενέστερα ορισμένες αρμοδιότητες, όπως το εκδοτικό προνόμιο και η διαχείριση του εξωτερικού συναλλάγματος ως προς τις οποίες αυτή ασκεί δημόσια εξουσία και εκδίδει εκτελεστές διοικητικές πράξεις. Ως προς την άσκηση δηλαδή των προνομίων και των αρμοδιοτήτων οι οποίες της έχουν εκχωρηθεί η Τράπεζα, έχει δημόσιο χαρακτήρα (Π. Δαγτόγλου Γενικό Διοικητικό Δίκαιο, 5η έκδοση, 1997, σ. 240 επ. – Ε. Σπηλιωτόπουλου Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, 5η έκδοση, 1991, σ.341 επ, Τάχου Α. Ελληνικό Διοικητικό Δίκαιο, 5η έκδοση, 1996, σ.245, επ.). Όπως γίνεται παγίως δεκτό από τη νομολογία, η Τράπεζα της Ελλάδος έχει ιδιότυπο, διφυή χαρακτήρα, νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου μεν, ως προς την άσκηση από μέρους της τραπεζικών εργασιών και τις σχέσεις με το προσωπικό της και τους πελάτες της, δημοσίου δικαίου δε, ως προς την άσκηση των αρμοδιοτήτων της διαχείρισης, εξωτερικού συναλλάγματος, εκδοτικού προνομίου κ.λ.π., ως προς τις οποίες ασκεί δημόσια εξουσία, εκδίδοντας εκτελεστές διοικητικές πράξεις (ΑΠ 2075/83 ΝοΒ 33,29, ΑΠ 2403/91 ΝοΒ 40, 1087 Εφ.Αθ.1200/1998. ΕΕργΔ 57, 1086, ΟΛΑΠ 1/2006). Επισημαίνεται συναφώς ότι τόσο ο ν. 1256/1982 όσο και ο ν. 1892/1990 έλαβαν υπόψη την ύπαρξη νομικών προσώπων με μεικτό (διφυή) χαρακτήρα (άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982 και άρθρο 51 του ν. 1892/1990: “στο δημόσιο τομέα περιλαμβάνονται όλοι οι κρατικοί φορείς ανεξάρτητα από το καθεστώς δημοσίου ή ιδιωτικού ή μεικτού δικαίου που τους διέπει”) και, εν επιγνώσει αυτού του δεδομένου, προβαίνουν στη θέσπιση συγκεκριμένων, ανεξαρτήτων του καθεστώτος αυτού, κριτηρίων υπαγωγής στο δημόσιο τομέα.

Ως εκ τούτου, δεν είναι δυνατή η αναλογική  εφαρμογή – στην υπό κρίση ένδικη διαφορά-  συνταξιοδοτικών νομοθετημάτων που καλύπτουν στο πεδίο εφαρμογής τους δημοσίους υπαλλήλους, καθώς η Τράπεζα της Ελλάδας δεν συνιστά δημόσιο νομικό πρόσωπο στις σχέσεις με τους εργαζομένους της, αλλά εφαρμόζει διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου.

 

ΙΙΙ)Αναφορικώς με το ζήτημα της προσβολής προσωπικότητας και της συνεφέλκουσας  ηθικής βλάβης που επικαλείται αόριστα και αβάσιμα ο ενάγων , δεν απορρέει από κανένα αποδεικτικό στοιχείο η παράνομη συμπεριφορά της Τράπεζας, η οποία τήρησε στο έπακρο  την καταστατική της νομοθεσία κατά την εφαρμογή των κρίσιμων διατάξεων του άρθρου 18 του Καταστατικού της, αλλά και την καταβολή προσήκουσας αποζημίωσης στον ενάγοντα η οποία ανερχόταν στις…………….. , ότε και καταβλήθηκε, ποσό εφάπαξ αποζημίωσης ……………€.

Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας με τις διατάξεις των άρθρων ΑΚ 57 επ., είναι  με βάση  και τη νομολογία: α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη που συμβαίνει, όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο όμως είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της έννομης τάξης είτε ασκείται καταχρηστικά κατά την έννοια των άρθρων 281 ΑΚ και 25§3 του Συντάγματος και γ) πταίσμα του προσβολέα, όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1599/2000, 333/2010, 356/2010, 1007/2010). Στην περίπτωση αυτή η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας συνιστά ασφαλώς ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας (ΑΠ 167/2000), οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρ. 914, 919, 920 και 932 ΑΚ, ιδίως για την αποκατάσταση της τυχόν υλικής ζημίας του προσβληθέντος (άρθρ. 57§2 ΑΚ), ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής ως παράνομης είναι η φύση της διάταξης που ενδέχεται με την προσβολή να παραβιάζεται και η οποία έτσι μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου.

Εκ των ανωτέρω  προκύπτει ότι  σε καμία περίπτωση δεν  μπορεί να στοιχειοθετηθεί παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά εκ μέρους της Τ.τ.Ε.,  όταν τηρήθηκαν   στο έπακρο  τόσο  οι ειδικοί καταστατικοί κανόνες( άρθρο 18)  αυτής  περί παραίτησης και αδυναμίας ανάκλησής της μετά την αποδοχή της όσο και οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και του αστικού κώδικα που αφορούν τη δεσμευτικότητα ως προς την παραγωγή εννόμων αποτελεσμάτων μιας μονομερούς δήλωσης βούλησης που αναπτύσσει πλήρη νομική ισχύ και ενέργεια , κι ως εκ τούτου δεν επήλθε καμία παράνομη συμπεριφορά που να αντίκειται σε επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δικαίου. Επιπλέον, δε, η εν λόγω καθόλα σύννομη συμπεριφορά μας έναντι του ενάγοντος ουδόλως μπορεί να στοιχειοθετήσει ότι προκάλεσε διατάραξη εννόμων αγαθών του ,καθώς με την παραίτησή του καταβλήθηκε σε αυτόν εφάπαξ αποζημίωση .

 

ΙV)Ένσταση παραγραφής:  Κατά το άρθρο 157 του ΑΚ, όταν περάσουν δύο χρόνια από τη δικαιοπραξία επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος για ακύρωση. Αν η πλάνη ή η απάτη ή η απειλή εξακολούθησαν και μετά τη δικαιοπραξία, η διετία αρχίζει από τότε που αρχίζει η κατάσταση αυτή. Σε καμιά περίπτωση δεν επιτρέπεται ακύρωση όταν περάσουν είκοσι χρόνια από τη δικαιοπραξία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι μετά την πάροδο διετίaς και σε κάθε περίπτωση εικοσαετίας από τη δικαιοπραξία, αποκλείεται η ακύρωση αυτής λόγω πλάνης, απάτης ή απειλής, τόσο με αγωγή όσο και με ένσταση, αφού η προθεσμία αυτή του άρθρου 157 ΑΚ είναι αποσβεστική, ώστε να επέρχεται απόσβεση του δια-πλαστικού δικαιώματος προς ακύρωση της δικαιοπραξίας. Το αντίθετο δεν προκύπτει από το άρθρο 273 Α.Κ. που θεσπίζει το απαράγραπτο των ενστάσεων, διότι η διάταξη αυτή ισχύει επί παραγραφής και δεν μπορεί να γίνει ανάλογη εφαρμογή της και επί αποσβεστικής προθεσμίας κατά το άρθρο 279 ΑΚ, αφού δεν συμβιβάζεται με τη φύση και το σκοπό αυτής, που είναι η ταχύτερη δυνατή άρση της αβεβαιότητας περί το κύρος της δικαιοπραξίας. Ανεξάρτητα από αυτό, η ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 273 Α.Κ. αποκλείεται επί αποσβεστικής προθεσμίας σε κάθε περίπτωση, γιατί η παραγραφή αφορά πάντοτε τις αξιώσεις υποστατού δικαιώματος και οι  ενστάσεις από τις αξιώσεις αυτές δεν παραγράφονται, με την έννοια ότι μπορούν να προβληθούν και μετά την παραγραφή των αξιώσεων, ενώ με την παρέλευση της αποσβεστικής προθεσμίας παύει να υπάρχει το διαπλαστικό δικαίωμα προς ακύρωση της δικαιοπραξίας, ώστε να μη νοείται πλέον η ύπαρξη αξιώσεως και πολύ περισσότερο ενστάσεως που να πηγάζει από μη υποστατό δικαίωμα (ΑΠ 1408/1980, ΑΠ 1447/2010).

Περαιτέρω, όταν ορίζεται για την άσκηση του δικαιώματος ορισμένη προθεσμία, η άσκηση του εν λόγω δικαιώματος μέσα στην προθεσμία, συντελεί στην διατήρηση του δικαιώματος, με την συνέπεια ότι, δεν εφαρμόζεται στην εν λόγω προθεσμία η διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, κατά την οποία η παραγραφή της αξίωσης, που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής, αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, ή του δικαστηρίου και μπορεί να συμπληρωθεί, ενώ διαρκεί η δίκη, αν παραμεληθεί από το δικαιούχο (ΑΠ 1307/2006).

 

Επειδή στην υπό κρίση ένδικη αγωγή, ο εναγομένος άσκησε το ένδικο βοήθημά του  επτά  έτη  μετά την οικειοθελή του αποχώρηση από την Τράπεζα Ελλάδος , το σχετικό του δικαίωμα έχει αποσβεσθεί κι ως εκ τούτου αβάσιμα προβάλλονται οι σχετικές αξιώσεις του. Ακόμη κι αν υποτεθεί ότι οι ισχυρισμοί περί πλάνης ευσταθούν και ότι η πλάνη έλαβε χώρα στις 18-08-2015 , ότε και επήλθε αλλαγή των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης των ασφαλισμένων σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, επέρχεται πάλι απόσβεση του δικαιώματος του ενάγοντος, καθώς η άσκηση της αγωγής έλαβε χώρα τον …………………. ήτοι τέσσερα(4) έτη μετά την δήθεν εξακολούθηση της πεπλανημένης του δήλωσης. Επιπλέον, η ίδια η νομοθετική πρωτοβουλία όπως εκάστοτε αποτυπώνεται στους τυπικούς νόμους, αφενός δε μπορεί να προβλεφθεί, αφετέρου δε μπορεί να στοιχειοθετήσει πλάνη.

 

V);Ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος κατά ΑΚ 281: Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του.
Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η υπ’ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγομένη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, επιπροσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσης καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσας για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων.
Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκούσης της επελεύσεως δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην ελάσσονα του δια την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του. (ΟλΑΠ 6/2016, ΑΠ 10/2012, ΑΠ 16/2006, ΑΠ 8/2001).
Το δε ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ασκήσεως του δικαιώματός του. Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη.
Εξ’ άλλου, η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, που έχει έντονο τον χαρακτήρα δημοσίας τάξεως, εφαρμόζεται και επί δικαιωμάτων που απορρέουν από άλλες, επίσης δημοσίας τάξεως διατάξεις, όπως είναι οι αξιώσεις των μισθωτών προς καταβολή της αμοιβής τους.
Ειδικότερα καταχρηστική, κατά την ανωτέρω διάταξη, άσκηση του δικαιώματος του μισθωτού από την σύμβαση εργασίας συντρέχει και στην περίπτωση αντιφατικής συμπεριφοράς του τελευταίου, ιδίως όταν αυτή συνιστά προσχεδιασμένο τέχνασμα για την επίτευξη πρόσθετου οφέλους (ΑΠ 2139/2009, ΑΠ 119/2009, ΑΠ 1520/2000, ΑΠ 1354/2017).

Από τα ανωτέρω προκύπτει με απόλυτη ενάργεια ότι ο ενάγων με τις ενέργειές του δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση ότι αποχώρησε εκ της Τράπεζας της Ελλάδος, οπότε και επήλθε λύση της εργασιακής του σχέσης καθώς και καταβολή σε αυτόν της προβλεπόμενης εφάπαξ αποζημίωσης. Κανένα στοιχείο της συμπεριφοράς του δεν καταδείκνυε ότι έχει αξιώσεις κατά ημών , προσέτι, δε, το γεγονός της μακροχρόνιας αδράνειάς του στην άσκηση δικαιωμάτων του- αφού εάν δεχθούμε τους ισχυρισμούς του περί πλάνης, αυτοί έπρεπε να προβληθούν εντός διετούς αποσβεστικής προθεσμίας, ήτοι έως ………………. και ουχί επτά έτη μετά την αποχώρησή του – σε συνδυασμό με το γεγονός ότι από την εν γένει συμπεριφορά του επέδειξε αμέλεια σε χειρισμό προσωπικών υποθέσεων-  όπως της επαρκούς πληροφόρησής του σε χρόνο προγενέστερο της παραίτησής του από τα όργανα του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ σχετικά με τις χρονικές και ηλικιακές προϋποθέσεις συνταξιοδότησής του- καταδεικνύεται η καταχρηστική άσκηση της υπό κρίση αγωγής του.

 

VI)Σχετικώς  το αίτημα του  αντιδίκου περί κηρύξεως προσωρινώς εκτελεστής της τυχόν εις βάρος μας εκδοθησόμενης αποφάσεως του Δικαστηρίου Σας  είναι αόριστο και απορριπτέο, καθόσον αυτός δεν επικαλείται συγκεκριμένο εξαιρετικό λόγο, ούτε άλλωστε συντρέχει κάποιος εξαιρετικός λόγος, ούτε περαιτέρω, επαπειλείται καμία ζημιά και μάλιστα σημαντική σε βάρος του, με δεδομένο το γεγονός ότι έλαβε κατά την αποχώρησή του εφάπαξ αποζημίωση ύψους …………………. €, ποσό ικανό, εύλογο και δεδομένων των καιρών οικονομικής ύφεσης ιδιαζόντως υψηλό , ικανό να του προσπορίσει επαρκή και αξιοπρεπή διαβίωση

Επιπλέον, η Τράπεζα της Ελλάδος είναι φερέγγυα, καθώς διαθέτει τεράστια ακίνητη περιουσία και μεγάλη ρευστότητα και δεν υφίσταται ουδεμία πιθανότητα να μην καταβληθεί στον αντίδικο το επιδικασθέν χρηματικό ποσό, αν και εφόσον, τελεσφορήσει η αγωγή του τελεσίδικα.

Αντιθέτως, αν τυχόν υποχρεωθούμε να καταβάλουμε με προσωρινή διάταξη το εν λόγω ποσό και η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα, που είναι και το πλέον βέβαιο, κινδυνεύουμε να μην εισπράξουμε ποτέ τα αχρεωστήτως πλέον καταβληθέν ποσό, αφού η ενάγουσα δεν διαθέτει ακίνητη περιουσία.

 

Επειδή οι ισχυρισμοί μας είναι νόμιμοι, βάσιμοι και αληθείς.

 

Επειδη κατά τα ανωτέρω η ένδικη αγωγή είναι απαράδεκτη, νόμω και ουσία αβάσιμη και συνεπώς απορριπτέα.

 

Επειδή αρνούμαστε και αντικρούουμε κάθε αντίθετη πρόταση, αίτηση, ένσταση και ισχυρισμό του  αντιδίκου.

 

Επειδή προσκομίζουμε και επικαλούμεθα όλα τα μνημονευόμενα στις προτάσεις μας έγγραφα προς απόδειξη της αλήθειας των ισχυρισμών μας

 

Επειδή κατεβλήθη η νόμιμη προείσπραξη δικηγορικής αμοιβής, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο υπ’ αριθμ. …………………/2019 Γραμμάτιο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.

 

                                                    Για τους λόγους αυτούς

και όσους νομίμως και εμπροθέσμως πρόκειται να προσθέσομε

                                                               Αιτούμεθα

 

Να γίνουν δεκτές οι παρούσες προτάσεις μας.

Να απορριφθούν οι προτάσεις, αιτήσεις, ενστάσεις και ισχυρισμοί του  αντιδίκου καθώς και η υπό κρίση αγωγή του ως νόμω και ουσία αβάσιμη, αόριστη, αναληθής και αναπόδεικτη.

Να καταδικασθεί η αντίδικος στην εν γένει δικαστική μας δαπάνη.

 

 

Αθήνα, …../…/2019

                                                                    Ο/ Η  Πληρεξούσιος/α Δικηγόρος

nomocultus
Βασιλέως Αλεξάνδρου 114 Περιστέρι, ΤΚ 12134, Αθήνα
+30 2155304867
kat85saiti@yahoo.gr

ΤΗΛΕΦΩΝΟ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Copyright © Nomocultus 2020

https://nomocultus.gr/wp-content/uploads/2023/02/e-banner_orizontio60X468.jpg