Αποφάσεις δικαστηρίωνΚοινωνικοασφαλιστικό δίκαιο - συντάξειςΠΑΡΑΓΡΑΦΗ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΦΟΡΕΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΝΤΑΓΜΕΝΩΝ ΣΤΟΝ ΕΦΚΑ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ Ν. 4387/2016

12 Νοεμβρίου 2021

ΣτΕ Ολ 1833/21 Αντισυνταγματικός ο γενικός κανόνας της 20ετούς παραγραφής (Ν 4387/16) αξιώσεων για την καταβολή ασφαλιστικών εισφορών των εντασσόμενων στον ΕΦΚΑ ΦΚΑ. Ισχύει 10ετής παραγραφή

05/11/2021

ΣτΕ Ολ. 1833/2021

Πρόεδρος:  Ε. Σαρπ, Πρόεδρος Σ.τ.Ε.

Εισηγητής: Κ. Κονιδιτσιώτου, Σύμβουλος Επικρατείας

 

Ο θεσπισθείς με το άρθρο 95 παρ. 1 του ν. 4387/2016 γενικός κανόνας της εικοσαετούς παραγραφής των αξιώσεων για την καταβολή εισφορών των εντασσόμενων στον Ε.Φ.Κ.Α. φορέων κοινωνικής ασφάλισης, αντίκειται στις συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της ασφάλειας δικαίου. Πλήρωση του κενού, που ανακύπτει, με την εφαρμογή του γενικού κανόνα της δεκαετούς παραγραφής, ο οποίος αποτελούσε το προϊσχύσαν δίκαιο για τις αξιώσεις καταβολής ασφαλιστικών εισφορών του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.

 

Με την απόφαση ΣτΕ Ολ. 1833/2021, δημοσιευθείσα επί προσφυγής, που εισήχθη με τη διαδικασία της πρότυπης δίκης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, έγιναν δεκτά, κατά πλειοψηφία, τα ακόλουθα:

Α. Ο θεσπισθείς με το άρθρο 95 παρ. 1 του ν. 4387/2016 γενικός κανόνας της εικοσαετούς παραγραφής των αξιώσεων για την καταβολή εισφορών των εντασσόμενων στον Ε.Φ.Κ.Α. φορέων κοινωνικής ασφάλισης, αντίκειται στις συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της ασφάλειας δικαίου. Η θεσπιζόμενη με την ανωτέρω διάταξη παραγραφή αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας, καθόσον χρόνος παραγραφής είκοσι ετών δεν συνιστά εύλογη διάρκεια της οικείας προθεσμίας, η οποία απαιτείται να είναι σχετικά σύντομη, δεδομένης και της αυξανόμενης ταχύτητας και πολυπλοκότητας των σύγχρονων βιοτικών σχέσεων και συναλλαγών, που αξιώνουν, κατ’ αρχήν, ταχεία εκκαθάριση των εκάστοτε τρεχουσών υποχρεώσεων των διοικουμένων.  Εν σχέσει προς την οργάνωση και τη λειτουργία των ασφαλιστικών φορέων, ο προβλεπόμενος χρόνος παραγραφής πρέπει να επαρκεί, ώστε, με τη συνδρομή και των σύγχρονων δυνατοτήτων της τεχνολογίας, να διενεργούνται, στο πλαίσιο της ορθολογικής οργάνωσής τους, επίκαιροι και αποτελεσματικοί, από την άποψη της εισπραξιμότητας, έλεγχοι με στόχο την προστασία του ασφαλιστικού κεφαλαίου και τη διασφάλιση της βιωσιμότητάς τους, χωρίς να εκτείνεται σε μεγάλη διάρκεια, η οποία, λόγω της χρονικής απόστασης από την παράβαση  δεν συμβάλλει στην ορθή, κατά το χρόνο ισχύος της, εφαρμογή της διαρκώς μεταβαλλόμενης ασφαλιστικής νομοθεσίας και τη δημιουργία συνείδησης συμμόρφωσης προς αυτή, οδηγεί αναγκαίως, δεδομένης και της σοβαρής υποστελέχωσης των  υπηρεσιών, σε ανεπίκαιρους και για το λόγο αυτό μειωμένης εισπραξιμότητας ελέγχους, συνεπάγεται μη διαχειρίσιμο φόρτο για τις υπηρεσίες και, ενδεχομένως, ενθαρρύνει την απραξία των ασφαλιστικών φορέων. Εν σχέσει προς τους βεβαρυμένους με τις ασφαλιστικές εισφορές υποχρέους, ο χρόνος της παραγραφής απαιτείται να είναι ο αναγκαίος, ώστε, αφενός, να διασφαλίζεται το δικαίωμα άμυνας αυτών έναντι δυσχερειών απόδειξης περιστατικών αναγόμενων στο απώτερο παρελθόν, αφετέρου δε να μην οδηγούνται οι οφειλέτες σε οικονομική εξουθένωση λόγω της υποχρέωσης ταυτόχρονης καταβολής συσσωρευμένων οφειλών περισσότερων ετών, με περαιτέρω δυσμενείς επιπτώσεις στην απασχόληση και την εθνική οικονομία γενικότερα. Τα ανωτέρω δε ισχύουν, λαμβανομένου επιπλέον υπ’ όψιν ότι η μη καταβολή ή πλημμελής καταβολή ασφαλιστικών εισφορών δεν συνδέεται αναγκαίως με πρόθεση αποφυγής τους, αλλά δύναται να οφείλεται σε δυσχέρειες κατά την ερμηνεία της ασφαλιστικής νομοθεσίας, αποτέλεσμα των συνεχών τροποποιήσεων και του κατακερματισμού των επί μέρους ρυθμίσεών της. Αντιθέτως, απαιτείται να εξασφαλίζεται η έγκαιρη και σε σχετικώς σύντομο χρόνο γνώση των υποχρεώσεών τους, ώστε να μην αιφνιδιάζονται, αλλά να δύνανται να προγραμματίζουν την επαγγελματική τους δραστηριότητα προς όφελος και της εθνικής οικονομίας. Η διαμόρφωση δε της προθεσμίας παραγραφής υπό τους ανωτέρω όρους, που αποτελούν και εκδήλωση της ειρηνευτικής λειτουργίας του δικαίου, συμβάλλει στην καλλιέργεια της αναγκαίας σε ένα κράτος δικαίου σχέσης εμπιστοσύνης των διοικούμενων προς τη Διοίκηση. Περαιτέρω, η ανωτέρω διάταξη αντίκειται στην αρχή της ασφάλειας δικαίου, κατά το μέρος που η εικοσαετής παραγραφή, που θεσπίσθηκε, μάλιστα, σε χρόνο κατά τον οποίο οι υπόχρεοι είχαν ήδη υποστεί διάφορες οικονομικές επιβαρύνσεις για την αντιμετώπιση του δημοσιονομικού προβλήματος της χώρας, ισχύει αναδρομικώς και για απαιτήσεις που είχαν γεννηθεί έως την έναρξη ισχύος της νέας διάταξης και δεν είχαν ακόμη παραγραφεί. Δεν δικαιολογείται δε τόσο μακρός χρόνος παραγραφής ούτε η αναδρομική εφαρμογή της από λόγους που συνδέονται με τις δυσχέρειες κατά την οργάνωση του νέου ασφαλιστικού φορέα και την ένταξη σε αυτόν του συνόλου των φορέων κοινωνικής ασφάλισης, ούτε από την έως την ίδρυση του Ε.Φ.Κ.Α. ενδεχόμενη αδράνεια των φορέων κοινωνικής ασφάλισης να μεριμνήσουν για την είσπραξη των απαιτήσεών τους. Εξάλλου, η ίδια η πρόβλεψη σχετικά σύντομης προθεσμίας παραγραφής δεν επιφέρει για τους ασφαλισμένους δυσμενείς συνέπειες κατά τη συνταξιοδότησή τους. Τούτο δε διότι το ζήτημα του καθορισμού σχετικά σύντομης διάρκειας προθεσμίας παραγραφής των αξιώσεων αυτών, που, άλλωστε, απαντάται στην πλειονότητα των σύγχρονων ευρωπαϊκών συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης, ουδόλως συνάπτεται με το διάφορο ζήτημα της τυχόν πρόβλεψης σε διαφορετικά νομοθετήματα προϋποθέσεων, χρονικών ή άλλων συναπτόμενων με την καταβολή εισφορών, για την αναγνώριση χρόνου ασφάλισης με σκοπό τη συνταξιοδότηση, προϋποθέσεις, οι οποίες, σε κάθε περίπτωση, τελούν υπό τις εγγυήσεις του άρθρου 22 παρ. 5 του Συντάγματος και ερμηνεύονται  υπό το φως των γενικών αρχών του δίκαιου της κοινωνικής ασφάλισης, μεταξύ των οποίων η αρχή της στενής ερμηνείας των διατάξεων που θέτουν χρονικούς περιορισμούς στο δικαίωμα αναγνώρισης χρόνου ασφάλισης και η αρχή ότι η μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων για την καταβολή εισφορών του εργοδότη έναντι του ασφαλιστικού φορέα δεν δύναται, κατ’ αρχήν, να αποβεί εις βάρος του ασφαλισμένου.

Σύμφωνα με την άποψη που μειοψήφησε, η εικοσαετής γενική παραγραφή, που θεσπίζεται με το άρθρο 95 παρ. 1 του ν. 4387/2016, δεν αντίκειται σε καμία συνταγματική ή υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη και αρχή. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη γνώμη αυτή, με εξαίρεση το  Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. για το οποίο ίσχυε η δεκαετής παραγραφή, η εικοσαετής παραγραφή των αξιώσεων όλων των φορέων κοινωνικής ασφάλισης από μη καταβληθείσες εισφορές ήταν ο κανόνας στο ασφαλιστικό σύστημα ήδη πριν από τη θέσπιση της επίμαχης διάταξης του άρθρου 95 παρ. 1 του ν. 4387/2016. Η ρύθμιση λοιπόν του άρθρου 95 παρ. 1 του ν. 4387/2016, επαναλαμβάνοντας κατά βάση τον προϊσχύοντα γενικό κανόνα της εικοσαετούς παραγραφής, είναι απόλυτα σαφής και προβλέψιμη και, συνεπώς, δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης της αρχής της ασφάλειας του δικαίου. Όσον αφορά δε την απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και την Ε.Σ.Δ.Α. εύλογη διάρκεια της παραγραφής, η εικοσαετία δικαιολογείται λόγω των οργανωτικών και λοιπών λειτουργικών προβλημάτων που έχουν ανακύψει από την για πρώτη φορά ουσιαστική ενοποίηση των εντασσόμενων φορέων κοινωνικής ασφάλισης, που υιοθέτησε ο ν. 4387/2016. Εξ άλλου, η ασφαλιστική εισφορά  ενδιαφέρει το σύνολο των ασφαλισμένων, αφού αποτελεί πόρο του ταμείου από τον οποίο αντλείται η δυνατότητα καταβολής σύνταξης σε όλους τους ασφαλισμένους. Λόγω δε της διασύνδεσης των ασφαλιστικών εισφορών με το εργασιακό καθεστώς των ωφελούμενων από αυτές, οι μικρότερες οικείες προθεσμίες παραγραφής εκθέτουν τους ασφαλισμένους στον κίνδυνο μη αναγνώρισης χρόνου ασφάλισης με δυσμενείς επιπτώσεις στη συνταξιοδότηση, ενώ σε πολλές περιπτώσεις συνεπάγονται την απώλεια συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων και την παράταση του εργασιακού βίου. Επομένως, η εικοσαετής γενική παραγραφή του άρθρου 95 παρ. 1 του ν. 4387/2016 δικαιολογείται από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, που αποσκοπούν στην καταπολέμηση της εισφοροδιαφυγής και την πάταξη της ανασφάλιστης και αδήλωτης εργασίας, στην προστασία των δικαιωμάτων όλων των ασφαλισμένων με την μέγιστη δυνατή αξιοποίηση του χρόνου πραγματικής ασφάλισής τους και τη διασφάλιση της επάρκειας των παροχών και της βιωσιμότητας του Ε.Φ.Κ.Α.  Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, κατά τη γνώμη της μειοψηφίας, η  εικοσαετής γενική παραγραφή του άρθρου 95 παρ. 1 του ν. 4387/2016 δεν αντίκειται στη συνταγματικώς κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητας ούτε σε άλλη συνταγματική ή υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη και αρχή.

 

Β. Κατόπιν της ως άνω κρίσης περί της αντισυνταγματικότητας του γενικού κανόνα παραγραφής, που θεσπίστηκε με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 95 του ν. 4387/2016, καταλείπεται κενό στη ρύθμιση, δεδομένου ότι δεν υφίσταται προϋφιστάμενο δίκαιο, που να ρυθμίζει κατά τρόπο ενιαίο το ζήτημα, εν όψει και της σαφούς βούλησης του νομοθέτη να θεσπίσει κοινή ρύθμιση για  την παραγραφή των αξιώσεων καταβολής ασφαλιστικών εισφορών του συνόλου  των εντασσόμενων στον Ε.Φ.Κ.Α. φορέων. Το κενό αυτό δεν είναι ανεκτό από το Σύνταγμα, εφόσον από τις αρχές της ασφάλειας δικαίου απαιτείται η πρόβλεψη προθεσμίας παραγραφής. Πρέπει δε να πληρωθεί με την εφαρμογή του κανόνα της δεκαετούς παραγραφής των αξιώσεων καταβολής εισφορών για το σύνολο των εντασσόμενων στον Ε.Φ.Κ.Α. φορέων, ο οποίος κρίνεται ότι αποτελεί εύλογο χρόνο παραγραφής των εν λόγω αξιώσεων και αποτελούσε το προϊσχύσαν δίκαιο για τις αξιώσεις καταβολής ασφαλιστικών εισφορών του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., του μεγαλύτερου, έως την ίδρυση του  Ε.Φ.Κ.Α., φορέα κύριας ασφάλισης μισθωτών της χώρας.  Η πλήρωση δε του νομοθετικού κενού με τον ως άνω γενικό κανόνα τελεί σε αρμονία  προς την αρχή της ασφάλειας δικαίου, που αξιώνει σαφήνεια και προβλέψιμη εφαρμογή των σχετικών κανονιστικών ρυθμίσεων, καθώς και προς την αρχή της οικονομίας της δίκης, την οποία θάλπει ο θεσμός της πιλοτικής δίκης στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Σε αντίθετη περίπτωση, που γινόταν δεκτό ότι η εφαρμογή της δεκαετούς παραγραφής περιορίζεται μόνον στις αξιώσεις υπόχρεων προερχόμενων από το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., θα ανέκυπτε ως άμεση συνέπεια της αποφάσεως ασάφεια περί του εφαρμοστέου δικαίου για τις οικείες αξιώσεις των λοιπών φορέων.

Ως προς το ανωτέρω ζήτημα του χρόνου παραγραφής που ισχύει ως προς τις απαιτήσεις από μη καταβληθείσες ασφαλιστικές εισφορές των φορέων κοινωνικής ασφάλισης που εντάχθηκαν στον Ε.Φ.Κ.Α. με τον ανωτέρω νόμο διατυπώθηκαν οι εξής μειοψηφούσες γνώμες: α) Σύμφωνα με την πρώτη μειοψηφούσα γνώμη, κατόπιν της κρίσης περί αντισυνταγματικότητας της εικοσαετούς παραγραφής, εφαρμοστέα τυγχάνει ειδικώς για τους υπόχρεους ασφαλιστικών εισφορών, που υπάγονταν στο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., όπως συμβαίνει στην κρινόμενη περίπτωση, η προϊσχύσασα για το συγκεκριμένο ασφαλιστικό φορέα δεκαετής παραγραφή, παρέλκει δε στο πλαίσιο της παρούσας δίκης η κρίση περί του εύλογου χρόνου παραγραφής των αξιώσεων, που αφορούν τους υπόχρεους οι οποίοι προέρχονται από τους λοιπούς εντασσόμενους φορείς. β) Σύμφωνα με τη δεύτερη  μειοψηφούσα γνώμη, δεν υφίσταται εν προκειμένω νομοθετικό κενό, καθόσον μετά την ανωτέρω κρίση περί αντισυνταγματικότητας  της διάταξης εφαρμοστέα στην υπό κρίση υπόθεση, η οποία αφορά αξιώσεις του ενταχθέντος στον Ε.Φ.Κ.Α. Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., είναι η προϊσχύουσα ειδική για τον εν λόγω φορέα διάταξη, με την οποία οριζόταν δεκαετής παραγραφή των  αξιώσεών του από εισφορές, μετά δε την κρίση του Δικαστηρίου περί αντισυνταγματικότητας της ανωτέρω διάταξης στο νομοθέτη εναπόκειται να επανέλθει επί του επίμαχου ζητήματος της παραγραφής των αξιώσεων των ενταχθέντων στον Ε.Φ.Κ.Α. φορέων κοινωνικής  ασφάλισης από μη καταβληθείσες ασφαλιστικές εισφορές και να θεσπίσει νέα προθεσμία παραγραφής. γ) Σύμφωνα με την τρίτη μειοψηφούσα γνώμη, προθεσμία παραγραφής δέκα ετών για τις αξιώσεις καταβολής ασφαλιστικών εισφορών αποτελεί μακρό χρόνο παραγραφής και δεν συνάδει με  τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας. Το κενό στη ρύθμιση πρέπει να πληρωθεί με την εφαρμογή της πενταετίας ως εύλογου, κατά τον κανόνα, χρόνου παραγραφής, σε περιπτώσεις δε σοβαρών παραβάσεων μπορεί να προβλέπεται  από το νομοθέτη μακρότερη παραγραφή.

 

ΠΗΓΗ: WWW.ADJUSTICE.GR

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ

Στην υπό σχολιασμό απόφαση της Ολομέλειας ΣΤΕ, προκρίνεται η αντισυνταγματικότητα της διάταξης του άρθρου 95 παρ. 1 του Ν. 4387/2016 περί εικοσαετούς παραγραφής των αξιώσεων καταβολής εισφορών από τους ενταχθέντες στον ΕΦΚΑ φορείς ασφάλισης καθώς, σύμφωνα με το σκεπτικό της ανωτέρω απόφασης, και υπό το πρίσμα των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της αναλογικότητας του άρθρου 25 Συντ/τος, οι χρόνοι παραγραφής πρέπει να είναι σύντομοι ώστε να διασφαλίζεται και η βιωσιμότητα των Φορέων Ασφάλισης  και να επέρχεται η διοικητική συμμόρφωση.

Επιπλέον, το ευμετάβλητο της κοινωνικοασφαλιστικής νομοθεσίας με την πολυπλοκότητα του κανονιστικού της πλαισίου , τις διαρκείς τροποποιήσεις και ερμηνευτικές δυσχέρειες  αλλά και η δυσμενής θέση του οφειλέτη- διοικούμενου στις περιπτώσεις μεγάλων  διαστημάτων χρόνων παραγραφής συντείνουν στην αποδυνάμωση του ίδιου του θεσμού της παραγραφής και απάδουν προς την βασικότερη αρχή του διοικητικού δικαίου, ήτοι την αρχή της εμπιστοσύνης του διοικουμένου.

Στα ανωτέρω επιχειρήματα της πλειοψηφίας, η μειοψηφούσα γνώμη αντιτείνει την κατ’ αρχήν επανάληψη της επίμαχης διάταξης του άρθρου 95 παρ. 1 Ν. 4387/2016 περί εικοσαετούς παραγραφής από τις καταστατικές διατάξεις όλων των εντασσόμενων στον ΕΦΚΑ  φορέων και κλάδων ασφάλισης , πλην του τέως ΙΚΑ-ΕΤΑΜ για το οποίο ισχύει η δεκαετής παραγραφής και για την οποία θα γίνει αναλυτικότερα μνεία κατωτέρω. Προσέτι, δε, η εικοσαετής παραγραφή κρίνεται από μια μερίδα δικαστών του Στε ως ενδεικνυόμενος χρόνος λαμβάνοντας υπόψη και τα λειτουργικά προβλήματα που θα ανακύψουν από τη διαδικασία της ένταξης πλειόνων φορέων σε έναν ενιαίο( ΕΦΚΑ) , τονίζοντας συνάμα ότι μικρότερα της εικοσαετίας διαστήματα παραγραφής αφενός  θέτουν σε κίνδυνο τους ασφαλισμένους καθώς είναι πιθανό να αποστερηθούν της αναγνώρισης χρόνου ασφάλισής τους από μη καταβολή εισφορών με περαιτέρω δυσμενείς για αυτούς συνέπειες που έχουν αντίκτυπο σε συνταξιοδοτικά δικαιώματα( αδυναμία κατοχύρωσης συνταξιοδοτικού δικαιώματος), αφετέρου δεν είναι συμφυή με το δημόσιο συμφέρον .

Στις ειδικότερες μειοψηφούσες απόψεις της ολομελειακής απόφασης, διατυπώνονται τρία επιχειρήματα : α) εφόσον υϊοθετηθεί αντισυνταγματικότητα της 20ετούς παραγραφής, εφαρμοστέα είναι, πλέον η δεκαετής που ίσχυε στο τέως ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και πρέπει να εφαρμοστεί από το σύνολο των εντασσόμενων φορέων, ταμείων και κλάδων ασφάλισης στον ΕΦΚΑ, β) ως προς το τέως ΙΚΑ-ΕΤΑΜ διατηρείται το ισχύον κανονιστικό πλαίσιο περί παραγραφής και ως προς τους εντασσόμενους φορείς απαιτείται νομοθετική ρύθμιση προς κάλυψη του νομοθετικού κενού που ανακύπτει  και γ)  η πενταετής και όχι η δεκαετής παραγραφή συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας, οπότε και το υπάρχον νομοθετικό κενό καλύπτεται με τον εν λόγω χρόνο της πενταετούς παραγραφής, με επιμήκυνση αυτού σε περιπτώσεις σοβαρών παραβάσεων .

Αναφορικώς με τον χρόνο παραγραφής εισφορών στο τέως ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, δια του Ν. 1846/1951 ( άρθρο 27 παρ. 7) , ορίστηκε ότι οι απαιτήσεις του Ιδρύματος από ασφαλιστικές εισφορές παραγράφονται μετά την παρέλευση δεκαετίας αρχόμενης από τη λήξη του οικονομικού έτους κατά το οποίο ήταν απαιτητές χωρίς να περιλαμβάνονται τυχόν πρόσθετα τέλη , απαιτήσεις από πρόστιμα κλπ, για τα οποία η δεκαετία άρχεται από την πρώτη ημέρα του επόμενου έτους στο οποίο παρασχέθηκε η ασφαλιστέα εργασία ή υπηρεσία – για τις απαιτήσεις από ακάλυπτες επιταγές και  έξοδα διοικητικής εκτέλεσης η δεκαετία άρχεται από πρώτη ημέρα του επόμενου έτους εντός του οποίου έγινε η ταμειακή βεβαίωσή τους , ενώ τέλος για τις απαιτήσεις του ΙΚΑ κατά του Δημοσίου θεσπίστηκε πενταετής παραγραφή ( Ν. 2362/1995,  άρθρο 90) αρχόμενη από το τέλος του οικονομικού έτους εντός του οποίου γεννήθηκε η απαίτηση και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της.

Η δεκαετής παραγραφή αναστέλλεται κατ’ αρχήν  για όσους λόγους προβλέπονται από τις γενικές διατάξεις ( ΑΚ 255-257) , ήτοι λόγω ανωτέρας βίας ή δικαιοστασίου ή όταν συντρέχει δόλος του υποχρέου , γεγονότα που εμποδίζουν τον δικαιούχο της απαίτησης να ασκήσει τις ένδικες αξιώσεις του. Υπό το ειδικότερο , ωστόσο,  κανονιστικό πλαίσιο της νομοθεσίας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ( άρθρο 87 Ν. 2362/1995), επέρχεται αναστολή παραγραφής έως την έκδοση τελεσίδικης απόφασης  σε περίπτωση αμφισβήτησης του νόμιμου εκτελεστού τίτλου( ΠΕΕ, ΠΕΠΕΕ),  της εγκυρότητας πράξης διοικητικής εκτέλεσης ,   νομιμότητας της βεβαίωσης καταλογισμού , αιτήματος προσωπικής κράτησης του οφειλέτη, ακύρωσης της κατάσχεσης ή άλλης πράξης διοικητικής εκτέλεσης , με τους ανωτέρω λόγους να λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό του χρόνου παραγραφής.

Η δεκαετής παραγραφή διακόπτεται τόσο βάσει των όσων προβλέπει ο ΑΚ ( άρθρα 260-269), ήτοι αναγνώριση της αξίωσης από τον υπόχρεο, έγερση αγωγής από τον δικαιούχο, επίδοση επιταγής προς εκτέλεση , αναγγελία πτωχευτικού πιστωτή στην πτώχευση, η κατάταξη στον πλειστηριασμό, η ένσταση συμψηφισμού και η εγγραφή υποθήκης. Δυνάμει του άρθρου 88 Ν. 2362/1995, η διακοπή παραγραφής επέρχεται με την επιβολή κατάσχεσης, την έκδοση προγράμματος πλειστηριασμού , την αναγγελία του Ιδρύματος κατά την πτώχευση , την αναγγελία χρηματικής απαίτησης προς κατάταξη σε πλειστηριασμό, την αναγγελία απαίτησης στον εκκαθαριστή κληρονομίας ή νομικού προσώπου που ελύθη, και η εγγραφή υποθήκης ή προσημείωσης . Οι πράξεις εκτέλεσης μέχρι την αμετάκλητη επικύρωση του πίνακα κατάταξης δανειστών συνιστούν επίσης γενεσιουργούς λόγους διακοπής της δεκαετούς παραγραφής.

Επισημαίνεται ότι οι διατάξεις του Ν. 2362/1995 προκρίνονται στην εφαρμογή τους από αυτές του ΑΚ , ως ειδικότερες αυτών , με τις τελευταίες να φέρουν συμπληρωματική εφαρμογή.

Με τη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής επέρχεται αποδυνάμωση της αξίωσης , όχι , όμως και απόσβεση αυτής , ενώ είναι δεκτική συμψηφισμού παραγραφείσα απαίτηση του ΙΚΑ τρία έτη μετά τη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής , εφόσον κατά το χρόνο που συνυπήρξαν οι αμοιβαίες και ομοειδείς απαιτήσεις , δεν είχε συμπληρωθεί το διάστημα παραγραφής.

Σχετικώς με την ευθύνη διοικούντων νομικά πρόσωπα υπό τη νομική μορφή ΑΕ, ΕΠΕ, ή άλλων περιπτώσεων νομικών προσώπων, υφίσταται αλληλέγγυα , προσωπικά και εις ολόκληρον και τα φυσικά πρόσωπα, εκτός εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Ν. 4321/2015   άρθρο 31- ειδικά ως προς τη μη ευθύνη νομικών προσώπων σε περιπτώσεις οφειλών ασφαλιστικών εισφορών, ισχύουν οι διατάξεις του Ν. 4646/2019 , άρθρο 66 και 4826/2021 ,άρθρο 86.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η υποβολή ενδικοφανούς προσφυγής, άλλως τε, ένστασης κατά πράξης βεβαίωσης οφειλών από ασφαλιστικές οφειλές, δεν φέρει ανασταλτικό χαρακτήρα ως προς τις απαιτήσεις του τέως ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και τη διενέργεια μέτρων εκτέλεσης.

Τέλος, και σε σχέση με την περίπτωση επιστροφής από το ΙΚΑ εισφορών που καταλογίστηκαν εσφαλμένως στον εργοδότη, οπότε και φέρουν χαρακτήρα αχρεωστήτως καταβληθεισών στο Ίδρυμα παροχών, κατά την ερμηνευτική εκδοχή του άρθρου 104 Ν. 4387/2016 και συμφώνως με όσα αναπτύσσονται στο σκεπτικό της υπ’αριθμ. 344/2016  ατομικής γνωμοδότησης ΝΣΚ, στο πεδίο εφαρμογής της παραπάνω διάταξης εμπίπτουν αιτήσεις επιστροφής εισφορών που καταλογίσθηκαν αχρεωστήτως σε εργοδότες επιχειρήσεων και υποβλήθηκαν  μετά τις 12/05/2016 , αιτημάτων μη υποβληθεισών αλλά με αξίωση των εργοδοτών για επιστροφή γεννηθείσα πριν τις 12/05/2016 καθώς και αιτήσεων υποβληθεισών πριν τις 12/05/2016 για τις οποίες δεν ξεκίνησε ή δεν ολοκληρώθηκε η προβλεπόμενη διαδικασία λόγω θεμάτων ελέγχου ή ευρισκόμενες σε διοικητικό στάδιο ( έκδοση απόφασης, διαπιστωτική πράξη ασφαλιστικού οργάνου).

 

nomocultus
Βασιλέως Αλεξάνδρου 114 Περιστέρι, ΤΚ 12134, Αθήνα
+30 2155304867
kat85saiti@yahoo.gr

ΤΗΛΕΦΩΝΟ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Copyright © Nomocultus 2020

https://nomocultus.gr/wp-content/uploads/2023/02/e-banner_orizontio60X468.jpg